του Πάνου Παπαϊωάννου
Από τις πολικές δίνες και τις καταρρακτώδεις βροχές έως την ακραία ζέστη και τον καπνό από τις δασικές πυρκαγιές, το Σικάγο έχει βρεθεί τα τελευταία χρόνια αντιμέτωπο με μια μεγάλη γκάμα κλιματικών απειλών. Κι όμως, μια νέα διεθνής ανάλυση το αναδεικνύει ως την πιο ανθεκτική μεγαλούπολη στον κόσμο. Το μυστικό δεν βρίσκεται μόνο στη γεωγραφία, αλλά κυρίως σε υποδομές, επενδύσεις και πολιτικές προσαρμογής.
Το Σικάγο αναδεικνύεται στην πιο ανθεκτική μεγάλη πόλη στον κόσμο απέναντι στην απειλή της κλιματικής αλλαγής, σύμφωνα με την ανάλυση της AlphaGeo, εταιρείας Τεχνητής Νοημοσύνης με έδρα τη Σιγκαπούρη, η οποία εξέτασε 72 από τις μεγαλύτερες πόλεις του πλανήτη με βάση τον δείκτη Climate Risk & Resilience Index (CRRI). Η πόλη καταγράφει δείκτη Resilience-Adjusted Risk (RAJ) μόλις 8, τη χαμηλότερη τιμή μεταξύ των πόλεων που εξετάστηκαν.
Το ενδιαφέρον, ωστόσο, δεν είναι στο ποια πόλη βρίσκεται στην κορυφή. Αλλά το γιατί.
Δεν αρκεί να έχεις καλή γεωγραφία
Η ανάλυση της AlphaGeo επιχειρεί να απαντήσει σε ένα ερώτημα που αποκτά ολοένα μεγαλύτερη σημασία για τις σύγχρονες πόλεις: Αν ο κλιματικός κίνδυνος οφείλεται αποκλειστικά στη φυσική έκθεση και πόσο μπορεί να περιοριστεί μέσα από τις υποδομές, την τεχνολογία, τη διακυβέρνηση και τις επενδύσεις;
Για τον λόγο αυτό, η AlphaGeo δεν εξετάζει μόνο τον αρχικό φυσικό κίνδυνο κάθε πόλης. Ο δείκτης Physical Risk Score μετρά την ακατέργαστη έκθεση σε μια σειρά κλιματικών κινδύνων, όπως πλημμύρες, θερμική καταπόνηση, ξηρασία, πυρκαγιές, καταιγίδες και άνοδο της στάθμης της θάλασσας. Στη συνέχεια, ο δείκτης RAJ προσαρμόζει τον κίνδυνο λαμβάνοντας υπόψη τα μέτρα που έχουν ήδη ληφθεί: υποδομές, συστήματα έγκαιρης προειδοποίησης, πολιτικές και μηχανισμούς διακυβέρνησης.
Η διαφορά ανάμεσα στους δύο δείκτες αποτελεί το Adaptation Delta — με άλλα λόγια, πώς μία πόλης με την κατάλληλη προσαρμογή μπορεί να εξαλείψει τους κινδύνους που την απειλούν.
Και εδώ βρίσκεται ένα από τα σημαντικότερα συμπεράσματα της έκθεσης: η γεωγραφία δεν είναι πεπρωμένο. Πόλεις με σχεδόν ίδια επίπεδα φυσικής έκθεσης μπορούν να εμφανίζουν διαφορές έως και 33 μονάδες στον δείκτη RAJ, ανάλογα με τα μέτρα προσαρμογής που έχουν εφαρμόσει.
Το «Deep Tunnel» και η λογική της ανθεκτικής πόλης
Η περίπτωση του Σικάγου είναι χαρακτηριστική. Η πόλη διαθέτει σημαντικά γεωγραφικά πλεονεκτήματα, καθώς βρίσκεται σε εύκρατη κλιματική ζώνη και δεν έχει την ίδια έκθεση σε τροπικούς κινδύνους με άλλες μεγάλες μητροπόλεις. Αυτό όμως δεν αρκεί για να εξηγήσει την πρώτη θέση.
Όπως αναδεικνύεται από την μελέτη, σημαντικό ρόλο έχουν παίξει οι μακροχρόνιες επενδύσεις της πόλης στην αντιπλημμυρική προστασία, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το Deep Tunnel, ένα μεγάλο σύστημα σηράγγων και δεξαμενών που έχει σχεδιαστεί για τη διαχείριση τεράστιων ποσοτήτων νερού.
Στο ίδιο οικοσύστημα εντάσσονται οι πράσινοι χώροι, οι υποδομές βιώσιμης μετακίνησης και οι υποδομές ηλεκτροκίνησης.
Με άλλα λόγια, η ανθεκτικότητα δεν είναι ένα έργο που ολοκληρώνεται μία φορά. Είναι ένα σύστημα υποδομών και πολιτικών που εξελίσσεται συνεχώς.
Και αυτό είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον μάθημα για τις πόλεις που φιλοδοξούν να περάσουν από το μοντέλο της «έξυπνης πόλης» σε εκείνο της ανθεκτικής και κλιματικά προσαρμοσμένης πόλης.
Ποιοι ακολουθούν το Σικάγο
Πίσω από το Σικάγο βρίσκονται πόλεις από διαφορετικές ηπείρους και με εντελώς διαφορετικά γεωγραφικά και οικονομικά χαρακτηριστικά.
Η Αντίς Αμπέμπα καταγράφει RAJ 10, η Βαρκελώνη και η Μελβούρνη από 11, το Παρίσι και το Μπουένος Άιρες από 12, ενώ το Ναϊρόμπι βρίσκεται στο 13. Στην ίδια ευρύτερη ομάδα βρίσκονται η Μπογκοτά, το Ρίο ντε Τζανέιρο, η Σάο Πάολο, το Σίδνεϊ και άλλες μεγάλες πόλεις.
Η εικόνα αυτή δείχνει ότι η ανθεκτικότητα δεν αποτελεί αποκλειστικό χαρακτηριστικό των πλούσιων δυτικών μητροπόλεων. Η γεωγραφία, το υψόμετρο, το κλίμα, η φυσική έκθεση αλλά και το επίπεδο των επενδύσεων συνδυάζονται με διαφορετικούς τρόπους σε κάθε πόλη.
Η Αντίς Αμπέμπα, για παράδειγμα, επωφελείται σε μεγάλο βαθμό από το υψόμετρο και τη γεωγραφία της, ενώ πόλεις όπως η Βαρκελώνη, το Παρίσι και το Λονδίνο συνδυάζουν ευνοϊκότερη κλιματική γεωγραφία με δεκαετίες επενδύσεων σε υποδομές και σχέδια αστικής ανθεκτικότητας.
Στον αντίποδα, οι πόλεις στη Νότια Ασία
Η άλλη όψη της εικόνας βρίσκεται στη Νότια Ασία. Οι έξι πόλεις με τις υψηλότερες βαθμολογίες RAJ στην ανάλυση είναι όλες στην περιοχή: Αχμενταμπάντ (41), Χαϊντεραμπάντ του Πακιστάν (41), Μουλτάν (38), Ντάκα (36), Κολκάτα (35) και Λαχόρη (35).
Το κοινό τους χαρακτηριστικό είναι ο συνδυασμός πολύ υψηλής φυσικής έκθεσης και σχετικά περιορισμένης αποτελεσματικότητας των μέτρων προσαρμογής.
Το αποτέλεσμα έχει ιδιαίτερη σημασία όχι μόνο για τους κατοίκους, αλλά και για όσους σχεδιάζουν ή χρηματοδοτούν υποδομές. Όσο μεγαλύτερος είναι ο υπολειπόμενος κίνδυνος, τόσο μεγαλύτερη είναι η πίεση στην αξία των ακινήτων, στη διάρκεια ζωής των υποδομών και στην επιχειρησιακή συνέχεια.
Η Κίνα δείχνει τι σημαίνει «αποτελεσματική προσαρμογή»
Αν ο RAJ δείχνει πόσος κίνδυνος παραμένει, το Adaptation Rate δείχνει πόσο αποτελεσματικά μια πόλη μετατρέπει τις επενδύσεις και τα μέτρα προσαρμογής σε μείωση του κινδύνου.
Και σε αυτόν τον δείκτη, οι κινεζικές μεγαλουπόλεις ξεχωρίζουν. Το Πεκίνο καταγράφει ποσοστό προσαρμογής 50%, η Τιαντζίν 49%, η Σεντζέν 49%, ενώ η Σαγκάη, η Ναντζίνγκ και η Γουχάν από 46%.
Η AlphaGeo χαρακτηρίζει αξιοσημείωτη τη συνέπεια με την οποία οι κινεζικές μητροπόλεις μετατρέπουν την υψηλή φυσική έκθεση σε σημαντικά χαμηλότερο υπολειπόμενο κίνδυνο.
Το εύρημα έχει ιδιαίτερη σημασία για τον σχεδιασμό των μεγάλων αστικών κέντρων: η ανθεκτικότητα δεν μετριέται μόνο από το πόσο μεγάλο είναι το πρόβλημα, αλλά και από το πόσο αποτελεσματικά μειώνεται το πρόβλημα μετά τις επενδύσεις.
Από τα smart cities στα climate-resilient cities
Η ανάλυση αυτή φέρνει στο προσκήνιο μια νέα διάσταση της συζήτησης για τις Smart Cities. Για χρόνια, η «έξυπνη πόλη» συνδεόταν κυρίως με αισθητήρες, δίκτυα, έξυπνη διαχείριση κυκλοφορίας, ψηφιακές υπηρεσίες και ενεργειακή αποδοτικότητα.
Σήμερα, όμως, το ερώτημα γίνεται πολύ πιο δύσκολο: Μπορεί η πόλη να συνεχίσει να λειτουργεί όταν έρθει το ακραίο καιρικό φαινόμενο;
Εδώ συναντώνται η τεχνολογία και οι υποδομές.
Συστήματα έγκαιρης προειδοποίησης, αισθητήρες και δεδομένα σε πραγματικό χρόνο, ψηφιακοί χάρτες επικινδυνότητας, έξυπνα δίκτυα ύδρευσης και αποχέτευσης, αντιπλημμυρικά έργα, πράσινες υποδομές και ενεργειακά αποδοτικά κτίρια αποτελούν πλέον τμήματα του ίδιου οικοσυστήματος.
Η κλιματική ανθεκτικότητα μετατρέπεται έτσι από περιβαλλοντικό ζήτημα σε ζήτημα υποδομών, τεχνολογίας, χρηματοδότησης και αστικής διακυβέρνησης.
Η ανθεκτικότητα έχει πλέον και οικονομικό αποτύπωμα
Η AlphaGeo συνδέει τα αποτελέσματα της ανάλυσης και με τις επενδύσεις.
Για τους ιδιοκτήτες και διαχειριστές ιδιωτικών κεφαλαίων, ο RAJ λειτουργεί ως μέτρο του κινδύνου που παραμένει αφού ληφθούν υπόψη τα υπάρχοντα μέτρα προσαρμογής.
Για τους επενδυτές σε κρατικά και δημοτικά ομόλογα, οι πόλεις με υψηλό υπολειπόμενο κίνδυνο μπορούν να συνεπάγονται μεγαλύτερες μελλοντικές ανάγκες για αποκατάσταση υποδομών και αντιμετώπιση καταστροφών.
Και για τους δήμους, το Adaptation Rate μπορεί να λειτουργήσει ως ένας τρόπος να αξιολογούν αν τα χρήματα που επενδύονται στην προσαρμογή παράγουν μετρήσιμο αποτέλεσμα.
Δεν είναι τυχαίο ότι η μελέτη εξετάζει την κλιματική ανθεκτικότητα και μέσα από το πρίσμα των κανονιστικών απαιτήσεων για τη γνωστοποίηση φυσικών κλιματικών κινδύνων, συνδέοντας τους δείκτες Risk Score, RAJ και Adaptation Delta με το ευρύτερο πλαίσιο των TCFD, ISSB IFRS S2 και EU CSRD.
Το μεγάλο στοίχημα για τις πόλεις
Το Σικάγο μπορεί να βρίσκεται στην κορυφή της συγκεκριμένης ανάλυσης, αλλά το πραγματικό μήνυμα της μελέτης βρίσκεται αλλού. Καμία πόλη δεν είναι άτρωτη. Ακόμη και το Σικάγο συνεχίζει να αντιμετωπίζει πλημμύρες, ακραίες βροχοπτώσεις και θερμική καταπόνηση. Η υψηλή βαθμολογία ανθεκτικότητας δεν σημαίνει απουσία προβλημάτων. Σημαίνει ότι, σε σχέση με το επίπεδο της αρχικής έκθεσης, έχουν δημιουργηθεί μηχανισμοί που περιορίζουν σημαντικό μέρος του κινδύνου.
Αυτό αλλάζει και τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να σχεδιάζονται οι πόλεις. Το ερώτημα πλέον δεν είναι απλώς «πόσο κινδυνεύει η πόλη;». Είναι: «Πόσο από αυτόν τον κίνδυνο μπορούμε να περιορίσουμε και πόσο αποτελεσματικά;»
Και η απάντηση θα κριθεί στις επόμενες δεκαετίες όχι μόνο από το κλίμα και τη γεωγραφία, αλλά από τις υποδομές που θα κατασκευάσουμε, τα δεδομένα που θα αξιοποιήσουμε, την τεχνολογία που θα αναπτύξουμε και τις επενδύσεις που θα κάνουμε σήμερα.

