Αρθρογραφία

Υπουργείο Ψηφιακής Μετάβασης και Καινοτομίας: Η νέα Εθνική Ψηφιακή και Καινοτομική Στρατηγική

Του Γιάννη Χαλαβαζή.

Σύμφωνα με πρόσφατες δηλώσεις του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη, στη δομή της επόμενης Κυβέρνησης που θα προκύψει μετά τις εκλογές του 2027 δημιουργείται το νέο Υπουργείο Καινοτομίας και Ψηφιακής Μετάβασης, με στόχο να μετατρέψει τη γνώση και την έρευνα σε κινητήρια δύναμη ανάπτυξης. Το νέο υπουργείο θα προέλθει από την συγχώνευση των τομέων

  • της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης, Έρευνας και Καινοτομίας του σημερινού υπουργείου Παιδείας και
  • του υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης και Τεχνητής Νοημοσύνης.
  • όλων των άλλων τομέων καινοτομίας που είναι διάσπαρτες σε άλλα υπουργεία και Φορείς.

Εκτός των άλλων, καθώς το νέο υπουργείο (εάν τελικά θεσπιστεί) θεωρείται ιδιαίτερα «βαρύ» αλλά και αναγκαίο στους κύκλους των ενδιαφερομένων, θα συντονίζει επίσης δράσεις από τη στήριξη νεοφυών επιχειρήσεων, την ανάπτυξη ψηφιακών τεχνολογιών, μέχρι την υιοθέτηση πράσινων τεχνολογιών και λύσεων, εξασφαλίζοντας ότι οι καινοτόμες ιδέες εφαρμόζονται στην καθημερινότητα των πολιτών.

Στο επίκεντρο της στρατηγικής βρίσκεται επίσης το νέο πλαίσιο των εθνικών και ευρωπαϊκών χρηματοδοτήσεων, που θα παρέχει στοχευμένη στήριξη για κάθε στάδιο της επιχειρηματικής ανάπτυξης: από την έρευνα και την πρωτότυπη ιδέα, μέχρι την εμπορική εφαρμογή. Μέσα από άμεσες επιχορηγήσεις, επενδυτικά κεφάλαια και φορολογικά κίνητρα, οι startups θα έχουν πρόσβαση σε πόρους χωρίς πολύπλοκες διαδικασίες. Το πλαίσιο περιλαμβάνει επίσης mentoring και τεχνολογική υποστήριξη, ώστε η χρηματοδότηση να συνδυάζεται με ουσιαστική καθοδήγηση.

Το νέο Υπουργείο θα συνεργάζεται με πανεπιστήμια, ερευνητικά κέντρα και διεθνείς οργανισμούς, δημιουργώντας δίκτυα ανταλλαγής γνώσης και τεχνολογικής εμπειρίας. Παράλληλα, θα συντονίζει προγράμματα ψηφιακής κατάρτισης και ενίσχυσης τεχνολογικών δεξιοτήτων, εξοπλίζοντας νέους και επαγγελματίες για την αγορά εργασίας του μέλλοντος.

Μέσα από τις νέες δομές και υποδομές με το υπό σχεδιασμό νέο υπουργείο η Ελλάδα αποκτά ενιαία και αποδοτική θεσμική υποδομή για το σύνολο του τομέα της Καινοτομίας αλλά και το νέο πλαίσιο χρηματοδοτήσεων που θα συνδέει γνώση, ψηφιακή τεχνολογία, τεχνογνωσία και επιχειρηματικότητα, ανοίγοντας δρόμους για μια δυναμική, ανταγωνιστική και ψηφιακή Ελλάδα.

Η «πύλη» της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας

Από την στιγμή που η Ελλάδα εισέρχεται σε μια φάση αποφασιστικής τεχνολογικής μετάβασης, στην οποία η τεχνητή νοημοσύνη (ΤΝ) και η ψηφιακή διακυβέρνηση αποτελούν «κλειδιά» για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, της παραγωγικότητας και της κοινωνικής συνοχής της χώρας. Η ίδρυση ενός Υπουργείου Ψηφιακής Μετάβασης και Καινοτομίας δεν είναι απλώς επιθυμητή· είναι στρατηγικά επιβεβλημένη για να οργανώσει, να επιταχύνει και να αξιοποιήσει ολιστικά τις νέες τεχνολογικές δυνατότητες.

Οι στρατηγικές πρωτοβουλίες για την ψηφιακή μεταρρύθμιση της ελληνικής Δημόσιας Διοίκησης ήδη προχωρά με σημαντικά έργα, όπως η ψηφιοποίηση εκατομμυρίων δημόσιων αρχείων, η επέκταση υπερυψηλής ταχύτητας ευρυζωνικής πρόσβασης και η ενσωμάτωση προηγμένων εργαλείων ψηφιακής ταυτότητας σε εκατομμύρια πολίτες, χρηματοδοτούμενα μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας με έργα άνω των €3,3 δισ. συνολικά.

Συνεργασία και συνένωση παραγωγικών δυνάμεων

Ταυτόχρονα, η Ελλάδα έχει ήδη ενταχθεί σε ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες που την καθιστούν περιφερειακό κόμβο ΤΝ και Data Centers. Ηδη το έργο “Pharos (The Greek AI Factory),  που εγκρίθηκε ως ένα από τα πρώτα επτά Ευρωπαϊκά Κέντρα Τεχνητής Νοημοσύνης για την επιτάχυνση πρωτοποριακών λύσεων σε τομείς όπως υγεία, πολιτισμός και βιώσιμη ανάπτυξη, αξιοποιεί την μελλοντική υποδομή του υπερυπολογιστή «Δαίδαλος», αλλά και πρόσθετες δυνατότητες από τα υφιστάμενα και μελλοντικά Data Centers .

Επιπλέον, πρωτοβουλίες όπως το SynAI Network, που συνδέει κορυφαία ερευνητικά ιδρύματα όπως το AUEB, το ΕΚΕΦΕ «Δημόκριτος», το ΕΚΠΑ, το ΕΚΕΤΑ, το ΙΤΕ, το ΙΤΥ και άλλα σημαντικά Ερευνητικά Ιδρύματα ενισχύουν τη συνεργασία μεταξύ Έρευνας, Καινοτομίας και Επιχειρηματικής Ανάπτυξης στην ΤΝ, δημιουργώντας υποδομές για μεταφορά τεχνογνωσίας και διεθνείς συνέργειες.

Παράλληλα, το Υπουργείο Ανάπτυξης έχει ήδη δρομολογήσει ένα ειδικό καθεστώς ύψους €150 εκατ. για την ενίσχυση επιχειρήσεων που υιοθετούν Τεχνητή Νοημοσύνη και καινοτομία, εστιάζοντας στην επιτάχυνση της υιοθέτησης ΤΝ από μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Όμως οι προσπάθειες αυτές παραμένουν κατακερματισμένες σε διάφορους φορείς και υπουργεία, χωρίς ενιαίο στρατηγικό πλαίσιο. Ένα ενιαίο υπουργείο που θα συντονίζει την εθνική στρατηγική για την ΤΝ, την ψηφιακή διακυβέρνηση, την εκπαίδευση δεξιοτήτων και επανακατάρτισης, και την προώθηση επενδύσεων και διεθνών συνεργασιών. Θα λειτουργεί ως κόμβος και επίκεντρο  για τη σύνδεση της έρευνας με την αγορά, εξασφαλίζοντας ότι οι καινοτόμες ιδέες δεν παραμένουν στα εργαστήρια αλλά μετατρέπονται σε προϊόντα και υπηρεσίες με οικονομικό και κοινωνικό αντίκτυπο.

Σε μια εποχή όπου η ΤΝ δεν είναι απλώς τεχνολογική τάση αλλά οικονομικός και γεωστρατηγικός παράγοντας ανάπτυξης, θεωρείται απαραίτητο ένα «υπουργείο-στρατηγείο», που θα σχεδιάζει και θα υλοποιεί την ψηφιακή μετάβαση είναι κρίσιμο για να μη μείνει η χώρα πίσω, αλλά και να πρωταγωνιστήσει σε τομείς που η χώρα έχει στρατηγικά πλεονεκτήματα.

Απαιτείται μία διαφορετική εγχώρια αγορά ψηφιακών υπηρεσιών

Μεγάλη είναι η συζήτηση για το πως και κατά πόσο η σημερινή εγχώρια αγορά πληροφορικής θα μπορέσει να ανταποκριθεί. Σε ένα νέο περιβάλλον με τις συγκεκριμένες προδιαγραφές εκφράζονται αμφιβολίες τα σημερινά παραδοσιακά μοντέλα της ανάπτυξής τους θα αντέξουν.

Από την στιγμή που οι σημερινοί άξονες ανάπτυξής της ελληνικής αγοράς TΠΕ/ICT περιορίζονται στις υπηρεσίες υποστήριξης, βασικό λογισμικό και συμβατική ανάπτυξη εφαρμογών χωρίς στρατηγική επέκταση σε νέες τεχνολογικούς ορίζοντες, όπως υποστηρίζεται σε πολιτικούς χώρους, υπάρχουν αμφιβολίες για την ανταπόκρισή του σε δυναμικά  μοντέλα ανάπτυξης. Παρότι ο κλάδος παρουσιάζει σημαντικό και ανοδικό ρυθμό ανάπτυξης, με εκτιμήσεις που μιλούν για έσοδα άνω των €3,4 δισ. έως το 2029 και ανάπτυξη άνω του 15% ετησίως, υπάρχει κενό ανάμεσα στις δυνατότητες που ανοίγει η ΤΝ και τη σημερινή παραγωγική δομή της αγοράς.

Η Deloitte σε πρόσφατη μελέτη της εκτιμά ότι ο κλάδος Πληροφορικής και Τεχνολογιών Πληροφορίας (ΤΠΕ/ICT) μπορεί να φτάσει να αντιπροσωπεύει έως και 5,5% του ΑΕΠ μέχρι το 2029, αλλά αυτό προϋποθέτει στρατηγική στροφή στην καινοτομία, την εξωστρέφεια και την ενσωμάτωση λύσεων ΤΝ, κυβερνοασφάλειας και cloud.

Σήμερα, μεγάλο ποσοστό επιχειρήσεων δεν έχει ακόμη υιοθετήσει εξελιγμένα εργαλεία ΤΝ· μόλις ένα μικρό ποσοστό εκμεταλλεύεται πλήρως τις δυνατότητές τους, ενώ ο ψηφιακός μετασχηματισμός παραμένει σε αρχικό στάδιο σε πολλές περιπτώσεις. Αυτή η υστέρηση λειτουργεί ως φρένο για την παραγωγικότητα και την προσέλκυση επενδύσεων υψηλής τεχνολογίας.

Παράλληλα, η έλλειψη εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού αποτελεί σοβαρό περιοριστικό παράγοντα: οι ανάγκες σε ειδικούς πληροφορικής εκτιμάται ότι θα αυξηθούν κατακόρυφα τα επόμενα χρόνια, με δεκάδες χιλιάδες θέσεις να μένουν κενές αν δεν υπάρξουν στοχευμένες πολιτικές εκπαίδευσης και αναβάθμισης δεξιοτήτων.

Αυτή η πραγματικότητα καταδεικνύει ότι η αγορά πρέπει να ξεφύγει από το σημερινό μοντέλο χαμηλής προστιθέμενης αξίας και να στραφεί σε περιοχές υψηλής τεχνολογίας, όπως εξατομικευμένες λύσεις ΤΝ, αναλυτική δεδομένων, έξυπνες υποδομές cloud και διεθνείς εξαγωγές ψηφιακών προϊόντων. Αυτό απαιτεί όχι μόνο επιχειρηματική πρωτοβουλία, αλλά και κεντρικό στρατηγικό σχεδιασμό σε εθνικό επίπεδο, τον οποίο μόνο ένα υπουργείο με ολιστική αρμοδιότητα μπορεί να υλοποιήσει αποτελεσματικά.

Βέβαια εδώ βρίσκει εφαρμογή η παροιμία του αυγού και της κότας, καθώς από την στιγμή που όλα τα παραπάνω δεν έχουν δει το φως του ουσιαστικού και ρεαλιστικού σχεδιασμού και οι επιχειρήσεις είναι οργανισμοί που ζουν και δρουν σε υπαρκτές και πραγματικές συνθήκες, έχουμε πολύ δρόμο ακόμη στην «διελκυστίνδα της διαβούλευσης».

close menu