του Γιάννη Χαλαβαζή.
Η Ελλάδα έχει καταγράψει σημαντική πρόοδο στη μετάβαση προς τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ), με τις ΑΠΕ (αιολική, ηλιακή και υδροηλεκτρική) να διαδραματίζουν πλέον καθοριστικό ρόλο στο ενεργειακό μείγμα. Το 2023, η παραγωγή πράσινης ηλεκτρικής ενέργειας έφτασε τις 21,35 TWh, αντιπροσωπεύοντας πάνω από 57% της συνολικής παραγωγής — ποσοστό που διατηρήθηκε σε υψηλά επίπεδα και το 2025.
Αυτή η αύξηση έχει άμεση οικονομική διάσταση: η Ελλάδα παράγει ηλεκτρική ενέργεια από ΑΠΕ με χαμηλό μέσο κόστος περίπου 8,3–10,7 λεπτά ανά κιλοβατώρα (0,083–0,107 €/kWh), όταν αφαιρούνται ειδικές επιβαρύνσεις, σύμφωνα με στοιχεία παραγωγών ΑΠΕ. Παρότι αυτό το χαμηλό κόστος δεν έχει ακόμη μεταφραστεί πλήρως σε αντίστοιχη μείωση στους λογαριασμούς καταναλωτών, δείχνει ότι η παραγωγή πράσινης ενέργειας είναι ήδη ανταγωνιστική σε σύγκριση με τις μονάδες ορυκτών καυσίμων.
Παράλληλα, σύμφωνα με επίσημες μετρήσεις, η μέση χονδρεμπορική τιμή ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα το 2025 κυμάνθηκε στα 104 €/MWh, κατατάσσοντας τη χώρα στην 8η θέση μεταξύ 25 μη νησιωτικών κρατών της ΕΕ όσον αφορά το κόστος στην αγορά ενέργειας. Οι υψηλές τιμές συνδέονται εν μέρει με την παρουσία ακριβών καυσίμων βάσης (π.χ. φυσικό αέριο), που καθορίζουν τις τιμές στην αγορά.
Η σταθερά υψηλή παραγωγή ΑΠΕ έχει, όμως, μετρήσιμες επιπτώσεις στην αγορά: σε ημέρες με μεγάλη παραγωγή ΑΠΕ, οι χονδρεμπορικές τιμές μειώνονται σημαντικά, και σε κάποιες περιπτώσεις στα 73 €/MWh, ενώ κατά περιόδους με χαμηλή παραγωγή οι τιμές ξεπερνούν τα 110 €/MWh, επηρεάζοντας άμεσα το συνολικό κόστος ηλεκτρικής ενέργειας. Παρά ταύτα, η τελική τιμή για καταναλωτές παραμένει υψηλή λόγω φόρων, τελών και της δομής χρέωσης της αγοράς.
Κερδίζει η οικονομική επιρροή των ΑΠΕ
Η οικονομική σημασία των ΑΠΕ επεκτείνεται πέρα από το άμεσο κόστος ενέργειας. Η Ελλάδα έχει ήδη σημειώσει ιστορικό ρεκόρ καθαρών εξαγωγών ηλεκτρικής ενέργειας, άνω των 3 TWh το 2025, ενισχύοντας τα δημόσια έσοδα και βελτιώνοντας το ισοζύγιο ενέργειας. Επιπλέον, σημαντικές επενδύσεις στον τομέα των ΑΠΕ υποστηρίζονται από διεθνείς χρηματοδοτικούς οργανισμούς: για παράδειγμα, η ελληνική εταιρεία ΔΕΠΑ Commercial εξασφάλισε δάνειο 390 εκατ. ευρώ από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων για έργα ηλιακών πάρκων συνολικού ύψους περίπου 500 εκατ. ευρώ, που προβλέπεται να παράγουν ηλεκτρική ενέργεια για περισσότερα από 278 χιλιάδες νοικοκυριά.
Σε μια ακόμα σημαντική συναλλαγή, διεθνής επενδυτής απέκτησε ποσοστό 50% σε ελληντικό χαρτοφυλάκιο ΑΠΕ με τίμημα 254 εκατ. ευρώ, τιμολογώντας το σύνολο των μονάδων στις περίπου 508 εκατ. ευρώ και υποδεικνύοντας τη σημαντική αξία αγοράς των εγκατεστημένων ΑΠΕ στην Ελλάδα.
Παρά τα οφέλη, η ελληνική αγορά αντιμετωπίζει δομικές προκλήσεις που επηρεάζουν την περαιτέρω μείωση του κόστους για τελικούς καταναλωτές και επιχειρήσεις. Η περιορισμένη αποθήκευση ενέργειας και οι ανάγκες εκσυγχρονισμού του ηλεκτρικού δικτύου οδηγούν σε απώλειες παραγωγής και περικοπές – μειώσεις (curtailments), με σημαντικά επίπεδα ανανεώσιμης παραγωγής να μην ενσωματώνονται πλήρως στο σύστημα.
Η ελληνική κυβέρνηση και η ΕΕ έχουν όμως πιο φιλόδοξους στόχους για το μέλλον. Το Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα προβλέπει αύξηση του μεριδίου ΑΠΕ σε πάνω από 75% έως το 2030, με εκτιμώμενη μείωση του μέσου κόστους ηλεκτρικής ενέργειας από 145 σε περίπου 95 €/MWh μέχρι το 2050. Συνολικά, οι ΑΠΕ στην Ελλάδα δεν αποτελούν απλώς τεχνολογική επιλογή, αλλά οικονομικό εργαλείο που μειώνει τη διακύμανση εκτίμησης ενεργειακού κόστους, αυξάνει την ενεργειακή ανεξαρτησία και δημιουργεί νέες οικονομικές ευκαιρίες σε επενδύσεις και εξαγωγές, παρά την ανάγκη για περαιτέρω βελτιώσεις στην αγορά και τις υποδομές.
Ο ρόλος της ΔΕΗ και οι επενδύσεις στις ΑΠΕ
Η Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ) αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους πυρήνες της πράσινης ενεργειακής μετάβασης στην Ελλάδα, επενδύοντας μεγάλους πόρους σε έργα ΑΠΕ, υποδομές αποθήκευσης και ευέλικτες μονάδες παραγωγής. Μέχρι τα μέσα του 2025, η ΔΕΗ είχε φτάσει σε εγκατεστημένη ισχύ περίπου στα 6,3 GW από ΑΠΕ, με την πλειονότητα των έργων να βρίσκονται στην Ελλάδα, και συνεχίζει να αυξάνει δυναμικά το χαρτοφυλάκιό της. Στο στρατηγικό σχέδιο για το 2025–2027, η ΔΕΗ έχει θέσει στόχο να αυξήσει συνολικά την εγκατεστημένη ισχύ ΑΠΕ σε περίπου 11,8 GW έως το 2027, με έργα αιολικής, ηλιακής και υβριδικής παραγωγής ενέργειας.
Προκειμένου να υποστηρίξει αυτή την ανάπτυξη, ο όμιλος έχει αυξήσει σημαντικά τις επενδύσεις του στα «πράσινα» έργα:
- Το εννεάμηνο του 2025, πάνω από 657 εκατ. € διατέθηκαν αποκλειστικά σε έργα ΑΠΕ, ενώ επιπλέον κονδύλια ύψους 210 εκ. € αφορούσαν ευέλικτη παραγωγή και 818 εκ. € σε αναβάθμιση δικτύων.
- Στους πρώτους μήνες του 2025, η ΔΕΗ επένδυσε περίπου 500 εκ. € σε νέες ΑΠΕ, ανεβάζοντας την ισχύ της σε επίπεδα άνω των 6 GW.
- Συνολικά για το 2025, οι επενδύσεις του ομίλου στα δίκτυα, ευέλικτη παραγωγή και ΑΠΕ ξεπέρασαν το 1,6 δισ. €, ενώ προβλέπεται να διαμορφωθούν σε επίπεδα που καλύπτουν μεγάλο μέρος του στρατηγικού πλάνου ανάπτυξης.
Σε επίπεδο κόστους παραγωγής ΑΠΕ στην Ελλάδα, οι διαγωνισμοί που έχουν διεξαχθεί σε εθνικό επίπεδο δείχνουν ότι η παραγωγή από φωτοβολταϊκά μπορεί να κοστίζει περίπου 48 €/MWh, ενώ η παραγωγή από αιολικά πάρκα κινήθηκε γύρω στα 57,7 €/MWh στις προηγούμενες προμήθειες έργων ΑΠΕ, επίπεδα ανταγωνιστικά σε σχέση με άλλες τεχνολογίες παραγωγής. Παράλληλα, η εταιρεία έχει ήδη προχωρήσει στην ανάπτυξη συγκεκριμένων έργων με σημαντικές επενδύσεις, όπως αιολικά πάρκα σε Καστοριά, Αρκαδία, Φωκίδα και Ροδόπη, αξίας δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ το καθένα, με σκοπό την ολοκλήρωσή τους μέχρι το 2026.
Το «αμορτισέρ» των ΑΠΕ και οι οικονομίες κλίμακας
Η ενίσχυση των ΑΠΕ σε συνδυασμό με την ανάπτυξη μηχανισμών αποθήκευσης και ευέλικτης παραγωγής αναμένεται να μειώσει το επίπεδο του συνολικού κόστους ενέργειας σε βάθος δεκαετίας, καθώς αυξάνεται η παραγωγή από φθηνότερες και προβλέψιμες πηγές.
Η εγχώρια αγορά ηλεκτρικής ενέργειας κινείται, ακόμη, σε χαμηλότερα επίπεδα, από την εκτίναξη των τιμών του φυσικού αερίου λόγω της κρίσης στη Μέση Ανατολή. Η Ελλάδα κατατάσσεται ανάμεσα στις φθηνότερες χώρες της Ευρώπης. Σήμερα, με τιμή 84,9 ευρώ ανά MWh, είναι η τέταρτη φθηνότερη στην ΕΕ, πίσω μόνο από Φινλανδία, Εσθονία και Σουηδία, ενώ υπολείπεται σημαντικά σε σχέση με γειτονικές αγορές όπως Βουλγαρία και Ρουμανία, αλλά και από χώρες της Κεντρικής Ευρώπης όπως Γερμανία και Αυστρία. Η τάση αυτή διατηρείται και για τον Μάρτιο, με την Ελλάδα να εμφανίζει τις χαμηλότερες τιμές πανευρωπαϊκά μετά από Φινλανδία, Σουηδία, Πορτογαλία, Ισπανία και Γαλλία.
Παρά την εκτίναξη των τιμών του φυσικού αερίου στην Ευρώπη, οι χονδρεμπορικές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας παραμένουν συγκρατημένες, καθώς η κοστολόγηση του καυσίμου γίνεται κυρίως με μήνα-προηγούμενο και η Ελλάδα διαθέτει μεγάλο δυναμικό θερμοηλεκτρικών μονάδων αερίου, που δημιουργεί ανταγωνισμό και περιορίζει το κόστος. Επιπλέον, η συμμετοχή των ΑΠΕ και των υδροηλεκτρικών σταθμών είναι ιδιαίτερα υψηλή, καλύπτοντας μεγάλο μέρος της ζήτησης και μειώνοντας την ανάγκη για ακριβότερες μονάδες αερίου. Για τον Μάρτιο, οι ΑΠΕ συνεισφέρουν στο 44% της παραγωγής και τα υδροηλεκτρικά στο 19%, συγκρατώντας τις θερμοηλεκτρικές μονάδες στο 37%.
Η προσφορά «πράσινης» ενέργειας θα περιορίσει και τις μελλοντικές αυξήσεις, ακόμα κι αν συνεχιστεί η κρίση στο αέριο, ιδιαίτερα την άνοιξη όπου οι ΑΠΕ κυριαρχούν στη μεσημβρινή ζώνη και οι τιμές μπορεί να διαμορφωθούν σε πολύ χαμηλά ή ακόμη και αρνητικά επίπεδα. Η σταθερότητα αυτή στην ελληνική αγορά αναδεικνύει την αξία της πράσινης στροφής και του εξηλεκτρισμού στην Ευρώπη, ως μέσων για προστασία από τις διεθνείς διακυμάνσεις των τιμών πετρελαίου και φυσικού αερίου.


