Επί παντος επιστητού

«Φορολόγηση υπερπλούτου»: Μην μας ξεφύγουν τα «κρατούμενα»

του Γιάννη Χαλαβαζή

Κάθε φορά που η πολιτική συζήτηση χρειάζεται ένα αφήγημα υψηλής ηθικής και χαμηλής λογιστικής δυσκολίας, επιστρατεύεται η ίδια ιδέα: η φορολόγηση του πλούτου, που τώρα προήχθη σε «υπερπλούτο». Ένα παρά-μύθευμα που ακούγεται ταυτόχρονα και δίκαιο και εύκολο και, κυρίως, ανεξάντλητο σε έσοδα. Στην πράξη, όμως, αποδεικνύεται συνήθως ανεξάντλητο μόνο στην κενή ρητορική. Στο πλαίσιο αυτό στελέχη του ευρέως αυτοαποκαλούμενου «προοδευτικού» χώρου, κατά προτίμηση πανεπιστημιακοί, παρουσιάζουν θέσεις, απόψεις και «ιδέες» για πιθανή άντληση εσόδων και δη από τη «φορολόγηση της υπερπολυτελούς διαβίωσης».

Ο κ. Χάρης Αθανασιάδης, καθηγητής Ιστορίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, έκανε λόγο για περίπου 600 εκατ. ευρώ. που θα μπορούσαν να προκύψουν από μια τέτοια φορολογική πολιτική σε περίπτωση κυβερνητικής εφαρμογής. Όταν ζητήθηκαν διευκρινίσεις για το «πώς ακριβώς», η απάντηση κατέληξε στο γνώριμο ελληνικό φορολογικό τσιτάτο: κότερα, υπερπολυτελής διαβίωση και αυτοκίνητα μεγάλου κυβισμού. Δηλαδή η κλασική υπόθεση ότι ο πλούτος είναι «κάτι» ορατό, σταθερό και φορολογικά διαθέσιμο στους Καθηγητές Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου. Η πραγματικότητα, όμως, προφανέστατα είναι εντελώς διαφορετική. Τα πολυτελή σκάφη δεν βρίσκονται σε εγχώρια νηολόγια, αλλά σε διεθνείς σημαίες και εταιρικές δομές που έχουν ακριβώς έναν σκοπό: να μην φορολογούνται όπως φαντάζεται η εγχώρια κομματική και πολιτική νομεκλατούρα (*), που νομίζει ότι όλα είναι μία ιδέα.

Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και η κα Μαριζέτα Αντωνοπούλου, καθηγήτρια Κοινωνιολογίας στο ΕΚΠΑ, η οποία επίσης έχει αναφερθεί στη λογική της στοχευμένης φορολόγησης του «υπερπλούτου», με παραδείγματα που περιλαμβάνουν πολυτελείς αγορές, τουριστικές επενδύσεις υψηλής αξίας και μορφές κατανάλωσης που θεωρούνται ενδεικτικές του υπερπλούτου.

Κοινός παρονομαστής και των δύο τοποθετήσεων είναι η ίδια βασική παραδοχή: ότι ο υπερπλούτος είναι εύκολα εντοπίσιμος, ορατός, φορολογικά στατικός και πρόθυμος να αποδεχθεί άμεσες επιβαρύνσεις. Μια παραδοχή που συγκρούεται επανειλημμένα με το πώς λειτουργεί η διεθνής και εγχώρια πλουτοκρατία.

Παράλληλα, επανέρχονται και οι γνωστές γενικεύσεις περί «λίγων ΑΦΜ που θα αποδώσουν πολλά δισ.», ένα μοτίβο που έχει εμφανιστεί πολλές φορές στον δημόσιο διάλογο, αλλά σπανίως επιβεβαιώνεται στην πράξη με την ακρίβεια που διατυπώνεται στην πρόβλεψη.

Στο τέλος, η εικόνα παραμένει γνώριμη: υψηλοί στόχοι, καθαρές προθέσεις, εντυπωσιακά νούμερα και μια οικονομική πραγματικότητα που δεν λειτουργεί με όρους πολιτικής ευκολίας. Η φορολόγηση του «υπερπλούτου», όπως παρουσιάζεται από τα πανεπιστημιακά στελέχη της ΕΛΑΣ, παραμένει κυρίως ένα αχνό πολιτικό αφήγημα: απλοϊκό στη διατύπωση, δυσχερές στην εφαρμογή και ακόμη πρακτικά ακατόρθωτο μέχρι να φθάσει ως κρατικό έσοδο στο φορολογικό ταμείο.

Μόνο που στην καταμέτρηση των υπερλουσίων και των προς είσπραξη φόρων, 600 εκατομμύρια είναι αυτά, μην χάσουμε τα . . . κρατούμενα!

(*) Τον καιρό της ΕΣΣΔ, η αποκαλούμενη «νομεκλατούρα», (στα ρώσικα номенклату́ра, «δάνεια έννοια» μάλλον από τα λατινικά) είναι ο κατάλογος με τα ονόματα εκείνων που πρόκειται να προταθούν για να αναλάβουν  καίριες κομματικές και κρατικές θέσεις με σημαντικά κοινωνικά προνόμια.

close menu