Η Ελλάδα έχει κάνει σημαντικά βήματα στον ψηφιακό μετασχηματισμό της τα τελευταία χρόνια. Οι ηλεκτρονικές υπηρεσίες του Δημοσίου έχουν πολλαπλασιαστεί, μεγάλα έργα χρηματοδοτούνται από το Ταμείο Ανάκαμψης και η χώρα έχει καταφέρει να καλύψει μέρος της απόστασης που τη χώριζε από την Ευρώπη. Όμως η μεγάλη εικόνα παραμένει ανησυχητική: η Ελλάδα προχωρά, αλλά οι ανταγωνιστές της προχωρούν ταχύτερα.
Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα που προκύπτει και από την έκθεση «State of the Digital Decade 2026» της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, (ΕΔΩ η σύνδεση), η οποία αξιολογεί την πορεία των κρατών-μελών προς τους στόχους της Ψηφιακής Δεκαετίας. Η έκθεση αναγνωρίζει τη βελτίωση της Ελλάδας στις ψηφιακές δημόσιες υπηρεσίες, αλλά καταγράφει σημαντικές αδυναμίες σε κρίσιμους τομείς που καθορίζουν τη μελλοντική ανταγωνιστικότητα: τις ψηφιακές δεξιότητες του πληθυσμού, την υιοθέτηση προηγμένων τεχνολογιών από τις επιχειρήσεις, την αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης και την παραγωγική χρήση των δεδομένων.
Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι ότι η Ελλάδα δεν επενδύει. Είναι ότι οι επενδύσεις δεν μετατρέπονται ακόμη στον βαθμό που απαιτείται σε παραγωγική δύναμη. Δημιουργούμε ψηφιακές πλατφόρμες, αλλά μεγάλο μέρος της οικονομίας παραμένει μακριά από τις νέες τεχνολογίες. Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις δυσκολεύονται να ενσωματώσουν λύσεις cloud, αυτοματοποίησης και τεχνητής νοημοσύνης, ενώ η έλλειψη εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα εμπόδια.
Την ίδια στιγμή, άλλες χώρες κινούνται με μεγαλύτερη ταχύτητα. Η Ρουμανία έχει εξελιχθεί σε σημαντικό τεχνολογικό κόμβο στην Ανατολική Ευρώπη, προσελκύοντας επενδύσεις σε λογισμικό και νέες τεχνολογίες. Η Βουλγαρία ενισχύει σταθερά τις ψηφιακές υποδομές της και δημιουργεί ένα πιο ανταγωνιστικό περιβάλλον για startups και τεχνολογικές επιχειρήσεις. Οι χώρες της Βαλτικής αποτελούν πλέον διεθνές παράδειγμα ψηφιακής διακυβέρνησης, έχοντας επενδύσει εδώ και χρόνια στη σύνδεση κράτους, επιχειρήσεων και πολιτών.
Ακόμη και χώρες εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως η Βόρεια Μακεδονία (Σκόπια), επιδιώκουν να καλύψουν γρήγορα την απόσταση, επενδύοντας στον ψηφιακό εκσυγχρονισμό, στις υπηρεσίες ηλεκτρονικής διακυβέρνησης και στην ανάπτυξη τεχνολογικών οικοσυστημάτων. Μπορεί να μην αξιολογούνται στους ίδιους δείκτες με τα κράτη-μέλη της ΕΕ, όμως η προσπάθειά τους δείχνει μια γενικότερη τάση: μικρότερες οικονομίες μπορούν να κινηθούν ταχύτερα όταν έχουν ξεκάθαρη στρατηγική.
Η Ελλάδα κινδυνεύει να παγιδευτεί σε μια επικίνδυνη αντίφαση. Από τη μία πλευρά παρουσιάζει μεγάλες επιτυχίες στην ψηφιοποίηση του Δημοσίου, από την άλλη όμως δεν καταφέρνει ακόμη να μετατρέψει αυτή την πρόοδο σε αύξηση της παραγωγικότητας και σε δημιουργία νέων ψηφιακών επιχειρήσεων διεθνούς εμβέλειας.
Η ψηφιακή οικονομία δεν επιβραβεύει αυτούς που απλώς επενδύουν περισσότερα χρήματα. Επιβραβεύει αυτούς που κινούνται γρηγορότερα, εκπαιδεύουν το ανθρώπινο δυναμικό τους και δημιουργούν περιβάλλον που επιτρέπει στην καινοτομία να αναπτυχθεί.
Το μεγάλο στοίχημα για την Ελλάδα δεν είναι πλέον να αποκτήσει ψηφιακές υποδομές. Είναι να αποκτήσει ψηφιακή ταχύτητα στην αξιοποίηση των αποτελεσμάτων των ΤΠΕ. Γιατί στην εποχή της τεχνολογίας, η απόσταση από τους πρωτοπόρους δεν μετριέται σε χρόνια, αλλά σε ρυθμό ανάπτυξης. Και όσοι καθυστερούν, δεν μένουν απλώς πίσω· βλέπουν άλλους να τους προσπερνούν.


