Πληροφορική

«Ενεργειακή ρήτρα» 1 δισ. ευρώ: Η ευκαιρία της Πληροφορικής, το «στοίχημα» της προετοιμασίας και η ευκαιρία που δεν πρέπει να χαθεί

Ανάλυση του Γιάννη Χαλαβαζή

Η έγκριση της Ενεργειακής Ρήτρας για την Ελλάδα από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανοίγει τον δρόμο για ενεργειακές επενδύσεις που προσεγγίζουν το 1 δισ. ευρώ έως το 2028.

Κυβερνοασφάλεια, έξυπνα δίκτυα και ψηφιακή διαχείριση ενέργειας αποτελούν πεδία που αξίζει να εξεταστούν, με κρίσιμο ερώτημα εάν η αγορά ΤΠΕ και το κράτος είχαν προετοιμάσει εγκαίρως ώριμα έργα για να ενταχθούν στην «ενεργειακή ρήτρα». Είναι ήδη γνωστό ότι η ενεργειακή ασφάλεια δεν εξαρτάται πλέον μόνο από την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, τις διασυνδέσεις και τις εγκαταστάσεις αποθήκευσης. Εξαρτάται και από τα πληροφοριακά συστήματα που ελέγχουν τα δίκτυα, την κυβερνοασφάλεια των κρίσιμων υποδομών, την αξιόπιστη ανταλλαγή δεδομένων και τα ψηφιακά εργαλεία που επιτρέπουν την πρόβλεψη της ζήτησης και την αποδοτικότερη διαχείριση της κατανάλωσης. Η εξέλιξη δημιουργεί ένα συγκεκριμένο και κρίσιμο ερώτημα για την ελληνική αγορά Πληροφορικής και Τηλεπικοινωνιών: είχαν προετοιμαστεί εγκαίρως έργα με σαφές ενεργειακό αντικείμενο, τεχνική τεκμηρίωση και προϋπολογισμό, ώστε να εξεταστεί η ένταξή τους στο νέο χρηματοδοτικό πλαίσιο;

Τι σημαίνει η «ρήτρα διαφυγής»; Πού κατευθύνονται οι πόροι

Η «ρήτρα διαφυγής» δεν είναι νέο ευρωπαϊκό ταμείο ούτε απευθείας επιχορήγηση ενός δισ. ευρώ. Είναι μηχανισμός δημοσιονομικής ευελιξίας, ο οποίος επιτρέπει, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, να εξαιρεθούν επιλέξιμες δαπάνες από τα ανώτατα όρια αύξησης των καθαρών πρωτογενών δαπανών που προβλέπει το ευρωπαϊκό πλαίσιο οικονομικής διακυβέρνησης. Η Ελλάδα υπέβαλε το σχετικό αίτημα στις 6 Αυγούστου 2026 και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενέκρινε στις 9 Οκτωβρίου την επέκταση της υφιστάμενης εθνικής ρήτρας διαφυγής, ώστε να καλύπτει και μέτρα ενίσχυσης της ενεργειακής ασφάλειας. Η δημοσιονομική ευελιξία μπορεί να φθάσει έως το 0,3% του ΑΕΠ ετησίως και έως το 0,6% σωρευτικά μέχρι το τέλος του 2028. Οι νέες επενδύσεις θα χρηματοδοτηθούν από εθνικούς πόρους. Οι σχετικές δαπάνες εξακολουθούν να επηρεάζουν το πρωτογενές αποτέλεσμα και το δημόσιο χρέος. Συνεπώς, το περίπου 1 δισ. ευρώ δεν αποτελεί αυτομάτως διαθέσιμο κονδύλι για κάθε έργο που χαρακτηρίζεται ενεργειακό ή ψηφιακό. Απαιτείται να πληρούνται οι συγκεκριμένοι ευρωπαϊκοί όροι.

Στον δημοσιοποιημένο σχεδιασμό του 1 δισ. ευρώ περιλαμβάνονται:

  • 200 εκατ. ευρώ για συστήματα μπαταριών για ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.
  • 200 εκατ. ευρώ για αντλίες θερμότητας και ηλιακούς θερμοσίφωνες, με 100.000 δικαιούχους.
  • 50 εκατ. ευρώ για παρεμβάσεις ενεργειακής μετάβασης στη Δυτική Μακεδονία και τη Μεγαλόπολη.
  • 117 εκατ. ευρώ για την ενεργειακή αναβάθμιση 109 δημόσιων κτιρίων και πανεπιστημίων μέσω του προγράμματος «ΗΛΕΚΤΡΑ».
  • 45 εκατ. ευρώ για την ενεργειακή αναβάθμιση 246 σχολικών κτιρίων μέσω του προγράμματος «ΦΟΙΒΟΣ – ΑΘΗΝΑ».
  • 50 εκατ. ευρώ για δέσμευση και αποθήκευση άνθρακα στη βιομηχανία.
  • 320 εκατ. ευρώ για σιδηροδρομικά έργα ενίσχυσης της ασφάλειας και επεκτάσεων.
  • 20 εκατ. ευρώ για σταθμούς φόρτισης λεωφορείων. <Cite refs={[“turn371405news7″,”turn371405news6”]}/>

Το άθροισμα ανέρχεται σε περίπου 1 δισ. ευρώ. Στον δημοσιοποιημένο κατάλογο δεν εμφανίζεται αυτοτελές πρόγραμμα ψηφιακής ενεργειακής ανθεκτικότητας. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι επιμέρους παρεμβάσεις δεν θα περιλαμβάνουν ψηφιακά συστήματα ή ότι έχουν αποκλειστεί όλες οι σχετικές επενδύσεις. Θέτει, όμως, το ερώτημα εάν έχουν καταγραφεί πρόσθετες ανάγκες που θα μπορούσαν να εξεταστούν αυτοτελώς.

Κυβερνοασφάλεια: απαραίτητη για τις ενεργειακές υποδομές. Έξυπνα δίκτυα και ψηφιακή διαχείριση

Η προστασία των συστημάτων βιομηχανικού ελέγχου, των κέντρων τηλεχειρισμού και των ψηφιακών διασυνδέσεων των ενεργειακών εγκαταστάσεων αποτελεί κρίσιμο πεδίο. Μια κυβερνοεπίθεση μπορεί να επηρεάσει όχι μόνο τα δεδομένα, αλλά και τη διαθεσιμότητα συστημάτων που υποστηρίζουν την ασφαλή λειτουργία υποδομών. Σχετικές επενδύσεις θα μπορούσαν να αφορούν την παρακολούθηση απειλών, τον εντοπισμό ύποπτων ενεργειών, την ασφαλή απομακρυσμένη πρόσβαση, την προστασία των συστημάτων ελέγχου και την αποκατάσταση μετά από περιστατικά. Η ευρωπαϊκή καθοδήγηση για την ενεργειακή ρήτρα διαφυγής περιλαμβάνει την προστασία των ενεργειακών συστημάτων από κυβερνοαπειλές και υβριδικές απειλές. Αυτό προσφέρει ουσιαστική βάση για την εξέταση σχετικών έργων, χωρίς να σημαίνει ότι κάθε προμήθεια κυβερνοασφάλειας είναι αυτομάτως επιλέξιμη. Κάθε πρόταση θα πρέπει να προσδιορίζει την υποδομή που προστατεύεται, τον κίνδυνο που αντιμετωπίζεται, το τεχνικό αντικείμενο και τη συμβολή της επένδυσης στην ενεργειακή ανθεκτικότητα.

Η αυξανόμενη συμμετοχή των ανανεώσιμων πηγών, η αποθήκευση ενέργειας και η ηλεκτροκίνηση δημιουργούν αυξημένες απαιτήσεις για πρόβλεψη της ζήτησης, συνεχή εποπτεία και γρήγορη αντίδραση στις μεταβολές του συστήματος. Πιθανά έργα περιλαμβάνουν ψηφιακή παρακολούθηση δικτύων σε πραγματικό χρόνο, συστήματα πρόβλεψης παραγωγής και κατανάλωσης, διαχείριση μπαταριών, έγκαιρο εντοπισμό βλαβών και ασφαλή ανταλλαγή ενεργειακών δεδομένων. Ο εκσυγχρονισμός των δικτύων και η εγκατάσταση έξυπνων μετρητών αποτελούν ήδη μέρος της ευρύτερης ενεργειακής μετάβασης. Η πρόκληση είναι να προσδιοριστούν πρόσθετες ανάγκες και να εξεταστεί εάν μπορούν να καλυφθούν από το νέο πλαίσιο, χωρίς διπλή χρηματοδότηση υφιστάμενων έργων.

Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να αξιοποιηθεί για την πρόβλεψη της κατανάλωσης, την εκτίμηση της παραγωγής από ανανεώσιμες πηγές, την έγκαιρη αναγνώριση βλαβών και τη βελτιστοποίηση της λειτουργίας συστημάτων αποθήκευσης. Αντίστοιχα, τα ψηφιακά δίδυμα ενεργειακών εγκαταστάσεων μπορούν να υποστηρίξουν την προσομοίωση της λειτουργίας τους και την αξιολόγηση εναλλακτικών σεναρίων. Στα δημόσια κτίρια, συστήματα παρακολούθησης κατανάλωσης, έξυπνοι μετρητές και εφαρμογές διαχείρισης θέρμανσης, ψύξης και φωτισμού μπορούν να συμβάλουν στη διατήρηση της εξοικονόμησης μετά την ολοκλήρωση των ενεργειακών αναβαθμίσεων. Η ένταξη τέτοιων έργων, ωστόσο, προϋποθέτει συγκεκριμένο ενεργειακό αποτέλεσμα, τεχνική τεκμηρίωση και συμμόρφωση με τους κανόνες χρηματοδότησης. Η απλή επίκληση της τεχνητής νοημοσύνης ή της ψηφιοποίησης δεν αρκεί.

Η ευθύνη της αγοράς και του κράτους: τα ώριμα έργα προετοιμάζονται εγκαίρως

Εδώ βρίσκεται το κρίσιμο ζήτημα για τις εταιρείες Πληροφορικής και Τηλεπικοινωνιών. Η εμφάνιση ενός νέου χρηματοδοτικού πλαισίου δεν είναι η στιγμή για να ξεκινήσει η αναζήτηση ιδεών και η σύνταξη των πρώτων μελετών. Ένα ώριμο έργο απαιτεί σαφές τεχνικό αντικείμενο, προσδιορισμένο φορέα υλοποίησης, προϋπολογισμό, χρονοδιάγραμμα, μετρήσιμους στόχους και τεκμηρίωση της επιλεξιμότητας. Χρειάζεται επίσης να έχει προηγηθεί συνεργασία με τους φορείς που διαχειρίζονται τις ενεργειακές υποδομές, ώστε να καλύπτει πραγματικές ανάγκες. Η αγορά ΤΠΕ οφείλει να εξετάσει εάν διαθέτει οργανωμένο χαρτοφυλάκιο προτάσεων για την ψηφιακή ενεργειακή ανθεκτικότητα. Όχι μια γενική παρουσίαση τεχνολογικών δυνατοτήτων, αλλά συγκεκριμένα έργα κυβερνοασφάλειας, διαχείρισης δικτύων και ενεργειακής αποδοτικότητας που μπορούν να συζητηθούν με τους αρμόδιους φορείς. Η προετοιμασία αυτή πρέπει να γίνεται πριν από τις προκηρύξεις, με συστηματική παρακολούθηση των ευρωπαϊκών αποφάσεων και των εθνικών σχεδιασμών. Διαφορετικά, ακόμη και όταν εμφανίζεται μια πραγματική χρηματοδοτική ευκαιρία, οι επιχειρήσεις κινδυνεύουν να βρίσκονται στη θέση του προμηθευτή που περιμένει το έργο αντί του τεχνολογικού εταίρου που συμβάλλει στον σχεδιασμό της λύσης.

Η προετοιμασία δεν είναι αποκλειστική ευθύνη της αγοράς. Απαιτεί συνεργασία μεταξύ του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, του υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης και Τεχνητής Νοημοσύνης, των διαχειριστών ενεργειακών δικτύων και των αρμόδιων φορέων κυβερνοασφάλειας.

Ο συντονισμός αυτός θα μπορούσε να οδηγήσει σε ένα συνεκτικό σχέδιο ψηφιακής ενεργειακής ανθεκτικότητας, με ιεράρχηση αναγκών, συγκεκριμένα έργα και σαφείς προϋπολογισμούς. Το ερώτημα είναι εάν υπήρξε τέτοια διαδικασία στο πλαίσιο της προετοιμασίας των νέων ενεργειακών επενδύσεων και ποια αποτελέσματα παρήγαγε. Η απόφαση της 9ης Οκτωβρίου δεν δείχνει ακόμη ότι η αγορά Πληροφορικής έχασε συγκεκριμένα κονδύλια. Για να διαπιστωθεί εάν υπήρχαν ψηφιακές προτάσεις που δεν συμπεριλήφθηκαν, χρειάζεται να εξεταστούν ο αναλυτικός φάκελος του ελληνικού αιτήματος, οι εισηγήσεις των αρμόδιων φορέων και οι προτάσεις που αξιολογήθηκαν. Αρχικά δεν προκύπτει ότι υπήρξαν παρεμβάσεις από την αγορά Πληροφορικής για την ένταξη υπηρεσιών ΤΠΕ στον αναλυτικό φάκελο των ενεργειακών έργων. Ούτε υπήρξε έγκαιρη καταγραφή των ψηφιακών αναγκών. Εάν υπήρξαν ώριμες προτάσεις (πιθανότατα όχι) που δεν επιλέχθηκαν, πρέπει να γίνει γνωστό για ποιους λόγους δεν έγινε αυτό. Και εάν συγκεκριμένα έργα δεν μπορούν να ενταχθούν στη ρήτρα, θα πρέπει να εξεταστεί εάν υπάρχουν άλλες κατάλληλες χρηματοδοτικές διαδρομές.

Ακόμη και τώρα η αγορά θα μπορούσε να οργανώσει μια συντονισμένη πρόταση γύρω από τέσσερις άξονες: κυβερνοασφάλεια κρίσιμων ενεργειακών υποδομών, ψηφιακή αναβάθμιση δικτύων, έξυπνη διαχείριση κατανάλωσης και προηγμένα συστήματα πρόβλεψης. Κάθε έργο θα πρέπει να περιλαμβάνει τον αρμόδιο φορέα, τον προϋπολογισμό, τις απαιτούμενες μελέτες, το χρονοδιάγραμμα και τους δείκτες αποτελέσματος. Παράλληλα, θα πρέπει να ελέγχεται η συμβατότητα με τους κανόνες δημοσίων συμβάσεων και κρατικών ενισχύσεων, καθώς και η αποφυγή επικαλύψεων με άλλες χρηματοδοτήσεις. Το ζητούμενο δεν είναι να διεκδικήσει ο κλάδος ένα αυθαίρετο ποσοστό από το 1 δισ. ευρώ. Είναι να αποδείξει ότι συγκεκριμένες ψηφιακές επενδύσεις αποτελούν αναγκαίο μέρος της ενεργειακής ασφάλειας και μπορούν να παραγάγουν μετρήσιμο αποτέλεσμα. Η ευκαιρία βρίσκεται στην έγκαιρη προετοιμασία, στη συνεργασία αγοράς και κράτους και στην ικανότητα να μετατρέπονται οι τεχνολογικές δυνατότητες σε ώριμα έργα.

Και το τελευταίο!

Ο Κυριάκος Πιερρακάκης, ως πρώην υπουργός Ψηφιακής Διακυβέρνησης, γνωρίζει σε βάθος τις δυνατότητες της ελληνικής αγοράς Πληροφορικής. Μπορεί να αντιληφθεί άμεσα τη σημασία των προτάσεων που θα του καταθέσουν οι Φορείς των ΤΠΕ για την αξιοποίηση της ενεργειακής ρήτρας διαφυγή για λογαριασμό των απαραίτητων ψηφιακών έργων. Το ζητούμενο είναι αυτές οι προτάσεις να παρουσιαστούν σωστά, με τεκμηριωμένες ανάγκες, ώριμα έργα, σαφή προϋπολογισμό και μετρήσιμο αποτέλεσμα. Η αγορά ΤΠΕ οφείλει να μιλήσει με συγκεκριμένα στοιχεία και όχι με γενικές διεκδικήσεις, αποδεικνύοντας πώς οι ψηφιακές υποδομές, η κυβερνοασφάλεια και τα έξυπνα ενεργειακά δίκτυα μπορούν να ενισχύσουν την ενεργειακή ανθεκτικότητα της χώρας.

close menu