Επικαιρότητα

Διονύσης Χαριτόπουλος: Έφυγε ο «βαθύς» Πειραιώτης

του Γιάννη Χαλαβαζή

«Το ζεϊμπέκικο είναι η σωματική έκφραση της ήττας». Με αυτή τη φράση ο Διονύσης Χαριτόπουλος περιέγραψε έναν χορό που, για τον ίδιο, δεν είχε σχέση με την επίδειξη, αλλά με τον προσωπικό καημό, το ανεκπλήρωτο όνειρο και την αξιοπρέπεια του ανθρώπου που δοκιμάζεται. Η σκέψη του αποκτά ιδιαίτερο βάρος μετά τον θάνατό του, στις 8 Οκτωβρίου 2026, καθώς συνδέεται με τον κόσμο που γνώρισε από κοντά και αποτύπωσε στα βιβλία του: τον Πειραιά των εργατικών συνοικιών, του λιμανιού και των ανθρώπων που έμαθαν να επιβιώνουν χωρίς να χαρίζονται εύκολα.

Για τον Χαριτόπουλο, το ζεϊμπέκικο δεν είναι ένας χορός που μαθαίνεται με βήματα. Είναι μια προσωπική υπόθεση, μια στιγμή κατά την οποία ο άνθρωπος εκφράζει όσα δεν μπορεί να πει με λόγια. Η απογοήτευση, η απώλεια, η αδικία, ο έρωτας που δεν ευοδώθηκε και η αίσθηση ότι η ζωή δεν πήγε όπως την περίμενε βρίσκουν διέξοδο στην κίνηση του σώματος. Ο χορευτής δεν χρειάζεται να εντυπωσιάσει τους γύρω του. Η ουσία βρίσκεται σε αυτό που κουβαλά και όχι σε όσα επιδεικνύει. Στο κείμενό του για το ζεϊμπέκικο, ο συγγραφέας το παρομοιάζει με έναν μοναχικό θρήνο, μια εσωτερική εξομολόγηση που δεν έχει ανάγκη από χειροκρότημα. Αυτή είναι η δική του ερμηνεία για τον χορό, όχι ένας ορισμός που δεσμεύει όλους όσοι τον χορεύουν. Αποτυπώνει, όμως, μια αντίληψη για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια που διατρέχει μεγάλο μέρος του έργου του: ο άνθρωπος δεν κρίνεται μόνο από τις νίκες του, αλλά και από τον τρόπο με τον οποίο στέκεται απέναντι στις ήττες του.

Η ζωή στον Πειραιά έγινε λογοτεχνία

Ο Διονύσης Χαριτόπουλος γεννήθηκε στον Πειραιά το 1947 και μεγάλωσε στις φτωχογειτονιές του. Εργάστηκε από νεαρή ηλικία σε χειρωνακτικές δουλειές στο λιμάνι, σε μηχανουργεία και εργοστάσια, πριν ασχοληθεί με τη διαφήμιση και αφοσιωθεί στη συγγραφή. Η εμπειρία αυτή καθόρισε τη σχέση του με την πόλη. Δεν έγραψε για τον Πειραιά ως εξωτερικός παρατηρητής ούτε τον αντιμετώπισε σαν μια χαμένη, ειδυλλιακή εποχή. Γνώριζε τη σκληρή καθημερινότητα, τις κοινωνικές διαφορές, τις προσωπικές αντιπαραθέσεις και τους άγραφους κανόνες ενός κόσμου που είχε ως κοινό σημείο αναφοράς το λιμάνι. Αυτός ο κόσμος βρίσκεται στο επίκεντρο της «Τριλογίας του Πειραιά», που περιλαμβάνει τα βιβλία «Εκ Πειραιώς» (2012), «Πειραιώτες» (2016) και «Πειραιάς βαθύς» (2018).

Στο «Εκ Πειραιώς», ο Χαριτόπουλος επιστρέφει στον τόπο όπου μεγάλωσε και ανασυνθέτει το περιβάλλον των πρώτων χρόνων της ζωής του. Στους «Πειραιώτες» καταγράφει μικρές ιστορίες από τις δεκαετίες του 1950 και του 1960, με πρόσωπα και περιστατικά που αναδεικνύουν τη φυσιογνωμία της πόλης. Στον «Πειραιά βαθύ» στρέφεται σε έναν πιο σκοτεινό κόσμο, όπου παλιές υποθέσεις, μυστικά και εγκλήματα φωτίζουν πλευρές του παρελθόντος που δεν πέρασαν ποτέ ολοκληρωτικά στη δημόσια μνήμη. Η Τρούμπα, τα Μανιάτικα, η Καστέλλα, η Δραπετσώνα, τα Ταμπούρια και οι δρόμοι γύρω από το λιμάνι αποκτούν στα βιβλία του συγκεκριμένο κοινωνικό περιεχόμενο. Οι άνθρωποι δεν εμφανίζονται ως διακοσμητικές φιγούρες μιας παλιάς εποχής. Είναι εργαζόμενοι, περιθωριακοί τύποι, μετανάστες, άνθρωποι που συγκρούονται, ερωτεύονται, παρανομούν ή προσπαθούν να κρατήσουν τη θέση τους σε μια σκληρή κοινωνία. Ιδιαίτερη θέση στους «Πειραιώτες» έχουν το ρεμπέτικο, οι συμμορίες, η κρατική βία και η ζωή ενός πληθυσμού που διαμορφώθηκε από τη συνάντηση ανθρώπων διαφορετικής καταγωγής. Ο Χαριτόπουλος καταγράφει αυτό το περιβάλλον με σκληρό χιούμορ και χωρίς να αποκρύπτει τις αντιφάσεις του.

Η τριλογία αποτελεί μια μοναδική λογοτεχνική καταγραφή της πόλης μέσα από τις ιστορίες των ανθρώπων της. Ο Πειραιάς δεν περιορίζεται στα γνωστά τοπόσημα και στη ναυτική του ταυτότητα. Παρουσιάζεται ως μια κοινωνία με δικούς της κώδικες, όπου η αξιοπρέπεια μπορούσε να συνυπάρχει με τη βία και η αλληλεγγύη με την εκμετάλλευση.

Από τη «Δανεικιά γραβάτα» στον Άρη Βελουχιώτη. Η ήττα, ο έρωτας και η αξιοπρέπεια

Η συγγραφική πορεία του Χαριτόπουλου άρχισε το 1976 με τη συλλογή διηγημάτων «Δανεικιά γραβάτα». Ακολούθησαν μυθιστορήματα, νουβέλες, θεατρικά έργα και δοκίμια, μεταξύ των οποίων τα «525 τάγμα πεζικού», «Τα παιδιά της Χελιδόνας», «Δέσποινα», «Τη νύχτα που έφυγε ο Μπούκοβι» και «Εναντίον του Marlboro». Το «Εγχειρίδιο βλακείας», που κυκλοφόρησε το 2008, γνώρισε ευρεία απήχηση μέσα από την αφοριστική και σατιρική προσέγγισή του στην ανθρώπινη συμπεριφορά. Στα «Αυγά μαύρα», ένα από τα θεατρικά έργα του, η γραφή του πήρε διαφορετική μορφή, ενώ στο «Ο άνεμος κουβάρι» ασχολήθηκε με τη μνήμη και τις προσωπικές σχέσεις. Ξεχωριστή θέση στην εργογραφία του έχει το «Άρης, ο αρχηγός των ατάκτων», η εκτενής ιστορική βιογραφία του Άρη Βελουχιώτη. Για την έρευνα του βιβλίου, ο συγγραφέας αναζήτησε μαρτυρίες ανθρώπων που γνώρισαν τον πρωταγωνιστή της Εθνικής Αντίστασης και μελέτησε τις συνθήκες μέσα στις οποίες έδρασε. Το 2022 επανήλθε στην περίοδο της Αντίστασης με τους «Άτακτους». Παρά τη θεματική ποικιλία, ένα σταθερό ενδιαφέρον διατρέχει το έργο του: οι άνθρωποι που δεν χωρούν εύκολα στις έτοιμες κατηγορίες, οι αντιφάσεις τους και οι επιλογές τους σε συνθήκες πίεσης.

Η σκέψη του για το ζεϊμπέκικο συνδέεται με αυτή τη ματιά. Ο άνθρωπος που χορεύει δεν χρειάζεται να εξηγήσει την απογοήτευσή του ούτε να παρουσιάσει μια εκδοχή του εαυτού του που θα γίνει αποδεκτή από τους άλλους. Για λίγα λεπτά, εκφράζει αυτό που αισθάνεται χωρίς να το μετατρέπει σε δημόσια απολογία. Ανάλογη ευαισθησία διακρίνεται και στη γραφή του για τον έρωτα και την απώλεια. Η σχέση του με τη Μαλβίνα Κάραλη συνδέθηκε με το βιβλίο «Ο άνεμος κουβάρι», όπου η προσωπική εμπειρία συναντά τη μνήμη και τη λογοτεχνική αφήγηση. Στον Χαριτόπουλο, η ανθρώπινη αδυναμία δεν εξαφανίζεται με μια εύκολη απόφαση. Οι απώλειες και οι απογοητεύσεις παραμένουν μέρος της προσωπικής ιστορίας, ακόμη κι όταν ο άνθρωπος συνεχίζει τη ζωή του. Η γραφή του δεν υπόσχεται ότι όλα διορθώνονται. Επιμένει περισσότερο στην ανάγκη να κοιτάζουμε κατάματα όσα συνέβησαν.

Ο Πειραιάς που παραμένει μέσα στα βιβλία

Ο Διονύσης Χαριτόπουλος άφησε πίσω του ένα έργο που ξεπερνά τα όρια της γενέτειράς του. Ωστόσο, η τριλογία του Πειραιά αποτελεί ένα από τα πιο προσωπικά και χαρακτηριστικά μέρη του. Μέσα από αυτήν διασώζει ιστορίες ανθρώπων που δύσκολα θα έβρισκαν θέση στις επίσημες αφηγήσεις της πόλης. Δεν παρουσιάζει έναν εξιδανικευμένο κόσμο. Καταγράφει τη σκληρότητά του, το χιούμορ του, τις αντιφάσεις και τους κώδικές του. Γι’ αυτό και τα βιβλία του λειτουργούν ταυτόχρονα ως λογοτεχνία και ως μαρτυρία για μια κοινωνία που άλλαξε, χωρίς να εξαφανιστούν όλες οι συμπεριφορές που τη χαρακτήριζαν.

Το ζεϊμπέκικο, όπως το περιέγραψε, συμπυκνώνει αυτή την αντίληψη για τον άνθρωπο. Δεν είναι πανηγυρισμός για τη νίκη ούτε παράσταση για τους άλλους. Είναι η στιγμή που κάποιος αναγνωρίζει όσα τον βαραίνουν και τα εκφράζει με τον δικό του τρόπο. Ο Χαριτόπουλος έγραψε για ανθρώπους που δεν ήταν πάντοτε νικητές, που δεν δικαιώνονταν σε κάθε σύγκρουση και που συχνά έπρεπε να επιβιώσουν μέσα σε δύσκολες συνθήκες. Τους αντιμετώπισε χωρίς ωραιοποίηση, αλλά και χωρίς να τους αφαιρεί την ανθρώπινη διάσταση.

Και ίσως αυτή να είναι η ουσιαστική σύνδεση ανάμεσα στον συγγραφέα, στον Πειραιά του και στο ζεϊμπέκικο: η αξιοπρέπεια δεν βρίσκεται στην απουσία της ήττας, αλλά στον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος τη σηκώνει.

close menu