Της Σοφίας Μυττά
Στις τελευταίες θέσεις της Ευρώπης κατατάσσεται η Ελλάδα στον τομέα των ανοιχτών δεδομένων, σύμφωνα με την ετήσια αξιολόγηση Open Data Maturity 2025, η οποία αποτυπώνει το επίπεδο ωριμότητας των χωρών στη διάθεση και επαναχρησιμοποίηση δημόσιων δεδομένων. Η χώρα μας συγκαταλέγεται στην κατηγορία των «Beginners», μαζί με κράτη που εμφανίζουν σημαντική υστέρηση σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, γεγονός που αναδεικνύει ένα διαρκές και δομικό πρόβλημα στη διαχείριση και αξιοποίηση της δημόσιας πληροφορίας.
Η αξιολόγηση εξετάζει συνολικά 36 χώρες – τα 27 κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τρεις χώρες της Ευρωπαϊκής Ζώνης Ελεύθερων Συναλλαγών και έξι υποψήφιες προς ένταξη χώρες. Ο μέσος όρος επίδοσης των συμμετεχουσών χωρών φτάνει το 81,1%, καταγράφοντας σημαντική πρόοδο σε σχέση με προηγούμενα έτη. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον γενικής βελτίωσης, η χαμηλή θέση της Ελλάδας αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα.
Η μεθοδολογία της αξιολόγησης βασίζεται σε τέσσερις βασικές διαστάσεις: την πολιτική, την εθνική πύλη δεδομένων, την ποιότητα και τον αντίκτυπο των ανοιχτών δεδομένων. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η διάσταση της πολιτικής παραμένει η ισχυρότερη, καθώς πολλές χώρες ενισχύουν τα θεσμικά τους πλαίσια, επικαιροποιούν τις εθνικές στρατηγικές και υιοθετούν μακροπρόθεσμα μοντέλα διακυβέρνησης για τα ανοιχτά δεδομένα. Η ύπαρξη σαφούς στρατηγικής και σταθερών κανόνων αποδεικνύεται καθοριστικός παράγοντας για τη βιώσιμη ανάπτυξη του οικοσυστήματος.
Ιδιαίτερα θετική είναι και η εικόνα των εθνικών πυλών δεδομένων στην Ευρώπη. Μετά από μια μικρή επιβράδυνση την προηγούμενη χρονιά, οι πύλες επανέρχονται δυναμικά, ενσωματώνοντας νέες λειτουργίες που διευκολύνουν τον εντοπισμό και την πρόσβαση στα δεδομένα, βελτιώνουν την υποστήριξη προς τους φορείς που δημοσιεύουν πληροφορίες και ενισχύουν τη μακροχρόνια βιωσιμότητά τους.
Σημαντική πρόοδος καταγράφεται και στην ποιότητα των δεδομένων, κυρίως μέσω της ευρύτερης υιοθέτησης κοινών ευρωπαϊκών προτύπων, όπως το DCAT-AP, της βελτίωσης των μεταδεδομένων και της δημοσίευσης πληρέστερων χρονοσειρών. Η εξέλιξη αυτή ενισχύει την αξιοπιστία των δεδομένων και διευκολύνει την επαναχρησιμοποίησή τους από πολίτες, επιχειρήσεις και ερευνητές.
Παράλληλα, όλο και περισσότερες χώρες επενδύουν στη μέτρηση του αντίκτυπου των ανοιχτών δεδομένων. Αναπτύσσονται μεθοδολογίες που αποτυπώνουν τα κοινωνικά, οικονομικά και περιβαλλοντικά οφέλη, ενώ παρουσιάζονται και συγκεκριμένα παραδείγματα αξιοποίησης: από τη χρήση δεδομένων υγείας για τη βελτίωση διαδικασιών πιστοποίησης νοσοκομείων, έως την αξιοποίηση γεωχωρικών και περιβαλλοντικών δεδομένων για τον έξυπνο αστικό σχεδιασμό και τη βιώσιμη γεωργία.
Στην κορυφή της κατάταξης βρίσκονται οι χώρες που χαρακτηρίζονται ως «Trendsetters», δηλαδή εκείνες που θέτουν τα πρότυπα και λειτουργούν ως παραδείγματα βέλτιστων πρακτικών. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται χώρες όπως η Γαλλία, η Πολωνία, η Εσθονία και η Ουκρανία, αποδεικνύοντας ότι η συστηματική επένδυση στα ανοιχτά δεδομένα μπορεί να αποδώσει απτά αποτελέσματα.
Η θέση της Ελλάδας στο τέλος της κατάταξης αναδεικνύει την ανάγκη για πιο συνεκτική στρατηγική, ενίσχυση της ποιότητας και ουσιαστική αξιοποίηση των δεδομένων που ήδη παράγονται από το Δημόσιο. Σε μια περίοδο όπου τα ανοιχτά δεδομένα αποτελούν βασικό εργαλείο για την καινοτομία, τη διαφάνεια και τον ψηφιακό μετασχηματισμό, η υστέρηση αυτή δεν είναι απλώς τεχνολογικό ζήτημα, αλλά ζήτημα αναπτυξιακής πολιτικής.
