Κάθε φορά που ανακοινώνονται νέα ρεκόρ αφίξεων και εσόδων από τον τουρισμό, πολλοί πανηγυρίζουν. Και δικαίως. Ο τουρισμός αποτελεί τη μεγαλύτερη πηγή εισερχομένων εσόδων για την οικονομία, στηρίζει χιλιάδες επιχειρήσεις και συντηρεί ολόκληρες περιοχές της χώρας. Την ίδια στιγμή, όμως, η Ελλάδα επενδύει εκατομμύρια ευρώ σε προγράμματα καινοτομίας, θερμοκοιτίδες, venture capital funds και νεοφυείς επιχειρήσεις, αναζητώντας το δικό της τεχνολογικό success story. Το ερώτημα είναι αν τελικά η χώρα οικοδομεί ένα νέο παραγωγικό μοντέλο ή αν εξακολουθεί να βασίζεται υπερβολικά σε έναν κλάδο που, όσο ισχυρός κι αν είναι, παραμένει ευάλωτος και «κλασικός».
Ο τουρισμός φέρνει χρήμα, αλλά όχι πάντα πλούτο
Η ελληνική οικονομία έχει μετατρέψει τον τουρισμό σε κυρίαρχη δραστηριότητα. Ωστόσο, όσο μεγαλύτερη γίνεται η εξάρτηση από έναν μόνο κλάδο, τόσο αυξάνεται και ο κίνδυνος του οικονομικού «εθισμού». Η πανδημία έδειξε πόσο εύκολα μπορούν να εξαφανιστούν τα έσοδα μιας ολόκληρης τουριστικής χρονιάς μέσα σε λίγους μήνες. Οι γεωπολιτικές κρίσεις, οι φυσικές καταστροφές, η κλιματική αλλαγή και οι διεθνείς οικονομικές αναταράξεις μπορούν να επηρεάσουν άμεσα τις ταξιδιωτικές ροές. Παράλληλα, μεγάλο μέρος των θέσεων εργασίας στον τουρισμό παραμένει εποχικό, ενώ πολλές περιοχές της χώρας ζουν ουσιαστικά για τρεις ή τέσσερις μήνες τον χρόνο. Το αποτέλεσμα είναι μια οικονομία που παράγει σημαντικό κύκλο εργασιών, αλλά όχι πάντοτε με την αντίστοιχη παραγωγικότητα ή της τεχνολογική υπεραξία.
Οι startups παράγουν αξία, αλλά όχι ακόμη κλίμακα
Στον αντίποδα, το οικοσύστημα καινοτομίας έχει παρουσιάσει αξιοσημείωτη πρόοδο. Ελληνικές νεοφυείς επιχειρήσεις δημιουργούνται, εξαγοράζονται από πολυεθνικούς ομίλους, προσελκύουν διεθνή κεφάλαια και αναπτύσσουν προϊόντα που απευθύνονται σε παγκόσμιες αγορές.
Υπάρχει όμως και η άλλη όψη. Παρά τη δημοσιότητα που λαμβάνουν οι επιτυχημένες περιπτώσεις, οι περισσότερες startups παραμένουν μικρές, πολλές δεν καταφέρνουν να επιβιώσουν και ελάχιστες εξελίσσονται σε επιχειρήσεις μεγάλης κλίμακας που δημιουργούν θέσεις εργασίας. Όχι φυσικά στην κλίμακα του τουρισμού.
Η Ελλάδα εξακολουθεί να εισάγει περισσότερη τεχνολογία από όση εξάγει. Και παρά τις εξαγορές και τις επενδύσεις, δεν έχει ακόμη δημιουργήσει έναν τεχνολογικό κολοσσό. αντίστοιχο με εκείνους που έχουν αναδείξει άλλες μικρές ευρωπαϊκές χώρες.
Η δημόσια συζήτηση συχνά παρουσιάζει τον τουρισμό και την καινοτομία ως δύο αντίπαλα στρατόπεδα. Στην πραγματικότητα, το πρόβλημα δεν είναι ποιος κλάδος είναι καλύτερος. Είναι ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει την καινοτομία ως παράλληλη δραστηριότητα και όχι ως κεντρική αναπτυξιακή στρατηγική.
Η χώρα αξιοποιεί δεκάδες προγράμματα χρηματοδότησης, αλλά περιορισμένη σύνδεση Πανεπιστημίων και αγοράς, χαμηλή βιομηχανική παραγωγή και μικρή αξιοποίηση της Έρευνας σε εμπορικά προϊόντα. Αντίθετα, ο τουρισμός απορροφά δυσανάλογα μεγάλο μέρος επενδύσεων, χρηματοδοτήσεων και επιχειρηματικού ενδιαφέροντος, επειδή προσφέρει ταχύτερες και «διασφαλισμένες» αποδόσεις.
Ποιος κερδίζει;
Η απάντηση είναι μάλλον απογοητευτική για την καινοτομία.
Κερδίζει κατά κράτος ο τουρισμός. Όχι επειδή είναι ανώτερος από την καινοτομία, αλλά επειδή η χώρα δεν έχει καταφέρει ακόμη να δημιουργήσει τις συνθήκες ώστε η καινοτομία να εξελιχθεί σε ισότιμο πυλώνα ανάπτυξης.
Η Ελλάδα μοιάζει με επιχείρηση που χρηματοδοτεί το μέλλον της από τα έσοδα του καλοκαιριού, χωρίς όμως να επενδύει αρκετά ώστε το μέλλον αυτό να γίνει πραγματικότητα. Και όσο αυτό θα συμβαίνει στα επόμενα (πολλά;) χρόνια, από την στιγμή που οι αφίξεις των τουριστών θα συνεχίσουν να καθορίζουν την πορεία της οικονομίας, πολύ περισσότερο από τις πατέντες, τα ερευνητικά εργαστήρια, τις επιδόσεις στην καινοτομία ή τις νεοφυείς επιχειρήσεις.
Το πραγματικό ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν ο τουρισμός υπερισχύει της καινοτομίας. Είναι γιατί, ύστερα από δύο δεκαετίες συζητήσεων για τον ψηφιακό μετασχηματισμό και την οικονομία της γνώσης, η καινοτομία εξακολουθεί να παίζει στη δεύτερη κατηγορία της ελληνικής ανάπτυξης και θα είναι εκεί για πολύ καιρό ακόμα.


