Η είδηση του προστίμου των 250.000 ευρώ που επιβλήθηκε σε «συμπολίτη» μας που βασάνισε και εγκατέλειψε γατάκια προκάλεσε έντονες αντιδράσεις. Όχι μόνο για τη φρικαλεότητα της πράξης, αλλά και γιατί ένα μέρος της δημόσιας συζήτησης μετατοπίστηκε από τα θύματα στον δράστη. «Πού θα τα βρω τα χρήματα;» φέρεται να αναρωτήθηκε, συγκεντρώνοντας μάλιστα και εκδηλώσεις συμπόνιας και συμπαράστασης. Όμως το πραγματικό ερώτημα δεν είναι πού θα βρει τα χρήματα ο δράστης. Το πραγματικό ερώτημα είναι ποιος θα αποδώσει δικαιοσύνη για τα ανυπεράσπιστα ζώα που υπέφεραν στα χέρια του.
Την ίδια στιγμή, μια δεύτερη είδηση έρχεται να υπενθυμίσει πόσο βαθιά ριζωμένη παραμένει η ανθρώπινη αγριότητα απέναντι στα ζώα. Ένα αρσενικό αρκουδάκι ηλικίας περίπου 2,5 ετών βρέθηκε νεκρό στην περιοχή του Βοΐου Κοζάνης, έχοντας δεχθεί τρεις σφαίρες στο κεφάλι. Δείτε ΕΔΩ το φρικαλέο συμβάν. Το προστατευόμενο νεαρό ζώο εκτελέστηκε εν ψυχρώ και οι αρμόδιες αρχές διερευνούν την υπόθεση. Η περιβαλλοντική οργάνωση «Καλλιστώ» έκανε λόγο για μια ακόμη παράνομη και απάνθρωπη θανάτωση αρκούδας, είδους που προστατεύεται αυστηρά από την ελληνική και ευρωπαϊκή νομοθεσία. Τα δύο περιστατικά μπορεί να φαίνονται διαφορετικά, όμως αποτελούν εκφάνσεις της ίδιας νοοτροπίας. Μιας αντίληψης που θεωρεί ότι τα ζώα είναι αντικείμενα χωρίς αξία, χωρίς δικαιώματα και χωρίς δικαίωμα στον πόνο. Στη μία περίπτωση, γατάκια εγκαταλείπονται και κακοποιούνται. Στην άλλη, ένα άγριο ζώο εκτελείται με τρεις σφαίρες. Κοινός παρονομαστής είναι η πλήρης απαξίωση της ζωής και η φρικαλέα πράξη της αφαίρεσής της, έστω και από ζώα, τα οποία αισθάνονται και έχουν τους δικούς τους κώδικες συμπεριφοράς.
Η κοινωνία οφείλει να σταματήσει να αναζητά ελαφρυντικά. Η φτώχεια, η άγνοια, η οργή ή η ενόχληση από την παρουσία ενός ζώου δεν μπορούν να αποτελούν δικαιολογία για βασανισμούς και θανάτωση. Όπως δεν θα γίνονταν αποδεκτές αντίστοιχες δικαιολογίες για πράξεις βίας εναντίον ανθρώπων, έτσι δεν μπορούν να γίνονται αποδεκτές ούτε όταν τα θύματα είναι ζώα.
Η ατιμωρησία γεννά νέα εγκλήματα
Η αυστηροποίηση της νομοθεσίας τα τελευταία χρόνια ήταν αναγκαία. Ωστόσο, η πραγματική πρόκληση παραμένει η εφαρμογή της. Η βεβαιότητα ότι ο δράστης θα εντοπιστεί, θα δικαστεί και θα τιμωρηθεί είναι πολύ πιο σημαντική από το ύψος μιας ποινής που ενδεχομένως δεν θα εισπραχθεί ποτέ. Η κακοποίηση ζώων δεν είναι ένα «δευτερεύον» αδίκημα. Διεθνείς έρευνες έχουν δείξει επανειλημμένα ότι η βία απέναντι στα ζώα συνδέεται συχνά με ευρύτερες αντικοινωνικές και βίαιες συμπεριφορές. Μια κοινωνία που ανέχεται τη σκληρότητα απέναντι στα πιο ανυπεράσπιστα πλάσματα εκπαιδεύεται σταδιακά στην ανοχή της βίας γενικότερα.
Γι’ αυτό η απάντηση πρέπει να είναι ξεκάθαρη: μηδενική ανοχή. Όχι συμπάθεια στους δράστες, αλλά συμπόνια στα θύματα. Όχι δικαιολογίες, αλλά παραδειγματικές ποινές. Όχι ελαφρυντικά, αλλά αυστηρή εφαρμογή του νόμου. Γιατί κάθε γατάκι που βασανίζεται και κάθε αρκούδα και κάθε άλλο ζώο που πέφτουν νεκρά από ανθρώπινο χέρι δεν αποτελεί απλώς ένα μεμονωμένο περιστατικό.
Αποτελεί μια δοκιμασία για το επίπεδο του πολιτισμού μας. Και σε αυτή τη δοκιμασία, η κοινωνία δεν έχει την πολυτέλεια να αποστρέφει το βλέμμα.


