Υπάρχουν ειδήσεις που μόλις τις διαβάσεις σταματάει ο χρόνος. Γιατί σε γυρίζουν πίσω δεκαετίες. Σε μια εποχή που υπάρχει πια μόνο στη μνήμη. Και αυτή η είδηση είναι το κλείσιμο της «Μουριάς». Στην πλατεία των Εξαρχέιων. Ύστερα από 111 χρόνια ζωής.
Δεν είναι απλώς το τέλος ενός απλού και συνηθισμένου καφενείου. Είναι ένα «αντίο» σε μία εποχή που γνωρίσαμε, όταν ήμασταν κάποτε νέοι και τώρα είμαστε στα «βαριά -ήντα». Περάσαμε από χρόνια ανήσυχα, με ακούσματα και μουσικές που έμειναν στην ιστορία, με αξέχαστους έρωτες, με αέναες πολιτικές συζητήσεις και όνειρα που δεν χωρούσαν στα μέτρα της καθημερινότητας. Πιστεύαμε πως ο κόσμος μπορούσε να αλλάξει και πως εμείς θα ήμασταν εκεί για να τον αλλάξουμε.
Είχαμε μόνιμα στέκια. Λες και ήταν στασίδια. Εκεί όπου οι παρέες έμεναν ώρες με έναν καφέ, οι συζητήσεις ξεκινούσαν από ένα τραγούδι και κατέληγαν στην επανάσταση, στον έρωτα και στο νόημα της ζωής. Εκεί όπου γεννήθηκαν ανεξίτηλες φιλίες, δίνονταν υποσχέσεις και χτίζονταν όνειρα, χωρίς κανείς να υποψιάζεται πόσα θα χάνονταν στον δρόμο. Δεν είχαμε πολλά. Είχαμε, όμως, χρόνο, φίλους και την αίσθηση πως η ζωή ήταν εκεί, μπροστά μας. Μας περίμενε και εμείς θα την συναντούσαμε όποτε θέλαμε.
Αλλά τα χρόνια πέρασαν. Και δεν μας ρώτησαν. Γιατί άραγε; Εμείς πιστέψαμε όμως, ότι θα μας ρωτούσαν. Το καταλάβαμε όταν άρχισαν να «φεύγουν» φίλοι. Οι περισσότεροι για πάντα. Αλλοι σκορπίστηκαν ρίχνοντας μαύρη πέτρα πίσω τους. Οι υπόλοιποι κουβαλάμε τις αναμνήσεις μιας εποχής που δεν επιστρέφει. Η «Μουριά» άντεξε περισσότερο από τέσσερις γενιές. Είδε χιλιάδες από εμάς να περνούν από τα τραπεζάκια της, τα Εξάρχεια να αλλάζουν και την Αθήνα να χάνει τα παλιά καλά στέκια, που έδιναν στις γειτονιές της χρώματα, μυρωδιές, χαρακτήρα, μνήμες.
Η «Μουριά» κατεβάζει ρολά. Κάτι θα ανοίξει στη θέση της. Ισως ένας «Γρηγόρης». Ισως ένα Coffee Island. Θα έρθουν οι νέες παρέες. Όμως κανένα καινούργιο τραπέζι που θα μπει, δεν θα ακούσει τις δικές μας ιστορίες. Κανένας δεν θα μας επιστρέψει σε εκείνα τα απογεύματα που ξεκινούσαν χωρίς σχέδιο και τελείωναν όταν έφτανε το πρωί. Αν μπορούσαμε να γυρίσουμε τον χρόνο πίσω θα ζητούσαμε μόνο ένα από τα παλιά τραπέζια, αλλά να ήταν όλοι εκεί. Οι φίλοι που χάσαμε, οι έρωτες που δεν άντεξαν και εμείς. Τα παιδιά που υπήρξαμε κάποτε, πριν μας αλλάξει ο χρόνος. Όμως ο χρόνος δεν γυρίζει πίσω. Δυστυχώς; Μάλλον ευτυχώς! Οι πόρτες κλείνουν, οι άνθρωποι φεύγουν και η πόλη προχωρά, αδιαφορώντας για όσα αφήνει πίσω της.
Αντίο, λοιπόν, «Μουριά». Αντίο στα early sixties, στις παρέες, που νόμιζαν πως θα κρατούσαν για πάντα. Στα όνειρα που έμειναν μισά.
Κάπου μέσα μας, εκείνα τα παιδιά εξακολουθούν να κάθονται γύρω από ένα τραπέζι. Γελούν, διαφωνούν, μαλλώνουν, ονειρεύονται. Γιατί δεν έχουν γεράσει και μάλλον δεν θα γεράσουν ποτέ.
Μόνο που η «Μουριά» στις 31 Οκτωβρίου κλείνει. Οριστικά. Κι εμείς δεν μπορούμε να γυρίσουμε πίσω για να καθίσουμε μαζί με τις αναμνήσεις μας Δεν αποχαιρετάμε μόνο ένα κομμάτι της Αθήνας. Αποχαιρετάμε τη νιότη μας. Για μία ακόμη φορά
Γιάννης Χαλαβαζής


