Διεθνή

Τραμπ – Σι: Η μάχη δεν είναι πλέον για τους δασμούς. Είναι για τον έλεγχο της τεχνολογίας

του Γιάννη Χαλαβαζή

Η συνάντηση του Ντόναλντ Τραμπ με τον Σι Τζινπίνγκ στην Ουάσινγκτον δεν είναι ακόμη ένας γύρος της αμερικανοκινεζικής εμπορικής αντιπαράθεσης. Πίσω από τους δασμούς και την προσπάθεια παράτασης της εμπορικής εκεχειρίας βρίσκεται η πραγματική σύγκρουση των δύο υπερδυνάμεων: ποιος θα ελέγχει τις τεχνολογίες, τα υλικά και τις υποδομές πάνω στις οποίες θα στηριχθεί η παγκόσμια οικονομία. Η ατζέντα περιλαμβάνει τεχνητή νοημοσύνη, ημιαγωγούς, σπάνιες γαίες, κρίσιμα ορυκτά και αλυσίδες εφοδιασμού. Δεν πρόκειται πλέον μόνο για το ύψος των δασμών ή την παράταση της εκεχειρίας που λήγει στις 10 Νοεμβρίου. Το κρίσιμο ερώτημα είναι ποιος θα μπορεί να επιβάλλει όρους όταν η τεχνολογία και οι πρώτες ύλες μετατρέπονται σε στρατηγικά όπλα.

Η Ουάσινγκτον χρησιμοποιεί τους περιορισμούς στις εξαγωγές προηγμένων τεχνολογιών ως εργαλείο πίεσης προς το Πεκίνο. Η Κίνα διαθέτει το δικό της ισχυρό χαρτί: τον έλεγχο σημαντικού τμήματος της παγκόσμιας αλυσίδας κρίσιμων ορυκτών και σπάνιων γαιών. Οι ημιαγωγοί αποτελούν τη βάση της υπολογιστικής ισχύος, ενώ η τεχνητή νοημοσύνη απαιτεί τεράστιες υποδομές, ενέργεια και προηγμένα chips. Τα data centers, τα ηλεκτρικά οχήματα, οι τηλεπικοινωνίες, η αεροδιαστημική και η άμυνα εξαρτώνται από ένα σύνθετο δίκτυο τεχνολογιών και πρώτων υλών.

Έτσι, το πεδίο αντιπαράθεσης μετακινείται από το τελωνείο στο εργοστάσιο, από το εργοστάσιο στο data center και από εκεί στην ίδια την αλυσίδα πρώτων υλών.

Από τους δασμούς στους ημιαγωγούς, στην Τεχνητή Νοημοσύνη και στις σπάνιες γαίες

Οι σπάνιες γαίες δεν αποτελούν απλώς εμπορεύματα. Είναι κρίσιμες για ηλεκτροκινητήρες, ηλεκτρονικά συστήματα, αμυντικές εφαρμογές και τεχνολογίες υψηλής ακρίβειας. Ο έλεγχος της παραγωγής και της επεξεργασίας τους δίνει στο Πεκίνο ένα εργαλείο πίεσης που μπορεί να επηρεάσει ολόκληρες παραγωγικές αλυσίδες. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για την Ευρώπη. Εάν Ουάσινγκτον και Πεκίνο καταλήξουν σε νέο πλαίσιο για σπάνιες γαίες, chips και τεχνολογία, η Ευρώπη θα πρέπει να λειτουργήσει μέσα σε κανόνες που δεν θα έχει η ίδια καθορίσει. Η ευρωπαϊκή εξάρτηση από κρίσιμες πρώτες ύλες συναντά έτσι την τεχνολογική της εξάρτηση και δημιουργεί ένα ενιαίο ζήτημα οικονομικής και βιομηχανικής ασφάλειας.

Η επόμενη φάση του ανταγωνισμού δεν θα κριθεί μόνο από το ποιος διαθέτει τα καλύτερα μοντέλα AI. Θα κριθεί από το ποιος διαθέτει chips, υπολογιστικά κέντρα, ενέργεια, δίκτυα και τις πρώτες ύλες που απαιτούνται για να λειτουργήσουν. Η αμερικανική ισχύς στη σχεδίαση προηγμένων chips και στα οικοσυστήματα AI συναντά την κινεζική βιομηχανική παραγωγή και τον έλεγχο κρίσιμων υλικών. Γι’ αυτό η τεχνητή νοημοσύνη έχει μετατραπεί σε αντικείμενο γεωπολιτικής διαπραγμάτευσης. Η τεχνολογία δεν είναι πλέον ένας ακόμη τομέας της εμπορικής πολιτικής. Είναι ο πυρήνας της.

Η Ευρώπη μπροστά σε νέο δίλημμα

Μια αμερικανοκινεζική αποκλιμάκωση μπορεί να περιορίσει τις πιέσεις στο παγκόσμιο εμπόριο. Μπορεί όμως ταυτόχρονα να δημιουργήσει νέες ισορροπίες στις οποίες η Ευρώπη θα κληθεί να διαχειριστεί τις συνέπειες χωρίς να έχει καθορίσει τους όρους. Το κόστος ενέργειας, η ανάγκη επενδύσεων σε ψηφιακές υποδομές και AI και η εξάρτηση από εισαγόμενες πρώτες ύλες δημιουργούν ήδη πιέσεις στην ευρωπαϊκή βιομηχανία. Η Ευρώπη, επομένως, δεν παρακολουθεί απλώς μια συνάντηση δύο ηγετών. Βρίσκεται μπροστά στο ενδεχόμενο διαμόρφωσης ενός νέου συστήματος τεχνολογικών και βιομηχανικών ισορροπιών. Το ερώτημα δεν είναι μόνο αν Τραμπ και Σι μπορούν να συμφωνήσουν σε μια προσωρινή αποκλιμάκωση. Είναι αν μπορούν να δημιουργήσουν ένα πλαίσιο ελεγχόμενου ανταγωνισμού, χωρίς να διαλύσουν τις παγκόσμιες αλυσίδες παραγωγής. Ένας εμπορικός πόλεμος μετριέται σε δασμούς. Γι’ αυτό η συνάντηση Τραμπ–Σι αφορά πολύ περισσότερα από τις εμπορικές σχέσεις ΗΠΑ και Κίνας. Αφορά την αρχιτεκτονική της παγκόσμιας οικονομίας στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης.

Και η Ελλάδα δεν μπορεί να κοιτάζει αλλού

Η Ελλάδα είναι ένας μικρός παράγοντας σε αυτή την παγκόσμια αναμέτρηση και δεν μπορεί να επηρεάσει τις αποφάσεις των δύο υπερδυνάμεων. Μπορεί όμως να επηρεαστεί άμεσα από αυτές. Οι αλλαγές σε chips, τεχνητή νοημοσύνη, data centers, ενέργεια, κρίσιμα ορυκτά και εφοδιαστικές αλυσίδες θα περάσουν στην ευρωπαϊκή οικονομία και από εκεί στην Ελλάδα. Το ζήτημα για την Αθήνα δεν είναι να αποκτήσει έναν ρόλο που δεν διαθέτει, αλλά να αντιληφθεί εγκαίρως πού μετακινείται το κέντρο βάρους της παγκόσμιας οικονομίας. Αυτό απαιτεί πολιτικές επιλογές σε ενέργεια, ψηφιακές υποδομές, υπολογιστική ισχύ, AI, κυβερνοασφάλεια, βιομηχανία και παραγωγικές επενδύσεις. Δεν πρόκειται πλέον για ξεχωριστούς φακέλους, αλλά για στοιχεία της ίδιας στρατηγικής οικονομικής και τεχνολογικής ανθεκτικότητας.

Η Ελλάδα δεν θα καθορίσει τους νέους κανόνες του παγκόσμιου ανταγωνισμού. Θα κληθεί όμως να λειτουργήσει μέσα σε αυτούς.

Η πραγματική πολιτική δοκιμασία είναι αν η Αθήνα θα προετοιμαστεί πριν παγιωθούν οι νέες ισορροπίες ή αν θα αναγκαστεί, για ακόμη μία φορά, να προσαρμοστεί εκ των υστέρων σε αποφάσεις που πήραν άλλοι.

close menu