Έναν διαφορετικό τρόπο φορολόγησης των μεγάλων ψηφιακών εταιρειών επιχειρεί να εισαγάγει η Γαλλία, συνδέοντας τη φορολογική επιβάρυνση όχι με τα έσοδα ή τα κέρδη τους, αλλά με τον όγκο των δεδομένων που μεταφέρουν στους χρήστες μέσω του Διαδικτύου.
Η γαλλική Εθνοσυνέλευση ενέκρινε στις 30 Οκτωβρίου 2026 τροπολογία στο σχέδιο προϋπολογισμού του 2027, η οποία προβλέπει φόρο 0,055 ευρώ για κάθε gigabyte δεδομένων που αποστέλλεται στους συνδρομητές γαλλικών παρόχων Internet. Η πρόταση αφορά τους παραγωγούς ψηφιακού περιεχομένου και υπηρεσιών, με τις μεγάλες διεθνείς πλατφόρμες να βρίσκονται στο επίκεντρο.
Η ψηφοφορία ήταν οριακή, αφού 11 βουλευτές ψήφισαν υπέρ, 10 κατά και 14 απείχαν. Η τροπολογία κατατέθηκε από τον σοσιαλιστή βουλευτή Laurent Lhardit και εγκρίθηκε παρά την αρνητική θέση της κυβέρνησης και του γενικού εισηγητή του προϋπολογισμού.
Πώς θα υπολογίζεται ο φόρος
Η πρόταση προβλέπει ότι η επιβάρυνση θα υπολογίζεται με βάση τον όγκο των δεδομένων που μεταφέρονται προς τους συνδρομητές στη Γαλλία. Έτσι, για κάθε 1.000 GB, η εταιρεία που αποστέλλει το περιεχόμενο θα επιβαρύνεται με 55 ευρώ, πριν από την εφαρμογή των προβλεπόμενων ανώτατων ορίων.
Τη συλλογή των στοιχείων θα αναλάβουν οι πάροχοι πρόσβασης στο Διαδίκτυο, οι οποίοι θα καταγράφουν τον όγκο των δεδομένων και την εταιρεία από την οποία προέρχονται. Τα στοιχεία θα συγκεντρώνονται και θα αποστέλλονται στις φορολογικές αρχές υπό την εποπτεία της γαλλικής ρυθμιστικής αρχής τηλεπικοινωνιών Arcep.
Σύμφωνα με το κείμενο της πρότασης, η διαδικασία θα βασίζεται σε συγκεντρωτικά και ανωνυμοποιημένα στοιχεία. Δεν προβλέπεται καταγραφή του περιεχομένου των επικοινωνιών ή των επιμέρους προορισμών τους.
Η φορολογική επιβάρυνση θα έχει επίσης ανώτατο όριο, το οποίο συνδέεται με τον κύκλο εργασιών της εταιρείας στη Γαλλία και συνολικά. Συγκεκριμένα, προβλέπεται όριο έως το 15% του κύκλου εργασιών στη γαλλική αγορά ή το 2% του συνολικού κύκλου εργασιών.
Google, Meta, Netflix και Amazon στο επίκεντρο
Οι υποστηρικτές της πρότασης εκτιμούν ότι το μεγαλύτερο μέρος του φόρου θα αφορά τις μεγάλες διεθνείς εταιρείες τεχνολογίας και ψηφιακού περιεχομένου. Στο επίκεντρο βρίσκονται επιχειρήσεις όπως η Google, η Meta, η Amazon, το Netflix και η Akamai, οι οποίες διακινούν σημαντικό μέρος της διαδικτυακής κίνησης.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της γαλλικής ρυθμιστικής αρχής Arcep που επικαλούνται οι εισηγητές της τροπολογίας, πέντε μεγάλοι πάροχοι περιεχομένου αντιπροσωπεύουν περίπου το μισό της κίνησης δεδομένων προς τους Γάλλους συνδρομητές. Με την προσθήκη ακόμη 20 διεθνών πλατφορμών, το ποσοστό εκτιμάται ότι φτάνει το 75% έως 80%.
Οι συντάκτες της πρότασης υποστηρίζουν ότι οι εταιρείες που δημιουργούν τόσο μεγάλο όγκο διαδικτυακής κίνησης πρέπει να συμμετέχουν περισσότερο στη χρηματοδότηση των υποδομών που χρησιμοποιούν. Εκτιμούν, μάλιστα, ότι το νέο μέτρο θα μπορούσε να αποφέρει περίπου 10 δισ. ευρώ ετησίως στα δημόσια ταμεία. Πρόκειται, ωστόσο, για εκτίμηση των εισηγητών και όχι για επιβεβαιωμένα φορολογικά έσοδα.
Η αντίδραση της κυβέρνησης και το ζήτημα των μικρότερων εταιρειών
Η πρόταση συνάντησε την αντίθεση της γαλλικής κυβέρνησης. Κατά τη διάρκεια της κοινοβουλευτικής συζήτησης, ο υπουργός αρμόδιος για τον προϋπολογισμό David Amiel εξέφρασε επιφυλάξεις για τον τρόπο εφαρμογής της και υποστήριξε ότι η επιβάρυνση δεν θα περιοριστεί απαραίτητα στους μεγάλους τεχνολογικούς ομίλους.
Σύμφωνα με την κυβερνητική εκτίμηση, σημαντικό μέρος του φόρου θα μπορούσε να επιβαρύνει μικρότερους παρόχους περιεχομένου, ακόμη και γαλλικές επιχειρήσεις. Ο γενικός εισηγητής του προϋπολογισμού, Philippe Juvin, προειδοποίησε επίσης ότι οι μεγάλες πλατφόρμες ενδέχεται να μεταφέρουν το κόστος στους διαφημιζόμενους.
Από την πλευρά του, ο εισηγητής της τροπολογίας υποστήριξε ότι οι δωρεάν υπηρεσίες κοινωνικής δικτύωσης, όπως το Facebook, το Instagram και το TikTok, δεν μπορούν εύκολα να μετακυλίσουν άμεσα το κόστος στους χρήστες τους.
Η ευρωπαϊκή συζήτηση για το κόστος των δικτύων
Πίσω από τη γαλλική πρόταση βρίσκεται μια ευρύτερη αντιπαράθεση για το ποιος πρέπει να επωμίζεται το κόστος ανάπτυξης και λειτουργίας των τηλεπικοινωνιακών υποδομών.
Οι τηλεπικοινωνιακοί πάροχοι υποστηρίζουν ότι οι μεγάλες ψηφιακές πλατφόρμες δημιουργούν σημαντικό μέρος της κίνησης στα δίκτυα, χωρίς να συμμετέχουν άμεσα στο κόστος των επενδύσεων που απαιτούνται για τη διαχείρισή της. Το ζήτημα είναι γνωστό στην ευρωπαϊκή συζήτηση ως «fair share», δηλαδή η αναζήτηση μιας δικαιότερης κατανομής του κόστους μεταξύ των εταιρειών που παρέχουν πρόσβαση στο Διαδίκτυο και εκείνων που παράγουν ή διανέμουν ψηφιακό περιεχόμενο.
Από την άλλη πλευρά, οι επικριτές τέτοιων μέτρων προειδοποιούν ότι η επιβολή χρεώσεων στις εταιρείες περιεχομένου μπορεί να επηρεάσει τον ανταγωνισμό, να επιβαρύνει μικρότερους παρόχους και να δημιουργήσει νέες πιέσεις στις ψηφιακές υπηρεσίες. Το ζήτημα συνδέεται επίσης με την αρχή της ουδετερότητας του Διαδικτύου, σύμφωνα με την οποία η διαδικτυακή κίνηση δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται με διακρίσεις ανάλογα με την προέλευση ή το περιεχόμενό της.
Δεν έχει γίνει ακόμη νόμος
Παρά την έγκριση της τροπολογίας από την Εθνοσυνέλευση, ο φόρος δεν έχει τεθεί σε ισχύ. Αποτελεί μέρος της κοινοβουλευτικής διαδικασίας για τον προϋπολογισμό του 2027 και μπορεί να τροποποιηθεί ή να απορριφθεί στα επόμενα στάδια εξέτασης του νομοσχεδίου, μεταξύ άλλων κατά τη συζήτησή του στη Γερουσία.
Η εξέλιξη έχει ενδιαφέρον και για την υπόλοιπη Ευρώπη, καθώς επαναφέρει στο προσκήνιο το ερώτημα αν οι μεγάλες ψηφιακές πλατφόρμες πρέπει να συμμετέχουν περισσότερο στο κόστος των δικτύων που χρησιμοποιούν. Το αν η γαλλική πρόταση θα αποτελέσει προηγούμενο για άλλες χώρες θα εξαρτηθεί τόσο από την τελική νομοθετική της πορεία όσο και από τις αντιδράσεις της αγοράς.


