Αθήνα, Σπάρτη, Θουκυδίδης, τεχνολογία και ο Θεσσαλονικιός Άλμπερτ Μπουρλά στο τραπέζι – Τι κρύβεται πίσω από τη βραδιά στον Λευκό Οίκο
Δεν ήταν ένα ακόμη επίσημο δείπνο στον Λευκό Οίκο. Η εικόνα Τραμπ και Σι Τζινπίνγκ να ανταλλάσσουν φιλοφρονήσεις ήταν απλώς η βιτρίνα. Το πραγματικό παρασκήνιο βρισκόταν γύρω από το τραπέζι. Εκεί βρέθηκαν άνθρωποι που βρίσκονται στην κορυφή της αμερικανικής επιχειρηματικής ισχύος: Έλον Μασκ, Τζένσεν Χουάνγκ της Nvidia, Σαμ Άλτμαν της OpenAI, Τιμ Κουκ της Apple, Σούνταρ Πιτσάι της Google, Σάτια Ναντέλα της Microsoft, Τζεφ Μπέζος, Μαρκ Ζούκερμπεργκ, Μάικλ Ντελ, Λάρι Φινκ, Τζέιμι Ντάιμον και πολλοί ακόμη. Και ανάμεσά τους ένας άνθρωπος που ενδιαφέρει άμεσα και την Ελλάδα: ο Άλμπερτ Μπουρλά, ο Θεσσαλονικιός πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της Pfizer. Ο Μπουρλά δεν ήταν εκεί ως εκπρόσωπος της Ελλάδας. Ήταν εκεί ως επικεφαλής ενός παγκόσμιου φαρμακευτικού κολοσσού. Αλλά η παρουσία του αποτελεί ένα ελληνικό αποτύπωμα σε ένα από τα πιο κλειστά τραπέζια της παγκόσμιας ισχύος.
Ο Τραμπ έφερε την Αθήνα και τη Σπάρτη στο τραπέζι
Και εδώ αρχίζει το ελληνικό ενδιαφέρον.
Ο Τραμπ, μιλώντας στον Σι, δεν περιορίστηκε στα αμερικανικά και κινεζικά συμφέροντα. Έκανε αναφορά στην αρχαία Αθήνα και τη δημοκρατία της, αλλά και στους «θριάμβους της Σπάρτης», εντάσσοντάς τες στη δυτική ιστορική παράδοση που, όπως είπε, κληρονομούν οι Αμερικανοί μαζί με την Ιερουσαλήμ, τη Ρώμη και τη Φιλαδέλφεια. Με λίγα λόγια, η Ελλάδα μπήκε στην ομιλία του Αμερικανού προέδρου την ώρα που στο ίδιο δωμάτιο βρισκόταν ένας Έλληνας CEO παγκόσμιου βεληνεκούς. Και σαν να μην έφτανε η Αθήνα και η Σπάρτη, ο Σι έφερε στο τραπέζι τον Θουκυδίδη. Η περίφημη «Παγίδα του Θουκυδίδη» χρησιμοποιείται για να περιγράψει τον κίνδυνο σύγκρουσης όταν μια ανερχόμενη δύναμη αμφισβητεί μια ήδη κυρίαρχη. Μόνο που σήμερα η αντιπαράθεση ΗΠΑ – Κίνας δεν περνά μόνο από στρατούς και στόλους. Περνά από τα chips, την τεχνητή νοημοσύνη, τα data centers, την ενέργεια, το cloud, τις κρίσιμες πρώτες ύλες και την υπολογιστική ισχύ. Και αυτό εξηγεί τη σύνθεση του τραπεζιού. Ο Τραμπ δεν ήθελε απέναντι στον Σι μόνο τους υπουργούς του. Ήθελε εκείνους που μπορούν να επηρεάσουν την επόμενη τεχνολογική και οικονομική εποχή.
Η πολιτική σκηνοθεσία ήταν προσεκτική.
Από τη μία ο Τραμπ, από την άλλη ο Σι και ανάμεσά τους η αμερικανική επιχειρηματική ισχύς. Τεχνολογία, ημιαγωγοί, φάρμακα, αεροπορία, ενέργεια, αυτοκινητοβιομηχανία, χρηματοπιστωτικό σύστημα. Όχι τυχαία. Γιατί η μεγάλη αμερικανοκινεζική αντιπαράθεση έχει πλέον μετακινηθεί από το καθαρά εμπορικό πεδίο στο πεδίο της τεχνολογικής κυριαρχίας. Και η τεχνητή νοημοσύνη βρίσκεται ακριβώς στο κέντρο αυτής της αναμέτρησης.
Και η Ελλάδα; Έχει το δικό της αποτύπωμα
Εδώ βρίσκεται το πιο ενδιαφέρον ελληνικό σημείο.
Ο Άλμπερτ Μπουρλά, ο Θεσσαλονικιός που βρίσκεται στην κορυφή της Pfizer, ήταν ανάμεσα στους προσκεκλημένους του Τραμπ για το δείπνο προς τιμήν του Σι. Η επίσημη λίστα των προσκεκλημένων τον καταγράφει ως CEO της Pfizer. Και υπάρχει και κάτι ακόμη. Την ίδια ώρα που στον Λευκό Οίκο ο Τραμπ μιλούσε για την Αθήνα και τη Σπάρτη και ο Σι για τον Θουκυδίδη, η Ελλάδα επιχειρούσε να τοποθετηθεί στον νέο χάρτη της τεχνολογίας, της τεχνητής νοημοσύνης, των υποδομών και των επενδύσεων.
Δεν είναι τυχαίο ότι ο ίδιος ο Μητσοτάκης, λίγες ημέρες νωρίτερα στο Σαν Φρανσίσκο, αναφερόταν δημόσια στον Μπουρλά και στην απόφαση της Pfizer να δημιουργήσει στη Θεσσαλονίκη μεγάλο κέντρο AI και προηγμένων αναλύσεων.
Έτσι, το ελληνικό νήμα της ιστορίας γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρον.
Αθήνα και Σπάρτη στον λόγο του Τραμπ. Θουκυδίδης στον λόγο του Σι. Ένας Θεσσαλονικιός στο τραπέζι των ισχυρών. Και η Ελλάδα να προσπαθεί να βρει τη θέση της στη νέα τεχνολογική γεωπολιτική. Γιατί οι δύο μεγάλες δυνάμεις συζητούν πλέον για τεχνολογία, chips, ενέργεια, υποδομές και υπολογιστική ισχύ. Και αυτά είναι ακριβώς τα πεδία στα οποία θα κριθεί μεγάλο μέρος της επόμενης οικονομικής εποχής. Στο δείπνο του Τραμπ με τον Σι, η Ελλάδα μπήκε στην αίθουσα με την ιστορία της και με έναν δικό της άνθρωπο στο τραπέζι. Το ζητούμενο τώρα είναι αν θα καταφέρει να αποκτήσει και πραγματικό ρόλο στο νέο παιχνίδι.
Αυτό ήταν και το πρώτο μεγάλο παρασκήνιο της βραδιάς.
Ο Τραμπ δεν έβαλε απλώς στο ίδιο δωμάτιο με τον Σι τους πλουσιότερους επιχειρηματίες της Αμερικής. Έβαλε δίπλα του τους ανθρώπους που βρίσκονται στην κορυφή των κλάδων στους οποίους στηρίζεται η αμερικανική τεχνολογική ισχύς.
Η παρουσία των Χουάνγκ και Σου είχε ιδιαίτερο βάρος. Η Nvidia και η AMD βρίσκονται στον πυρήνα της παγκόσμιας αγοράς προηγμένων επεξεργαστών, την ώρα που η Ουάσιγκτον έχει επιβάλει περιορισμούς στην πρόσβαση της Κίνας σε συγκεκριμένες τεχνολογίες υψηλών επιδόσεων.
Και εδώ βρίσκεται ένα από τα παράδοξα της αμερικανοκινεζικής σχέσης.
Οι αμερικανικές εταιρείες πιέζουν για πρόσβαση στις αγορές και στις παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού. Η αμερικανική κυβέρνηση, την ίδια ώρα, περιορίζει την πρόσβαση της Κίνας σε κρίσιμες τεχνολογίες. Η Apple έχει τεράστιο παραγωγικό και εμπορικό αποτύπωμα στην Κίνα. Η Tesla του Μασκ έχει ισχυρή παρουσία στην κινεζική αγορά. Οι εταιρείες AI χρειάζονται τεράστια υπολογιστική ισχύ και σταθερές αλυσίδες εφοδιασμού.
Επομένως, πίσω από τις διαπραγματεύσεις Τραμπ – Σι υπάρχει και μια πολύ συγκεκριμένη επιχειρηματική πίεση: οι αμερικανικοί τεχνολογικοί κολοσσοί δεν θέλουν έναν κόσμο στον οποίο η αντιπαράθεση των δύο χωρών θα κλείσει τις αγορές και θα διαλύσει τις αλυσίδες παραγωγής. Από την άλλη πλευρά, το Πεκίνο γνωρίζει ότι τα προηγμένα chips και η αμερικανική τεχνογνωσία αποτελούν κρίσιμο κομμάτι της παγκόσμιας τεχνολογικής αλυσίδας.
Μέσα σε όλο αυτό το βαρύ σκηνικό υπήρχε και ένα πολύ πιο προσωπικό στοιχείο.
Η 15χρονη Αραμπέλα Κούσνερ, κόρη της Ιβάνκα Τραμπ και του Τζάρεντ Κούσνερ, βρέθηκε στην πρώτη σειρά, κοντά στον Μάρκο Ρούμπιο και τον Πιτ Χέγκσεθ. Η Αραμπέλα μιλά μανδαρινικά από μικρή ηλικία και είχε γίνει γνωστή στον Σι ήδη από την πρώτη προεδρική θητεία του Τραμπ. Ο Αμερικανός πρόεδρος είχε δείξει τότε στον Κινέζο ηγέτη βίντεο με την εγγονή του να τραγουδά και να απαγγέλλει κινεζική ποίηση. Η παρουσία της τώρα ήταν ένας εμφανής προσωπικός συμβολισμός σε μια σχέση που κατά τα άλλα έχει ελάχιστα περιθώρια για συναισθηματισμούς.
Και στο τέλος, το μενού είχε τη δική του γλώσσα
Και επειδή στον Λευκό Οίκο ακόμη και το δείπνο έχει τη σημειολογία του, το μενού δεν ήταν μια τυχαία επιλογή.
Το καλωσόρισμα έγινε με Schramsberg Blanc de Noir, το αφρώδες κρασί που είχε συνδεθεί με το ιστορικό δείπνο Νίξον – Τσου Ενλάι το 1972. Μια μικρή υπενθύμιση ότι η προηγούμενη μεγάλη αμερικανοκινεζική προσέγγιση είχε επίσης περάσει από ένα τραπέζι. Ακολούθησε βελουτέ κίτρινης κολοκύθας με άγρια μανιτάρια και τραγανή πανσέτα, ένα πιάτο που παρέπεμπε περισσότερο στην αμερικανική γαστρονομική παράδοση. Το κυρίως πιάτο ήταν λαβράκι με κρούστα σουσαμιού, baby bok choy, ψητή μελιτζάνα και πράσινη σάλτσα μυρωδικών. Εδώ η σημειολογία γίνεται πιο εμφανής: αμερικανική κουζίνα με κινεζικές αναφορές, χωρίς να μετατρέπεται το δείπνο σε κινεζικό τραπέζι. Και στο τέλος, βανίλια με βύσσινο, frangipane και παγωτό με μέλι από τον ίδιο τον Λευκό Οίκο. Ακόμη και το επιδόρπιο είχε το μήνυμά του: το μέλι του Λευκού Οίκου, ένα προϊόν του ίδιου του χώρου της αμερικανικής προεδρίας, ως τελευταίο «γλυκό» ίχνος μιας βραδιάς που είχε στόχο να δείξει ότι οι δύο πλευρές μπορούν να συνυπάρξουν στο ίδιο τραπέζι.
Και κάπως έτσι, από τον Θουκυδίδη και τη Σπάρτη μέχρι τα chips και το λαβράκι με σουσάμι, το δείπνο Τραμπ – Σι είχε τελικά όλα τα συστατικά μιας γεωπολιτικής φωτογραφίας.
Ιστορία, ισχύς, τεχνολογία και λίγο μέλι από τον Λευκό Οίκο.
Γιατί στην Ουάσιγκτον ακόμη και το μενού μπορεί να είναι μήνυμα.
ΕΔΩ ΤΟ ΡΕΠΟΡΤΑΖ ΤΟΥ iefimerida ΣΕ ΚΛΙΜΑ ΓΥΝΑΙΚΕΙΑΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣ ΚΑΙ ΜΟΔΑΣ

