Τηλεπικοινωνίες

Huawei και ΖΤΕ: Η Ευρώπη βάζει φρένο στην αποξήλωση των κινεζικών δικτύων. Ο λογαριασμός των 40 δισ. ευρώ

του Γιάννη Χαλαβαζή

Η Ε.Ε πάει από το υποχρεωτικό «ξήλωμα» μέσα σε 36 μήνες σε ένα μοντέλο κατά περίπτωση αντικατάστασης. Οι τηλεπικοινωνιακοί πάροχοι προειδοποιούν για κόστος έως 40 δισ. ευρώ και κίνδυνο να μεταφερθούν επενδύσεις από 5G, οπτικές ίνες και 6G στην αντικατάσταση εξοπλισμού.

Η Ευρώπη αρχίζει να υπολογίζει τον πραγματικό λογαριασμό της απόφασης να περιορίσει την παρουσία προμηθευτών που θεωρούνται υψηλού κινδύνου στα τηλεπικοινωνιακά της δίκτυα. Το νέο σχέδιο των κυβερνήσεων των κρατών-μελών απομακρύνεται από το αρχικό μοντέλο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, το οποίο προέβλεπε ότι ο εξοπλισμός των «high-risk suppliers» στα βασικά στοιχεία των δικτύων κινητής θα έπρεπε να απομακρυνθεί μέσα σε διάστημα έως 36 μηνών. Σύμφωνα με σχέδιο του Συμβουλίου της ΕΕ με ημερομηνία 22 Σεπτεμβρίου, το οποίο αποκάλυψε το Reuters στις 29 Σεπτεμβρίου, το σταθερό όριο των 36 μηνών αφαιρείται. Στη θέση του προωθείται ένα πιο ευέλικτο μοντέλο, στο οποίο ο χρόνος αντικατάστασης θα εξαρτάται από το επίπεδο κινδύνου, τον κύκλο ζωής του εξοπλισμού και της υποδομής, τους φυσιολογικούς κύκλους αντικατάστασης, τις απαιτήσεις διαλειτουργικότητας και τη διαθεσιμότητα εναλλακτικών προμηθευτών.

Η αλλαγή έχει ιδιαίτερη σημασία για τη Huawei και τη ZTE, χωρίς το ευρωπαϊκό νομοθετικό πλαίσιο να κατονομάζει τις δύο εταιρείες ως «high-risk suppliers». Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προωθεί έναν γενικό μηχανισμό μέσω του οποίου θα μπορούν να χαρακτηρίζονται προμηθευτές υψηλού κινδύνου και να επιβάλλεται η απομάκρυνση του εξοπλισμού τους από κρίσιμα ICT assets.

Από τους 36 μήνες στην πραγματικότητα των δικτύων

Η αρχική πρόταση της Επιτροπής ήταν σαφής: για τα βασικά στοιχεία των δικτύων κινητής τηλεφωνίας, ο εξοπλισμός προμηθευτών υψηλού κινδύνου θα έπρεπε να αποσυρθεί σε διάστημα έως 36 μηνών από την έναρξη ισχύος της σχετικής διαδικασίας. Η νέα προσέγγιση του Συμβουλίου αλλάζει την πρακτική διάσταση της υπόθεσης. Ο εξοπλισμός που βρίσκεται ήδη εγκατεστημένος σε ένα δίκτυο δεν αντιμετωπίζεται πλέον απλώς ως προϊόν που πρέπει να αντικατασταθεί μέχρι συγκεκριμένη ημερομηνία. Η αντικατάστασή του συνδέεται με τον πραγματικό κίνδυνο, τον τεχνικό κύκλο ζωής, την ύπαρξη συμβατών εναλλακτικών και το κόστος της μετάβασης.

Και αυτό έχει τεράστια σημασία για τα ευρωπαϊκά δίκτυα.

Η αντικατάσταση ενός προμηθευτή δεν σημαίνει απλώς αγορά νέων κεραιών ή συστημάτων. Στα δίκτυα κινητής υπάρχουν γενιές εξοπλισμού, λογισμικού και υποδομών που λειτουργούν συνδυαστικά. Η αλλαγή μπορεί να απαιτήσει επανασχεδιασμό, δοκιμές διαλειτουργικότητας, εγκατάσταση νέου εξοπλισμού, μεταφορά λειτουργιών και παράλληλη λειτουργία παλαιών και νέων υποδομών.

Ο λογαριασμός μπορεί να φτάσει τα 40 δισ. ευρώ

Εδώ βρίσκεται η οικονομική διάσταση που πιέζει πλέον τις Βρυξέλλες.

Δεκαεπτά διευθύνοντες σύμβουλοι ευρωπαϊκών τηλεπικοινωνιακών ομίλων προειδοποίησαν ότι η αντικατάσταση του εξοπλισμού που θα επηρεαστεί από τους νέους κανόνες μπορεί να κοστίσει στον κλάδο έως 40 δισ. ευρώ. Σύμφωνα με στοιχεία που έχουν δημοσιοποιηθεί από τον κλάδο, το κόστος αντικατάστασης high-risk vendors μόνο στα δίκτυα κινητής εκτιμάται σε περίπου 16–22 δισ. ευρώ, ενώ προστίθενται περίπου 5 δισ. ευρώ για σταθερά δίκτυα και 9–12 δισ. ευρώ για υποδομές μεταφορών. Επιπλέον, η μείωση του αριθμού των διαθέσιμων προμηθευτών θα μπορούσε να περιορίσει τον ανταγωνισμό και να αυξήσει περαιτέρω το κόστος.

Το ζήτημα επομένως δεν είναι μόνο «Huawei ή όχι Huawei». Είναι ποιος πληρώνει την αντικατάσταση και από πού θα βρεθούν τα κεφάλαια.

Αντικατάσταση ή νέες επενδύσεις;

Οι ευρωπαϊκοί τηλεπικοινωνιακοί όμιλοι υποστηρίζουν ότι μια μαζική και υποχρεωτική αντικατάσταση εξοπλισμού θα μπορούσε να απορροφήσει κεφάλαια που διαφορετικά θα κατευθύνονταν στην ανάπτυξη οπτικών δικτύων, στην επέκταση του 5G και στην προετοιμασία των υποδομών για το 6G. Εδώ δημιουργείται ένα κρίσιμο δίλημμα για την ευρωπαϊκή τηλεπικοινωνιακή αγορά.

Η Ευρώπη θέλει περισσότερες οπτικές ίνες, ανάπτυξη 5G, προετοιμασία για 6G και μεγαλύτερη ασφάλεια των δικτύων. Όμως η μετάβαση από έναν προμηθευτή σε άλλον απαιτεί κεφάλαια που οι πάροχοι θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν για τις ίδιες αυτές επενδύσεις. Έτσι, η συζήτηση μετατρέπεται από θέμα ασφάλειας σε θέμα κατανομής επενδυτικών κεφαλαίων. Η αλλαγή του χρονοδιαγράμματος δεν σημαίνει ότι η ΕΕ εγκαταλείπει την προσπάθεια περιορισμού της εξάρτησης από προμηθευτές που θεωρεί υψηλού κινδύνου. Η πρόταση της Επιτροπής προβλέπει ευρωπαϊκό μηχανισμό για τον εντοπισμό high-risk suppliers, με αξιολόγηση της ιδιοκτησίας, του ελέγχου και της σχέσης των εταιρειών με τρίτες χώρες. Παράλληλα, προβλέπονται μέτρα διαφοροποίησης της εφοδιαστικής αλυσίδας και περιορισμοί στη χρήση συγκεκριμένων ICT components σε κρίσιμες υποδομές.

Το πλαίσιο δεν περιορίζεται στις τηλεπικοινωνίες. Η λογική αφορά ευρύτερα κρίσιμες ψηφιακές υποδομές και μπορεί να συνδεθεί με τομείς όπως η ενέργεια, οι μεταφορές και το cloud. Η κυβερνοασφάλεια μετατρέπεται έτσι και σε ζήτημα εξάρτησης από συγκεκριμένες αλυσίδες προμηθευτών.

Huawei: Η εταιρεία απορρίπτει τις κατηγορίες. Και η Ελλάδα;

Η Huawei έχει επανειλημμένα απορρίψει ότι ο εξοπλισμός της αποτελεί απειλή για την ασφάλεια των δικτύων. Η ευρωπαϊκή προσέγγιση, από την άλλη πλευρά, βασίζεται στην αξιολόγηση του κινδύνου που συνδέεται με τον προμηθευτή και όχι μόνο στην ύπαρξη συγκεκριμένης τεχνικής ευπάθειας σε ένα προϊόν. Το ερώτημα επομένως δεν είναι μόνο αν ένα συγκεκριμένο router, κεραία ή network component είναι ασφαλές. Είναι αν η Ευρώπη θέλει να εξαρτά κρίσιμες ψηφιακές υποδομές από έναν προμηθευτή που βρίσκεται υπό τον έλεγχο μιας τρίτης χώρας την οποία θεωρεί πιθανή πηγή στρατηγικού κινδύνου.

Η ελληνική αγορά δεν βρίσκεται εκτός αυτής της συζήτησης.

Η χώρα έχει προχωρήσει στην ανάπτυξη 5G, ενώ οι τηλεπικοινωνιακοί πάροχοι συνεχίζουν τις επενδύσεις σε δίκτυα νέας γενιάς και οπτικές ίνες. Εάν το ευρωπαϊκό πλαίσιο καταλήξει σε υποχρεωτική απομάκρυνση εξοπλισμού συγκεκριμένων προμηθευτών, το ελληνικό ζήτημα δεν θα είναι μόνο ποιος εξοπλισμός υπάρχει σήμερα στα δίκτυα. Θα είναι ποιος εξοπλισμός πρέπει να αντικατασταθεί, σε ποιο χρονικό διάστημα και με ποιο κόστος. Και υπάρχει ακόμη ένα κρίσιμο ερώτημα: θα πρέπει οι ελληνικοί πάροχοι να διαθέσουν κεφάλαια για αντικατάσταση υφιστάμενου εξοπλισμού ή να τα κατευθύνουν στην επόμενη γενιά υποδομών;

Η απάντηση δεν είναι ακόμη γνωστή. Η ευρωπαϊκή νομοθεσία βρίσκεται σε διαπραγμάτευση και δεν υπάρχει σήμερα οριστικό ελληνικό χρονοδιάγραμμα ούτε ακριβής υπολογισμός του κόστους για κάθε πάροχο.

Από τη Huawei στην ευρωπαϊκή ψηφιακή αυτονομία

Η υπόθεση Huawei δείχνει τελικά κάτι μεγαλύτερο από μια διαμάχη Ευρώπης–Κίνας. Η Ευρώπη επιχειρεί να αλλάξει τη σύνθεση των κρίσιμων ψηφιακών υποδομών της, με λιγότερη εξάρτηση από συγκεκριμένους προμηθευτές και μεγαλύτερο έλεγχο της εφοδιαστικής αλυσίδας. Όμως η ψηφιακή αυτονομία έχει κόστος. Και τώρα που ο λογαριασμός μπορεί να φτάνει τα 40 δισ. ευρώ, οι κυβερνήσεις των κρατών-μελών επιχειρούν να ισορροπήσουν ανάμεσα στην ασφάλεια, το κόστος και την ταχύτητα με την οποία πρέπει να αλλάξουν τα ευρωπαϊκά δίκτυα.

Το αρχικό σύνθημα ήταν «36 μήνες για να φύγει ο high-risk εξοπλισμός».

Η νέα ευρωπαϊκή συζήτηση είναι πολύ πιο σύνθετη: Ποιος εξοπλισμός είναι πραγματικά επικίνδυνος, πότε πρέπει να φύγει, ποιος θα τον αντικαταστήσει και ποιος θα πληρώσει τον λογαριασμό;

close menu