Την ανάγκη ριζικής αλλαγής του συστήματος χρηματοδότησης της Τοπικής Αυτοδιοίκησης θέτει ο πρόεδρος της Κεντρικής Ένωσης Δήμων Ελλάδας (ΚΕΔΕ), Λάζαρος Κυρίζογλου, προειδοποιώντας ότι οι δήμοι αδυνατούν να ανταποκριθούν στο σύνολο των αρμοδιοτήτων τους με τους διαθέσιμους οικονομικούς πόρους. Το χρηματοδοτικό κενό προσεγγίζει τα 2,5 δισ. ευρώ, σύμφωνα με τη μελέτη που παρουσιάστηκε στο ετήσιο τακτικό συνέδριο της ΚΕΔΕ στην Καλαμάτα, με την Ένωση να ζητά αύξηση των κρατικών μεταβιβάσεων, νέο αναπτυξιακό πρόγραμμα και ουσιαστική διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια. Η παρέμβαση του προέδρου της ΚΕΔΕ αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς η Αυτοδιοίκηση καλείται να διαχειριστεί αυξημένες λειτουργικές δαπάνες, ενεργειακές επιβαρύνσεις, ελλείψεις προσωπικού και σημαντικές ανάγκες συντήρησης των δημοτικών υποδομών. Παράλληλα, αναλαμβάνει ολοένα περισσότερες ευθύνες σε τομείς όπως η πολιτική προστασία, η διαχείριση απορριμμάτων, η ύδρευση, η κοινωνική πολιτική και ο ψηφιακός μετασχηματισμός, χωρίς να εξασφαλίζεται πάντοτε η αντίστοιχη χρηματοδότηση.
Το συνέδριο της ΚΕΔΕ πραγματοποιείται στην Καλαμάτα από τις 5 έως τις 7 Νοεμβρίου 2026 και αποτελεί το πεδίο διαμόρφωσης κοινής διεκδικητικής γραμμής των δήμων απέναντι στην κυβέρνηση. Ο Λάζαρος Κυρίζογλου έθεσε ως βασική προϋπόθεση για την αποτελεσματική λειτουργία της Αυτοδιοίκησης την εφαρμογή της συνταγματικής πρόβλεψης για μεταφορά αρμοδιοτήτων μαζί με τους αντίστοιχους οικονομικούς πόρους, το προσωπικό και τα αναγκαία μέσα.
Η πραγματική εικόνα των δημοτικών οικονομικών
Σύμφωνα με τη μελέτη που εκπονήθηκε από την ΚΕΔΕ, την Ελληνική Εταιρεία Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης (ΕΕΤΑΑ) και υπηρεσιακούς παράγοντες του υπουργείου Εσωτερικών, το πραγματικό κόστος λειτουργίας των δήμων για το 2025 ανέρχεται περίπου σε 5,34 δισ. ευρώ. Αντίθετα, οι διαθέσιμοι πόροι μέσω των Κεντρικών Αυτοτελών Πόρων (ΚΑΠ) για το 2026 διαμορφώνονται περίπου στα 3,04 δισ. ευρώ. Η διαφορά αυτή δημιουργεί χρηματοδοτικό κενό της τάξης των 2,3-2,5 δισ. ευρώ, ανάλογα με τη βάση υπολογισμού και την αποτύπωση των αναγκών. Πρόκειται για απόκλιση που, σύμφωνα με την ΚΕΔΕ, επηρεάζει άμεσα την καθημερινή λειτουργία των δημοτικών υπηρεσιών και περιορίζει τη δυνατότητα των δήμων να σχεδιάζουν και να υλοποιούν επενδύσεις. Η Ένωση αναγνωρίζει ότι οι ΚΑΠ αυξήθηκαν από περίπου 1,8 δισ. ευρώ το 2019 σε 3,04 δισ. ευρώ το 2026. Επισημαίνει, ωστόσο, ότι η αύξηση αυτή δεν αρκεί για να αντισταθμίσει το υψηλότερο κόστος μισθοδοσίας, ενέργειας, καυσίμων, προμηθειών και συντήρησης υποδομών. Ως ιστορικό μέτρο σύγκρισης, ο Κυρίζογλου υπενθύμισε ότι το 2009 οι αντίστοιχοι πόροι ανέρχονταν σε περίπου 3,5 δισ. ευρώ, όταν το συνολικό λειτουργικό κόστος ήταν σημαντικά χαμηλότερο.

Η ΚΕΔΕ θεωρεί ότι οι δήμοι δεν μπορούν να χρησιμοποιούν κονδύλια που προορίζονται για αναπτυξιακά έργα προκειμένου να καλύπτουν τις καθημερινές λειτουργικές τους ανάγκες. Η κάλυψη του πραγματικού λειτουργικού κόστους χαρακτηρίζεται πλέον «κόκκινη γραμμή» για την Αυτοδιοίκηση.
Οι οκτώ οικονομικές διεκδικήσεις
Το πλαίσιο που παρουσιάζει η ΚΕΔΕ περιλαμβάνει παρεμβάσεις για τη χρηματοδότηση, τις υποδομές, το ανθρώπινο δυναμικό και το ενεργειακό κόστος, αλλά και για τη διατήρηση κρίσιμων αρμοδιοτήτων στους δήμους.
Αύξηση των Κεντρικών Αυτοτελών Πόρων. Πρώτη και βασική διεκδίκηση είναι η ουσιαστική αύξηση των ΚΑΠ, ώστε μέσα σε ορίζοντα πενταετίας να καλύπτεται το πραγματικό λειτουργικό κόστος των δήμων. Η πρόταση της ΚΕΔΕ προβλέπει απόδοση του 7% των ακαθάριστων εσόδων του κρατικού προϋπολογισμού, με μακροπρόθεσμο στόχο τη διάθεση πόρων που θα αντιστοιχούν στο 8% του ΑΕΠ. Η αύξηση αυτή θεωρείται αναγκαία για να αποκτήσουν οι δήμοι σταθερή και προβλέψιμη χρηματοδοτική βάση.
Νέο αναπτυξιακό πρόγραμμα για τους δήμους. Η ολοκλήρωση σημαντικών χρηματοδοτικών κύκλων, όπως το πρόγραμμα «Αντώνης Τρίτσης» και οι παρεμβάσεις του Ταμείου Ανάκαμψης, δημιουργεί την ανάγκη ενός νέου αυτοτελούς προγράμματος δημοτικών επενδύσεων. Η ΚΕΔΕ ζητά χρηματοδότηση για τη συντήρηση και αναβάθμιση του τοπικού οδικού δικτύου, την αγροτική οδοποιία, την αντισεισμική θωράκιση σχολικών και δημοτικών κτιρίων και την αναβάθμιση βασικών υποδομών. Το ζητούμενο είναι να μην υπάρξει χρηματοδοτικό κενό μεταξύ των προγραμματικών περιόδων, που θα οδηγήσει σε αναβολή ώριμων έργων.
Τριετές πρόγραμμα προσλήψεων και ενίσχυση προσωπικού. Η υποστελέχωση αποτελεί σημαντικό εμπόδιο στην άσκηση των δημοτικών αρμοδιοτήτων. Η ΚΕΔΕ ζητά οργανωμένο πρόγραμμα προσλήψεων με ορίζοντα τριετίας, δίνοντας προτεραιότητα στους μικρούς, ορεινούς και νησιωτικούς δήμους. Οι ανάγκες αφορούν τις τεχνικές και διοικητικές υπηρεσίες, την καθαριότητα, την πολιτική προστασία και τη λειτουργία των κοινωνικών δομών.
Αντίστοιχη χρηματοδότηση για κάθε μισθολογική επιβάρυνση. Η Ένωση ζητά κάθε αύξηση μισθών ή άλλη υποχρεωτική μισθολογική επιβάρυνση που αποφασίζεται από την κεντρική διοίκηση να συνοδεύεται από την αναγκαία μεταφορά πόρων στους δήμους. Με αυτόν τον τρόπο επιδιώκει να αποτρέψει τη δημιουργία νέων ανελαστικών δαπανών χωρίς αντίστοιχη κρατική χρηματοδότηση.
Ειδική μέριμνα για τους μικρούς, ορεινούς και νησιωτικούς δήμους. Η ΚΕΔΕ ζητά διαφοροποιημένο σύστημα χρηματοδότησης, το οποίο θα λαμβάνει υπόψη τις γεωγραφικές ιδιαιτερότητες, τις αποστάσεις, την εποχικότητα, το αυξημένο κόστος παροχής υπηρεσιών και τις περιορισμένες δυνατότητες είσπραξης τοπικών εσόδων. Η οριζόντια κατανομή των πόρων δεν μπορεί, σύμφωνα με την Ένωση, να αντιμετωπίζει με τον ίδιο τρόπο δήμους με εντελώς διαφορετικές λειτουργικές ανάγκες.
Μείωση του ενεργειακού κόστους και ενεργειακή αυτονομία. Το ενεργειακό κόστος αποτελεί μία από τις σημαντικότερες πιέσεις στους δημοτικούς προϋπολογισμούς. Η ΚΕΔΕ ζητά μείωση των τιμολογίων ηλεκτρικής ενέργειας, επαναφορά του ενεργειακού συμψηφισμού (net metering) και δέσμευση ενεργειακού χώρου για την κάλυψη των αναγκών των δήμων. Στην επιχειρηματολογία της επισημαίνει ότι οι δήμοι πληρώνουν περίπου 0,25 ευρώ ανά κιλοβατώρα, έναντι περίπου 0,06 ευρώ που καταβάλλουν μεγάλοι βιομηχανικοί καταναλωτές, επικαλούμενη πρόσθετη επιβάρυνση που υπερβαίνει τα 240 εκατ. ευρώ. Παράλληλα, ζητά την υλοποίηση της κυβερνητικής δέσμευσης για χρηματοδότηση 200 εκατ. ευρώ για την αντιμετώπιση των ενεργειακών πιέσεων.
Επίλυση των οικονομικών προβλημάτων των ΔΕΥΑ και στήριξη των υποδομών νερού. Οι Δημοτικές Επιχειρήσεις Ύδρευσης και Αποχέτευσης αντιμετωπίζουν αυξημένο ενεργειακό κόστος και σημαντικές συσσωρευμένες οφειλές. Η ΚΕΔΕ ζητά ειδική ρύθμιση και χρηματοδοτική υποστήριξη, καθώς οι συνολικές υποχρεώσεις των επιχειρήσεων υπερβαίνουν, σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται, τα 500 εκατ. ευρώ. Στόχος είναι να διασφαλιστεί η βιωσιμότητά τους και να συνεχιστούν οι επενδύσεις σε δίκτυα ύδρευσης, αποχέτευσης και εγκαταστάσεις επεξεργασίας λυμάτων.
Κατάργηση του τέλους ταφής και επιστροφή των πόρων στους δήμους. Η τελευταία διεκδίκηση αφορά το τέλος ταφής απορριμμάτων και την αξιοποίηση των σχετικών εσόδων για έργα ανακύκλωσης και διαχείρισης αποβλήτων. Η ΚΕΔΕ ζητά την κατάργηση ή ουσιαστική αναθεώρηση του μέτρου και την επιστροφή των πόρων στην Αυτοδιοίκηση, ώστε να χρηματοδοτηθούν οι αναγκαίες υποδομές και να περιοριστεί η οικονομική επιβάρυνση των δήμων.
Το ενεργειακό κόστος και το τέλος ταφής στο επίκεντρο. Οι Υπηρεσίες Δόμησης και η διοικητική αυτοτέλεια
Πέρα από τη συνολική διεκδίκηση για αύξηση των ΚΑΠ, δύο πεδία έχουν ιδιαίτερη βαρύτητα για τους δημοτικούς προϋπολογισμούς: η ενέργεια και η διαχείριση απορριμμάτων. Οι δήμοι είναι μεγάλοι καταναλωτές ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς λειτουργούν αντλιοστάσια, εγκαταστάσεις ύδρευσης και αποχέτευσης, σχολεία, δημοτικά κτίρια, αθλητικές εγκαταστάσεις και δίκτυα οδοφωτισμού. Η ενεργειακή επιβάρυνση δεν αποτελεί, επομένως, μια μεμονωμένη λειτουργική δαπάνη, αλλά επηρεάζει το κόστος σχεδόν όλων των βασικών δημοτικών υπηρεσιών. Η ανάπτυξη φωτοβολταϊκών εγκαταστάσεων, ενεργειακών κοινοτήτων και συστημάτων αυτοπαραγωγής θα μπορούσε να περιορίσει τις δαπάνες και να ενισχύσει την ενεργειακή αυτονομία των δήμων. Για να προχωρήσουν, όμως, τέτοιες επενδύσεις απαιτείται κατάλληλο θεσμικό πλαίσιο και πρόσβαση στον αναγκαίο ενεργειακό χώρο.
Στο πεδίο της διαχείρισης αποβλήτων, η ΚΕΔΕ επαναφέρει το ζήτημα του τέλους ταφής, υποστηρίζοντας ότι οι πόροι που συγκεντρώνονται πρέπει να επιστρέφουν στην Αυτοδιοίκηση για τη χρηματοδότηση έργων ανακύκλωσης, διαλογής στην πηγή και επεξεργασίας απορριμμάτων. Το ζήτημα έχει οδηγήσει και σε δικαστικές προσφυγές δήμων, ενώ η καθυστέρηση στην ανάπτυξη υποδομών αυξάνει το κόστος διαχείρισης. Παράλληλα, η οικονομική κατάσταση των ΔΕΥΑ συνδέεται άμεσα με την ενεργειακή πολιτική και την ανθεκτικότητα των πόλεων. Η συντήρηση των δικτύων, ο περιορισμός των απωλειών νερού και η αναβάθμιση των εγκαταστάσεων αποτελούν επενδύσεις που απαιτούν σταθερή χρηματοδότηση και μακροπρόθεσμο σχεδιασμό. Σημαντικό μέτωπο αποτελεί και η διατήρηση των Υπηρεσιών Δόμησης (ΥΔΟΜ) στους δήμους. Η ΚΕΔΕ αντιτίθεται στη γενικευμένη μεταφορά τους εκτός της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, υποστηρίζοντας ότι τα προβλήματα λειτουργίας τους πρέπει να αντιμετωπιστούν με προσλήψεις, στελέχωση και αναβάθμιση των υπηρεσιών.
Η θέση αυτή συνδέεται με τη γενικότερη διεκδίκηση για σαφή κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ κράτους και Αυτοδιοίκησης. Ο Κυρίζογλου επισημαίνει ότι η μεταφορά αρμοδιοτήτων στους δήμους χωρίς τους αντίστοιχους πόρους και το προσωπικό δημιουργεί ένα διοικητικό σύστημα στο οποίο οι δήμοι καλούνται να αναλάβουν ευθύνες χωρίς να διαθέτουν πάντοτε τα απαραίτητα εργαλεία. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται η πρόταση για ουσιαστική εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 του Συντάγματος και των αρχών του Ευρωπαϊκού Χάρτη Τοπικής Αυτονομίας, με πραγματική αποκέντρωση και κατοχύρωση της διοικητικής και οικονομικής αυτοτέλειας των δήμων.
Οι παρεμβάσεις που αναγνωρίζει η ΚΕΔΕ. Προειδοποίηση για κινητοποιήσεις
Παρά την κριτική για την ανεπαρκή χρηματοδότηση, η ηγεσία της ΚΕΔΕ αναγνωρίζει ότι έχουν πραγματοποιηθεί ορισμένες παρεμβάσεις από την πλευρά της κυβέρνησης. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται οι ρυθμίσεις του νέου Κώδικα Αυτοδιοίκησης, η εξασφάλιση της εργασιακής συνέχειας για περισσότερους από 9.000 εργαζομένους σε βρεφονηπιακούς και παιδικούς σταθμούς, η απόδοση του 3% του Πράσινου Ταμείου στους δήμους και η έκτακτη επιχορήγηση ύψους 140 εκατ. ευρώ. Ωστόσο, η ΚΕΔΕ θεωρεί ότι οι συγκεκριμένες παρεμβάσεις δεν αντιμετωπίζουν το βασικό πρόβλημα της αναντιστοιχίας μεταξύ αρμοδιοτήτων και χρηματοδότησης. Η θέση της είναι ότι απαιτείται συνολική μεταρρύθμιση και όχι διαδοχικές έκτακτες ενισχύσεις. Η ΚΕΔΕ προσανατολίζεται στην ενημέρωση όλων των πολιτικών κομμάτων για το σύνολο των διεκδικήσεών της, ενώ ο πρόεδρός της προειδοποίησε ότι, εφόσον δεν υπάρξουν συγκεκριμένες απαντήσεις, η Αυτοδιοίκηση θα προχωρήσει σε δυναμικές κινητοποιήσεις, ακόμη και σε συγκέντρωση διαμαρτυρίας έξω από τη Βουλή. Το συνέδριο της Καλαμάτας, που ολοκληρώνεται στις 7 Νοεμβρίου, καλείται να διαμορφώσει ενιαία θέση των δήμων απέναντι στην κυβέρνηση, με βασικό αίτημα την κάλυψη του λειτουργικού κόστους και τη διασφάλιση σταθερών πόρων για την επόμενη περίοδο.
Η οικονομική διεκδίκηση της ΚΕΔΕ έχει και μια ευρύτερη αναπτυξιακή διάσταση. Οι δήμοι αποτελούν τον βασικό φορέα υλοποίησης και λειτουργίας σημαντικού αριθμού έργων που συνδέονται με την καθημερινότητα των πολιτών, αλλά και με τον εκσυγχρονισμό των ελληνικών πόλεων. Αυτό αφορά τις ψηφιακές υπηρεσίες, τα συστήματα έξυπνης διαχείρισης κυκλοφορίας και στάθμευσης, τον δημοτικό φωτισμό, την παρακολούθηση των δικτύων ύδρευσης, τη διαχείριση απορριμμάτων, την πολιτική προστασία και τις υποδομές αντιμετώπισης φυσικών καταστροφών. Η υλοποίηση τέτοιων έργων, συμπεριλαμβανομένων των επενδύσεων που χρηματοδοτούνται από το Ταμείο Ανάκαμψης και τα ευρωπαϊκά προγράμματα, δεν εξαντλείται στην προμήθεια εξοπλισμού και την εγκατάσταση τεχνολογικών συστημάτων. Απαιτεί μόνιμη τεχνική υποστήριξη, εξειδικευμένο προσωπικό, συντήρηση, συνδεσιμότητα και σταθερούς λειτουργικούς πόρους. Επομένως, η οικονομική αυτοτέλεια των δήμων συνδέεται άμεσα με τη βιωσιμότητα των ψηφιακών και τεχνικών επενδύσεων. Χωρίς επαρκείς πόρους για τη λειτουργία τους, ακόμη και ολοκληρωμένα έργα κινδυνεύουν να μην αποδώσουν το αναμενόμενο αποτέλεσμα. Το πραγματικό διακύβευμα της συζήτησης στην Καλαμάτα είναι, συνεπώς, ευρύτερο από την αύξηση των κρατικών επιχορηγήσεων. Αφορά το εάν η ελληνική Αυτοδιοίκηση θα αποκτήσει σταθερή χρηματοδοτική βάση, επαρκές προσωπικό και σαφείς αρμοδιότητες, ώστε να περάσει από τη διαχείριση των καθημερινών προβλημάτων στον ολοκληρωμένο σχεδιασμό και την ανάπτυξη των πόλεων.

Λιβάνιος: Επέκταση της εντοπιότητας στις προσλήψεις των δήμων
Την επέκταση του μέτρου της εντοπιότητας στις προσλήψεις προσωπικού των δήμων, καθώς και πρόσθετες διαγωνιστικές διαδικασίες για την κάλυψη κενών θέσεων, προανήγγειλε από την πλευρά του, από το βήμα του συνεδρίου της ΚΕΔΕ, ο υπουργός Εσωτερικών Θοδωρής Λιβάνιος.
Αναφερόμενος στο ζήτημα της υποστελέχωσης των δήμων, ο υπουργός Εσωτερικών επισήμανε ότι κατά την τελευταία επταετία έχουν εγκριθεί περίπου 20.000 θέσεις εργασίας στην Αυτοδιοίκηση, διευκρινίζοντας, ωστόσο, ότι η έγκριση των προσλήψεων δεν αρκεί, εάν δεν διασφαλίζεται τελικά η τοποθέτηση των υπαλλήλων στις θέσεις για τις οποίες προκηρύχθηκαν.
Στο πλαίσιο αυτό, προανήγγειλε την εξέταση πρόσθετων διαγωνιστικών διαδικασιών για την κάλυψη θέσεων στις οποίες δεν εκδηλώθηκε ενδιαφέρον από υποψηφίους. Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα ανέφερε τον Δήμο Καστελόριζου, όπου δεν υπήρξε ενδιαφέρον από υποψηφίους του γραπτού διαγωνισμού για την κάλυψη διοικητικής θέσης. Όπως εξήγησε, εξετάζεται η δυνατότητα ενεργοποίησης μιας πρόσθετης διαδικασίας με σειρά προτεραιότητας, προκειμένου να αναζητηθούν ενδιαφερόμενοι και να καλυφθούν τα κενά, ιδίως σε πολύ μικρά νησιά.
Επιπλέον, προανήγγειλε την αναζήτηση ενός ταχύτερου μηχανισμού αναπλήρωσης των θέσεων όταν οι επιτυχόντες δεν αποδέχονται τον διορισμό τους. Όπως ανέφερε, η πρόβλεψη ποινής αποκλεισμού από επόμενους πίνακες για όσους δεν αποδέχονται τον διορισμό τους δεν αντιμετωπίζει από μόνη της το πρόβλημα που δημιουργείται στους δήμους. Ζητούμενο, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι να μπορούν να καλούνται γρήγορα οι επόμενοι υποψήφιοι στη σειρά προτεραιότητας, ώστε να μην παραμένουν ακάλυπτες οι θέσεις.
Στο ίδιο πλαίσιο, ο κ. Λιβάνιος εμφανίστηκε διατεθειμένος να συζητήσει την περαιτέρω επέκταση της αυξημένης μοριοδότησης της εντοπιότητας στις προκηρύξεις του ΑΣΕΠ, εφόσον αποδεικνύεται ότι το μέτρο συμβάλλει αποτελεσματικά στη στελέχωση των δημοτικών υπηρεσιών.
Υπενθύμισε ότι εδώ και δύο χρόνια η εντοπιότητα εφαρμόζεται στο σύνολο των ορεινών και νησιωτικών δήμων, καθώς και στους δήμους με πληθυσμό έως 25.000 κατοίκους. Σύμφωνα με τον υπουργό, η εφαρμογή της έχει ήδη αποδώσει, καθώς για πρώτη φορά ύστερα από χρόνια νέοι άνθρωποι διορίστηκαν σε δήμους στους οποίους κατοικούν.
Ως παράδειγμα πιθανής επέκτασης του μέτρου σε μεγαλύτερους πληθυσμιακά δήμους ανέφερε τον Δήμο Πυλαίας – Χορτιάτη, επισημαίνοντας ότι θα μπορούσε να εξεταστεί η εφαρμογή της εντοπιότητας και σε αστικούς δήμους για συγκεκριμένες θέσεις.
Νέα ενίσχυση για το ενεργειακό κόστος
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στο αυξημένο ενεργειακό κόστος που επιβαρύνει τους προϋπολογισμούς των δήμων, ανακοινώνοντας πρόσθετη οικονομική ενίσχυση εντός Νοεμβρίου, ενώ παρουσίασε το πλαίσιο παρέμβασης για τις ληξιπρόθεσμες οφειλές των Δημοτικών Επιχειρήσεων Ύδρευσης και Αποχέτευσης (ΔΕΥΑ) προς τους παρόχους ηλεκτρικής ενέργειας.
Ανέφερε ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία του Παρατηρητηρίου, η πρόσθετη επιβάρυνση των δήμων για το 2026, σε σύγκριση με το 2025, υπολογίζεται σε περίπου 35 εκατ. ευρώ.
Όπως σημείωσε, έχει ήδη δοθεί έκτακτη χρηματοδότηση ύψους σχεδόν 140 εκατ. ευρώ, ενώ ανακοίνωσε ότι μέσα στον μήνα αναμένεται να καταβληθεί συμπληρωματική ενίσχυση περίπου ίση με το ένα τέταρτο της προηγούμενης, προκειμένου να καλυφθεί μέρος του αυξημένου ενεργειακού κόστους για τους μήνες Οκτώβριο και Νοέμβριο.
Παράλληλα, ο υπουργός άσκησε κριτική στον τρόπο με τον οποίο οι πάροχοι ενέργειας αντιμετωπίζουν την Αυτοδιοίκηση, επισημαίνοντας ότι ο δημοτικός φωτισμός, η ύδρευση, οι δημοτικές εγκαταστάσεις και οι βιολογικοί καθαρισμοί αποτελούν βασικές υπηρεσίες και όχι προαιρετικές δαπάνες, με τους συνέδρους να απαντούν με θερμό χειροκρότημα.
Στο πλαίσιο αυτό, πρότεινε να εξεταστεί, σε συνεργασία με την ΚΕΔΕ και την Ένωση Δημοτικών Επιχειρήσεων Ύδρευσης – Αποχέτευσης (ΕΔΕΥΑ), η δυνατότητα κοινής διαπραγμάτευσης με τους παρόχους ηλεκτρικής ενέργειας, ώστε οι 332 δήμοι της χώρας να αντιμετωπίζονται ως ένας μεγάλος καταναλωτής, με ετήσια κατανάλωση περίπου 2,3 τεραβατωρών.


