Μια φράση που δεν περίμενα να ακούσω από έναν πρώην πρωθυπουργό. Και ακόμη περισσότερο από τον πρώτο πρωθυπουργό της Αριστεράς, έναν πολιτικό που έχει κυβερνήσει τη χώρα και γνωρίζει ότι η εξουσία σε μια κοινοβουλευτική Δημοκρατία κατακτάται, ασκείται και παραδίδεται μέσα από δημοκρατικές διαδικασίες. Ο Αλέξης Τσίπρας έχει κάθε δικαίωμα να επιστρέψει στην πολιτική, να διεκδικήσει την ψήφο των πολιτών και να υποστηρίξει ότι η δική του πολιτική πρόταση που νομίζει ότι μπορεί να οδηγήσει στην αλλαγή.
Αλλά το «ή εμείς ή κανείς» είναι κάτι άλλο.
Είναι μια φράση που μετατρέπει την πολιτική διεκδίκηση σε απαίτηση αποκλειστικότητας. Σαν να υπάρχει ένας και μοναδικός δρόμος για την πολιτική αλλαγή και αυτός να περνά υποχρεωτικά από τον ίδιο. Εδώ βρίσκεται η αντίφαση. Ένας πρώην πρωθυπουργός που αναδείχθηκε στη θέση αυτή μέσα από εκλογές και την εναλλαγή της εξουσίας, οφείλει να γνωρίζει ότι η δημοκρατική αυτή διαδικασία δεν έχει τον ίδιο μονοσήμαντο και συγκεκριμένο νικητή. Προϋποθέτει κάτι πολύ απλούστερο: να αποφασίζουν οι πολίτες ποιος θα κυβερνήσει τον τόπο. Οι πολίτες δεν δέχονται τέτοιου επιπέδου εκβιαστικά διλήμματα για το ποιος θα είναι υποχρεωτικά ο φορέας της αλλαγής. Οι πολίτες μπορούν να επιλέξουν τον Τσίπρα. Μπορούν να επιλέξουν άλλον πολιτικό αρχηγό. Μπορούν να επιλέξουν άλλο κόμμα. Μπορούν να επιλέξουν συνεργασίες.
Αυτή είναι η Δημοκρατία.
Γι’ αυτό το «ή εμείς ή κανείς» είναι πολιτικά άστοχο και θεσμικά προσβλητικό.
Γιατί στην κοινοβουλευτική Δημοκρατία δεν αποφασίζει ένας πρώην πρωθυπουργός, ποιος θα κυβερνήσει την Ελλάδα. Αποφασίζουν οι πολίτες και επιλεγούν ποιον θέλουν να κυβερνήσει.
Και αυτό δεν είναι λεπτομέρεια.
Είναι η πεμπτουσία της Δημοκρατίας.

