Οι Έλληνες εργαζόμενοι καταγράφουν τη χαμηλότερη άμεση δυσαρέσκεια όσον αφορά τους μισθούς μεταξύ των πέντε χωρών που συμμετείχαν στην έρευνα του δικτύου wherewework, αλλά ταυτόχρονα παρουσιάζουν το χαμηλότερο επίπεδο ικανοποίησης και τη μεγαλύτερη «ουδέτερη ζώνη» στην ευρύτερη περιοχή. Αυτός ο συνδυασμός σκιαγραφεί μια συγκεκριμένη εικόνα, με τη δυσαρέσκεια στην Ελλάδα να έχει ωριμάσει και να έχει μετατραπεί σε παραίτηση.
Με βάση τις απαντήσεις 1.788 Ελλήνων εργαζομένων (που συλλέχθηκαν μεταξύ 30 Μαρτίου και 30 Απριλίου 2026), η έρευνα αποκαλύπτει ένα εργατικό δυναμικό που εξακολουθεί να φέρει τις επιπτώσεις της κρίσης του 2010, το οποίο είναι αντιμέτωπο με τη διαρκή υποχώρηση της αγοραστικής δύναμης και την αυξανόμενη τάση δυσαρέσκειας. Η έρευνα διεξήχθη ηλεκτρονικά μέσω του wherewework.gr, καλύπτοντας όλους τους κλάδους και τις ηλικιακές ομάδες, με το 50,3% των συμμετεχόντων να είναι στελέχη ανώτερου επιπέδου και με τις ηλικιακές ομάδες 35 – 44 (34,5%) και 45 – 54 (28,6%) να κυριαρχούν.
Το χαμηλότερο ποσοστό ικανοποίησης και η κυριαρχία των «ουδέτερων»
Το 46,7% των Ελλήνων δήλωσε δυσαρεστημένο από τον τρέχοντα μισθό του (18,6% πολύ δυσαρεστημένοι, 28,1% μάλλον δυσαρεστημένοι). Αν και αυτό είναι το χαμηλότερο ποσοστό δυσαρέσκειας στην έρευνα, μόνο το 14,3% των Ελλήνων δηλώνει ικανοποιημένο, το χαμηλότερο ποσοστό μεταξύ των πέντε χωρών. Παράλληλα, το 39,1% βρίσκεται στην «ουδέτερη ζώνη», το μεγαλύτερο ποσοστό που καταγράφηκε σε ολόκληρη την έρευνα.
Το κοινό περί δικαίου αίσθημα επιβεβαιώνει την τάση, καθώς το 53,9% νιώθει ότι δεν αμείβεται δίκαια (24,7% καθόλου, 29,3% σε μικρό βαθμό) και το 45,7% πιστεύει ότι ο μισθός του είναι κάτω από τα επίπεδα της αγοράς. Μόνο το 11,4% αισθάνεται ότι αμείβεται δίκαια σε μεγάλο βαθμό, η δεύτερη χαμηλότερη επίδοση μετά τη Βουλγαρία.
Το 60% αναφέρει πτώση στην αγοραστική δύναμη, με το μισθολογικό αποτύπωμα του 2010 να είναι ακόμα ορατό
Το 60,3% των Ελλήνων ερωτηθέντων αναφέρει εξασθένηση της αγοραστικής δύναμης σε σύγκριση με 12 μήνες πριν, με το 30,6% να περιγράφει την πτώση ως «πολύ μεγαλύτερη». Στην πράξη, το 49,7% δηλώνει ότι ο μισθός του καλύπτει μόνο τα βασικά έξοδα ή δεν τα καλύπτει καθόλου (14,0% στη δεύτερη περίπτωση) ενώ το 37,7% καταφέρνει ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης με προσεκτική διαχείριση. Μόνο το 1,8% αναφέρει υψηλή οικονομική άνεση και πρόκειται για το χαμηλότερο ποσοστό στην έρευνα.
Η ψαλίδα μεταξύ κόστους ζωής και μισθών είναι το μεγαλύτερο «αγκάθι» (45,7%), ακολουθούμενη από τη σημαντική αύξηση των καθημερινών εξόδων (25,1%). Στα σχόλια που συνοδεύουν τις απαντήσεις γίνεται συχνή αναφορά σε επίπεδα μισθών «παγωμένα για 12 χρόνια» ή «στα επίπεδα του 2010», μια υπενθύμιση ότι η χαμένη δεκαετία της Ελλάδας δεν έληξε οριστικά όταν η οικονομία ανέκαμψε τυπικά. Πολλοί κλάδοι δεν έχουν δει πραγματική αύξηση μισθών από την κρίση και έπειτα.
Η εισοδηματική κατανομή παρουσιάζει τη μεγαλύτερη συσσώρευση στην έρευνα. Tο 38,3% των Ελλήνων ερωτηθέντων κερδίζει μεταξύ 1.000 και 1.500 ευρώ μηνιαίως, η υψηλότερη συγκέντρωση σε ένα μόνο μισθολογικό κλιμάκιο οπουδήποτε στην περιοχή. Σε συνδυασμό με το 30,3% που κερδίζει μεταξύ 500 και 1.000 ευρώ, κάτι περισσότερο από τα δύο τρίτα των Ελλήνων ερωτηθέντων κερδίζουν κάτω από 1.500 ευρώ. Τα στοιχεία κινούνται στο ίδιο μήκος κύματος, καθώς το 37,2% χρειάζεται μια αύξηση 11 – 20% για να νιώσει ότι αμείβεται δίκαια ενώ το 20,4% χρειάζεται αύξηση 21 – 30%.
Το χαμηλότερο ποσοστό ανησυχίας για την AI στην περιοχή, αλλά η αιτία έχει σημασία
Η Ελλάδα καταγράφει στην έρευνα το χαμηλότερο αίσθημα απειλής απέναντι στην AI, μόνο το 11% των ερωτηθέντων φοβάται ότι η ΑΙ θα καταστήσει τη θέση του πιο ευάλωτη. Αυτό όμως δεν είναι καθησυχαστικό, είναι αποτέλεσμα ιεράρχησης αναγκών. Όταν η οικονομική ανησυχία είναι συνεχής και άμεση, η AI φαντάζει ως ένα μακρινό πρόβλημα.
Η κυρίαρχη αντίληψη των Ελλήνων για την AI είναι η αβεβαιότητα και όχι η αισιοδοξία. Tο 28,6% βλέπει την AI ως βοηθό παραγωγικότητας, το 27,6% αναμένει ότι θα αλλάξει ή θα μειώσει κάποιες από τις δραστηριότητές του, το 21,6% δεν αναμένει σχετική επίδραση και το 11% δεν γνωρίζει ακόμα. Οι Έλληνες εργαζόμενοι δεν φοβούνται την αυτοματοποίηση διότι είναι πολύ απασχολημένοι με τους λογαριασμούς του επόμενου μήνα.
Το 64% εξετάζει το ενδεχόμενο αλλαγής εργασίας
Το 26,5% των Ελλήνων ερωτηθέντων αναζητά ενεργά νέα εργασία, ενώ το 37,9% θα μετακινούνταν αν προέκυπτε μια δελεαστική πρόταση. Συνολικά, το 64,3% είναι ανοιχτό σε αλλαγή εντός εξαμήνου, ενώ μόνο το 16,4% δηλώνει δεσμευμένο να παραμείνει, πρόκειται για το χαμηλότερο ποσοστό στην έρευνα. Οι υψηλότερες αποδοχές αποτελούν τον κυρίαρχο λόγο αλλαγής (58,1%), ακολουθούμενος από τις καλύτερες προοπτικές ανέλιξης (11%), το καλύτερο εργασιακό περιβάλλον (7,8%) και τη σταθερότητα (9,2%). Τα μπόνους απόδοσης προηγούνται στις επιθυμητές παροχές, ενώ όπως σημειώνουν οι εργαζόμενοι στις παρατηρήσεις τους, ο σταθερός μισθός είναι συχνά αποσυνδεδεμένος από την εργασία τους.
Η ανησυχία για απόλυση βρίσκεται σε χαμηλά επίπεδα, αλλά η εργασιακή ασφάλεια παραμένει ζητούμενο
Ο φόβος απόλυσης παραμένει σε ελεγχόμενα επίπεδα, με το 17,2% των Ελλήνων ερωτηθέντων να εκφράζει σημαντική ανησυχία (11,4% πολύ, 5,8% εξαιρετικά ανήσυχοι), ενώ το 24,3% δεν ανησυχεί καθόλου. Ωστόσο, το 30,1% νιώθει ανασφάλεια για τη θέση του στους επόμενους 12 μήνες (13,6% καθόλου σίγουροι, 16,4% κάπως ανασφαλείς). Το σκεπτικό «απέχω μόλις έξι μήνες από τη φτώχεια αν χάσω αυτή τη δουλειά», το οποίο εμφανίζεται στα σχόλια των συμμετεχόντων, αποτυπώνει την αβεβαιότητα στον τομέα της απασχόλησης.
Αυτή ακριβώς την αίσθηση στασιμότητας έρχεται να επιβεβαιώσει και ο Costin Tudor, CEO του wherewework Group, σημειώνοντας:
«Τα δεδομένα της Ελλάδας δείχνουν μια συνειδητή παραίτηση. Η μεγάλη «ουδέτερη ζώνη» (39%) δεν δείχνει ικανοποίηση, αλλά στασιμότητα. Οι συγκεκριμένοι εργαζόμενοι δεν έχουν φύγει ακόμα, αλλά δεν πρόκειται να στηρίξουν την εταιρεία στα δύσκολα. Η ενεργοποίηση αυτής της ομάδας είναι η σημαντικότερη πρόκληση για τους εργοδότες.»

