Μόνιμη συνεργασία στον τομέα της θαλάσσιας ρομποτικής και των αυτόνομων συστημάτων εγκαινιάζουν το Ελληνικό Κέντρο Αμυντικής Καινοτομίας (ΕΛΚΑΚ) και το MIT Sea Grant Program, μετά την υπογραφή Κοινής Διακήρυξης Στρατηγικής Συνεργασίας στη Βοστώνη, παρουσία του υπουργού Εθνικής Άμυνας Νίκου Δένδια, στις 22 Οκτωβρίου 2026. Η συμφωνία προβλέπει μεταφορά τεχνογνωσίας, εκπαιδευτικές και πειραματικές δραστηριότητες, καθώς και τη δημιουργία υποδομών στην Ελλάδα για την ανάπτυξη σχετικών προγραμμάτων. Τη Διακήρυξη υπέγραψαν ο καθηγητής και διευθυντής του MIT Sea Grant Program, Μιχαήλ Τριανταφύλλου, και ο εκτελεστικός διευθυντής και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του ΕΛΚΑΚ, Μάρκος Βασιλικός, στο Γενικό Προξενείο της Ελλάδας στη Βοστώνη.
Το αντικείμενο της συνεργασίας περιλαμβάνει τον σχεδιασμό, την κατασκευή και τη δοκιμή διαφορετικών τύπων αυτόνομων θαλάσσιων οχημάτων, με αξιοποίηση της επιστημονικής και τεχνολογικής γνώσης του MIT. Παράλληλα, προβλέπεται η ανάπτυξη και προσαρμογή εκπαιδευτικού υλικού, η διοργάνωση διά ζώσης και διαδικτυακών μαθημάτων, η κατάρτιση εκπαιδευτών και η πραγματοποίηση πειραματικών δραστηριοτήτων. Στο πλαίσιο αυτό, τα δύο μέρη μπορούν να διερευνήσουν τη δυνατότητα ανταλλαγής τεχνικού και ερευνητικού προσωπικού, καθώς και τη συμμετοχή ελληνικών επιστημονικών και στρατιωτικών φορέων. Μεταξύ των φορέων που αναφέρονται στην επίσημη ανακοίνωση περιλαμβάνεται η Σχολή Ναυτικών Δοκίμων, μαζί με άλλες αρμόδιες αρχές των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων. Η δημιουργία υποδομών στην Ελλάδα αποτελεί κρίσιμο στοιχείο της πρωτοβουλίας, καθώς μπορεί να υποστηρίξει την εκπαίδευση, την έρευνα, την πειραματική ανάπτυξη και τις δοκιμές αυτόνομων θαλάσσιων πλατφορμών. Η σύνδεση της ακαδημαϊκής γνώσης με τις ανάγκες των Ενόπλων Δυνάμεων επιδιώκει να ενισχύσει τη δυνατότητα ανάπτυξης εγχώριων τεχνολογικών λύσεων.
Η σημασία για την ελληνική αμυντική βιομηχανία
Η συμφωνία εντάσσεται στην προσπάθεια του ΕΛΚΑΚ να συνδέσει τις επιχειρησιακές ανάγκες των Ενόπλων Δυνάμεων με την έρευνα, την τεχνολογική ανάπτυξη και την εγχώρια παραγωγή. Η θαλάσσια ρομποτική και τα αυτόνομα συστήματα αποτελούν πεδία με αυξανόμενη σημασία για την επιτήρηση, τη συλλογή πληροφοριών, την αναγνώριση και την υποστήριξη ναυτικών επιχειρήσεων. Για την ελληνική αμυντική βιομηχανία, η συνεργασία δημιουργεί ένα πλαίσιο δυνητικής αξιοποίησης τεχνογνωσίας και ανάπτυξης δεξιοτήτων σε τεχνολογίες αιχμής. Η δυνατότητα συμμετοχής ελληνικών φορέων μπορεί να διευκολύνει τη σύνδεση της έρευνας με την παραγωγή, εφόσον προχωρήσουν συγκεκριμένα προγράμματα και καθοριστούν οι αντίστοιχες ανάγκες και πόροι. Η υπογραφή της Διακήρυξης, πάντως, δεν συνιστά από μόνη της ανάθεση συγκεκριμένου εξοπλιστικού προγράμματος ούτε ανακοίνωση προμήθειας θαλάσσιων drones. Το επόμενο ουσιαστικό βήμα θα είναι η εξειδίκευση της συνεργασίας σε εκπαιδευτικές, ερευνητικές και τεχνολογικές δραστηριότητες, με μετρήσιμα αποτελέσματα για την ανάπτυξη αυτόνομων συστημάτων στην Ελλάδα.
«ΑΡΠΥΙΑ»: Το νέο ελληνικό drone κρούσης με αναφερόμενη εμβέλεια άνω των 500 χιλιομέτρων
Το πρωτότυπο του ελληνικής σχεδίασης και κατασκευής μη επανδρωμένου αεροχήματος «ΑΡΠΥΙΑ» βρίσκεται στο επίκεντρο της προσπάθειας ανάπτυξης εγχώριων αμυντικών συστημάτων. Οι πρώτες εικόνες του συστήματος έχουν δημοσιοποιηθεί, ενώ η παρουσίασή του εντάσσεται στην ευρύτερη προσπάθεια των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων να ενισχύσουν τις δυνατότητές τους με μη επανδρωμένες πλατφόρμες χαμηλότερου κόστους. Το «ΑΡΠΥΙΑ» κατατάσσεται στην κατηγορία των mini cruise – one-way attack, δηλαδή των μη επανδρωμένων αεροχημάτων που πραγματοποιούν αποστολή μονής κατεύθυνσης (καμικάζι) και προορίζονται να πλήξουν τον στόχο τους. Σύμφωνα με δημοσιεύματα, το αναφερόμενο βεληνεκές του ξεπερνά τα 500 χιλιόμετρα, χωρίς να έχουν δοθεί στη δημοσιότητα πλήρη, επίσημα τεχνικά χαρακτηριστικά που να επιβεβαιώνουν τις επιδόσεις του.
Ένα από τα στοιχεία που ξεχωρίζουν στην ανάπτυξη του «ΑΡΠΥΙΑ» είναι ότι, σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες, η σχεδίασή του αξιοποιεί τεχνογνωσία από την κατασκευή εναέριων στόχων, οι οποίοι χρησιμοποιούνται στις εκπαιδευτικές βολές των αντιαεροπορικών συστημάτων των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων. Η αξιοποίηση υφιστάμενης τεχνογνωσίας εκτιμάται ότι μπορεί να συμβάλει στην ανάπτυξη εγχώριων λύσεων με περιορισμένο κόστος. Οι εικόνες που έχουν δημοσιοποιηθεί παρουσιάζουν ένα μικρό αερόχημα σταθερής πτέρυγας. Ωστόσο, η δημοσιοποίηση του πρωτοτύπου δεν ισοδυναμεί από μόνη της με επιβεβαίωση της επιχειρησιακής ετοιμότητας, καθώς παραμένουν ζητήματα που αφορούν τις δοκιμές, τις επιδόσεις και την ένταξή του στον εξοπλισμό των Ενόπλων Δυνάμεων.
Σύμφωνα με δημοσιεύματα ενόψει της στρατιωτικής παρέλασης της 28ης Οκτωβρίου στη Θεσσαλονίκη, το «ΑΡΠΥΙΑ» αναμένεται να παρουσιαστεί μαζί με άλλα νέα ελληνικά και ξένα μη επανδρωμένα συστήματα, αναδεικνύοντας τη βαρύτητα που αποκτά η συγκεκριμένη τεχνολογία στον αμυντικό σχεδιασμό.
Η στροφή των Ενόπλων Δυνάμεων στα μη επανδρωμένα συστήματα
Η ανάπτυξη του «ΑΡΠΥΙΑ» εντάσσεται στην ευρύτερη προσπάθεια ενίσχυσης της εγχώριας παραγωγής αμυντικού εξοπλισμού και περιορισμού της εξάρτησης από εισαγωγές. Τα μη επανδρωμένα αεροχήματα, τα συστήματα επιφανείας και οι πλατφόρμες αναγνώρισης και κρούσης αποκτούν αυξανόμενη σημασία, καθώς οι σύγχρονες συγκρούσεις αναδεικνύουν τον ρόλο τους σε επιχειρήσεις επιτήρησης και προσβολής στόχων. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονται η ανάπτυξη και παραγωγή drones από το 306 Εργοστάσιο Βάσης Τηλεπικοινωνιών, η παρουσίαση του μη επανδρωμένου θαλάσσιου συστήματος «Πυρπολητής» και η προμήθεια συστημάτων του εξωτερικού, όπως τα αμερικανικά Switchblade. Παράλληλα, το Ελληνικό Κέντρο Αμυντικής Καινοτομίας (ΕΛΚΑΚ) επιδιώκει να ενισχύσει τη συνεργασία των Ενόπλων Δυνάμεων με την εγχώρια αμυντική βιομηχανία και τις επιχειρήσεις τεχνολογίας. Το ζητούμενο για το «ΑΡΠΥΙΑ» είναι πλέον η μετάβαση από την ανάπτυξη του πρωτοτύπου στην επιβεβαίωση των τεχνικών δυνατοτήτων του και, εφόσον ολοκληρωθούν επιτυχώς οι απαιτούμενες διαδικασίες, στην επιχειρησιακή αξιοποίησή του. Η δυνατότητα εγχώριας παραγωγής αποτελεί σημαντικό πλεονέκτημα, αλλά η πραγματική συμβολή του συστήματος στην αμυντική ικανότητα της χώρας θα κριθεί από τις επιδόσεις, το κόστος, την αξιοπιστία και τη δυνατότητα παραγωγής του σε επαρκείς αριθμούς.


