Η ενίσχυση της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας, η στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης, η αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης, η κυβερνοάμυνα, τα μη επανδρωμένα συστήματα, οι ασφαλείς επικοινωνίες, οι διαστημικές εφαρμογές και η δημιουργία ισχυρών τεχνολογικών οικοσυστημάτων κυριάρχησαν στις εργασίες του πρόσφατου Athens Defence Conference, που διοργανώθηκε από το ΕΛΙΑΜΕΠ μέσω του Defence Hub και το Delphi Economic Forum. Παράλληλα, ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στα νέα χρηματοδοτικά εργαλεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στην ανάγκη ενίσχυσης της ευρωπαϊκής αμυντικής και τεχνολογικής βάσης. Πίσω όμως από το θεσμικό αφήγημα, το πραγματικό μήνυμα για την αγορά πληροφορικής είναι πιο σκληρό: η ψηφιακή πλευρά της Αμυνα παύει να είναι αγορά έργων ICT και μετατρέπεται σε πεδίο υψηλής ασφάλειας και ολοκλήρωσης με αυστηρό και επιλεκτικό καθεστώς πρόσβασης. Τα αντικείμενα που κυριάρχησαν (όπως AI, C4ISR, κυβερνοάμυνα, secure communications, drones, space systems) δεν αντιμετωπίζονται ως λογισμικό, αλλά ως επιχειρησιακή ραχοκοκαλιά αμυντικών συστημάτων. Αυτό σημαίνει ότι η είσοδος δεν κρίνεται πλέον από την τεχνική επάρκεια στην ανάπτυξη εφαρμογών, αλλά από την ικανότητα μιας εταιρείας να σταθεί σε περιβάλλοντα κρίσιμης ασφάλειας, με διαλειτουργικότητα ΝΑΤΟ, επιχειρησιακή αξιοπιστία και συνεχή έλεγχο συμμόρφωσης.
Σε αυτό το πλαίσιο, τα ευρωπαϊκά εργαλεία όπως το EDF, το EDIP και το SAFE δεν λειτουργούν ως “αγορά έργων”, αλλά ως φίλτρα βιομηχανικής επιλογής. Δεν χρηματοδοτούν προμηθευτές λογισμικού, αλλά προκαθορισμένα αλυσίδες παραγωγής όπου κάθε συμμετέχων πρέπει να αποδείξει ρόλο, θέση και στρατηγική αναγκαιότητα μέσα στο οικοσύστημα. Όποιος δεν εντάσσεται σε consortium, απλώς δεν υπάρχει. Για τις ελληνικές εταιρείες πληροφορικής αυτό σημαίνει ανατροπή του γνωστού μοντέλου. Η εμπειρία σε μεγάλα δημόσια ICT έργα δεν έχει πλέον βαρύτητα από μόνη της. Η πρόσβαση στην άμυνα περνά από πιστοποιήσεις ασφαλείας NATO/EU, ικανότητα διαχείρισης διαβαθμισμένων δεδομένων, εξειδίκευση σε κρίσιμες τεχνολογίες και, κυρίως, προ-ενταγμένη συμμετοχή σε διεθνή βιομηχανικά σχήματα πριν καν ανοίξουν οι προκηρύξεις.
Το ΕΛΚΑΚ σε αυτό το περιβάλλον δεν είναι υποστηρικτικός φορέας καινοτομίας. Είναι μηχανισμός αυστηρής επιλογής συνεργατών και ωρίμανσης ολοκληρωμένων έργων, που λειτουργεί ως προθάλαμος: αποφασίζει ποια τεχνολογικά σχήματα έχουν πιθανότητα να επιβιώσουν στο επίπεδο επιχειρησιακής άμυνας και ποια μένουν εκτός αλυσίδας εξέλιξης. Το αποτέλεσμα είναι μια αγορά που δεν διευρύνεται απλώς, αλλά “σκληραίνει”. Διαμορφώνονται δύο διακριτά επίπεδα: λίγοι παίκτες που μπορούν να περάσουν σε DefenceTech ρόλους με πρόσβαση σε ευρωπαϊκούς αμυντικούς προϋπολογισμούς και ένα ευρύτερο ICT οικοσύστημα που παραμένει εκτός, όχι λόγω κόστους ή ανταγωνισμού, αλλά λόγω δομικών φραγμών εισόδου. Η ουσία είναι ξεκάθαρη: στην ευρωπαϊκή άμυνα δεν ανταμείβεται η συμμετοχή στο έργο. Ανταμείβεται η προηγούμενη ένταξη στο σύστημα. Και αυτό αλλάζει ριζικά το ποιοι μπορούν να παίξουν και ποιοι όχι.


