Η ανακοίνωση της αποχώρησης της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης (EBRD) από την Ελλάδα και η πώληση των συμμετοχών της προκαλεί εύλογες απορίες, και όχι μόνο, στον οικονομικό χώρο. Το ερώτημα που τίθεται είναι καθαρό και κρίσιμο: Ήταν οι επενδύσεις στην Ελλάδα πραγματικά για την οικονομική ανασυγκρότηση και βιώσιμη ανάπτυξη ή περισσότερο για την εξασφάλιση ρευστής απόδοσης και εύκολης ρευστοποίησης των περιουσιακών της στοιχείων;
Η «ανάπτυξη» ως πρόσχημα;
Στην ιδρυτική της αποστολή, η EBRD έχει ως κύριο στόχο τη χρηματοδότηση επενδύσεων που συμβάλλουν στη μετάβαση σε ανταγωνιστικές, βιώσιμες αγορές και στη δημιουργία πραγματικής ανάπτυξης. Ωστόσο, στη βάση των επιλογών της σε χώρες όπως η Ελλάδα, το πεδίο της εφαρμογής αυτής της αποστολής ήταν — και είναι — υπό αμφισβήτηση. Το επενδυτικό της αποτύπωμα στην Ελλάδα, παρά την παρουσία κεφαλαίων, δεν απέδωσε αναπτυξιακά αποτελέσματα που να ξεχωρίζουν από τη γενικότερη πορεία της οικονομίας μετά την κρίση.
Αντί για στοχευμένες επενδύσεις σε παραγωγικό ιστό, υποδομές και καινοτομία, μεγάλο μέρος των επενδεδυμένων κεφαλαίων φάνηκε να επικεντρώνεται σε χρηματοπιστωτικά εργαλεία και συμμετοχές που μπορούσαν εύκολα να ρευστοποιηθούν όταν οι όροι της αγοράς το επέτρεπαν. Η έλευση, η σταθεροποίηση και η έξοδος σε κέρδος υπήρξαν συχνά περισσότερο εμφανείς από την ενίσχυση της πραγματικής παραγωγής.
Αποχώρηση λόγω ρευστότητας
Η απόφαση της EBRD να αποχωρήσει και να πουλήσει τις ελληνικές της συμμετοχές δείχνει καθαρά μια στροφή στη ρευστοποίηση του χαρτοφυλακίου της με ικανοποιητικές αποδόσεις, παρά στην παραμονή και την περαιτέρω συμμετοχή στην ελληνική οικονομία σε βάθος χρόνου. Μπορεί κανείς να κατανοήσει τις λογικές ενός επενδυτικού οργανισμού που θέλει να υπερασπιστεί τα οικονομικά του αποτελέσματα, όμως αυτό εγείρει ένα θεμελιώδες ζήτημα αξιοπιστίας: Τι από όλα αυτά που έκανε στην Ελλάδα είχε πραγματικά αναπτυξιακό αποτύπωμα;
Αν η στρατηγική της EBRD ήταν πρωτίστως να εισέλθει, να αποκομίσει κέρδη και να αποχωρήσει όταν οι συνθήκες ήταν ευνοϊκές, τότε πώς διαφέρει ουσιαστικά από έναν καθαρά ιδιωτικό επενδυτή; Ποια ήταν η αξία που πρόσφερε στην πραγματική οικονομία, πέρα από τη βελτίωση των δεικτών των συμμετοχών της;
«Δεί δή» στρατηγικών εταίρων στην Ανάπτυξη
Η Ελλάδα, μετά από μια δεκαετή οικονομική κρίση, βαθιές διαρθρωτικές προκλήσεις και ανάγκη για επενδύσεις σε υποδομές, τεχνολογική ανάπτυξη και εξωστρέφεια, χρειάζεται στρατηγικούς εταίρους που ενσωματώνουν την ανάπτυξη στο DNA των επενδύσεών τους. Μια αποχώρηση που μοιάζει να επικεντρώνεται στην εξασφάλιση κερδών από τη διαχείριση περιουσιακών στοιχείων, χωρίς να αφήνει ισχυρό αναπτυξιακό αποτύπωμα, αφήνει ένα κενό — όχι μόνο οικονομικό, αλλά και συμβολικό.
Πολλά πρέπει να αλλάξουν Η Ελλάδα πρέπει να αναζητήσει επενδυτές και χρηματοδοτικά εργαλεία που έχουν πραγματική δέσμευση στην παραγωγή αποτελεσμάτων για την κοινωνία και την οικονομία, όχι απλώς στην επίτευξη απόδοσης κεφαλαίου προς ρευστοποίηση. Αυτό σημαίνει:
- Στρατηγικές επενδύσεις σε νέες τεχνολογίες και υποδομές.
- Δεσμεύσεις με μετρήσιμους στόχους ανάπτυξης και κοινωνικού αντίκτυπου.
- Περισσότερη διαφάνεια και αξιολόγηση των αποτελεσμάτων από χρηματοδοτήσεις.
Η αποχώρηση της EBRD από την Ελλάδα, και ιδιαίτερα η χρήση της ρευστοποίησης των συμμετοχών ως κύριου στόχου, αναδεικνύει μια αδυναμία του μοντέλου επενδύσεων που επικαλείται την ανάπτυξη χωρίς να την επιτυγχάνει ουσιαστικά. Αν θέλουμε η οικονομική «ανάκαμψη» να γίνει πραγματική «ανάπτυξη», πρέπει να διεκδικήσουμε και να σχεδιάσουμε επενδύσεις που ενσωματώνουν αυτόν τον στόχο ως κύριο και όχι ως πρόσχημα πίσω από κερδοσκοπικές λογικές. Φαίνεται πως η Τράπεζα ακολούθησε την παροιμιώδης φράση «δεί δή χρημάτων», που ειπώθηκε πρώτη φορά από τον αρχαίο Αθηναίο ρήτορα Δημοσθένη σε έναν από τους περίφημους «Φιλιππικούς» του

