Παράνομα λογισμικά που διαγράφουν αποδείξεις, αλλοιώνουν συναλλαγές και αποκρύπτουν πραγματικές εισπράξεις βρίσκονται στο στόχαστρο της ΑΑΔΕ. Πρόκειται για τις αποκαλούμενες «γομολάστιχες», εφαρμογές που μπορούν να παρέμβουν στα ηλεκτρονικά δεδομένα μιας επιχείρησης, εμφανίζοντας μικρότερο τζίρο από εκείνον που πραγματοποιήθηκε και περιορίζοντας τον ΦΠΑ που δηλώνεται προς απόδοση. Η συγκεκριμένη πρακτική διαφοροποιείται από την κλασική φοροδιαφυγή, καθώς η απόκρυψη δεν γίνεται απαραίτητα τη στιγμή της συναλλαγής. Ο πελάτης μπορεί να πληρώσει κανονικά και να πάρει την απόδειξή του, αλλά στη συνέχεια τα στοιχεία της πώλησης να διαγραφούν ή να αλλοιωθούν στα ηλεκτρονικά αρχεία της επιχείρησης.
Πώς λειτουργούν οι «γομολάστιχες», στην κλοπή του ΦΠΑ
Τα παράνομα προγράμματα, που αποκαλούνται στην πιάτσα «γομολάστιχες», παρεμβαίνουν στη λειτουργία των ταμειακών μηχανών ή στα εμπορικά συστήματα που καταγράφουν τις πωλήσεις. Ανάλογα με τις δυνατότητές τους, μπορούν να διαγράφουν συναλλαγές, να αλλοιώνουν αξίες και ποσότητες, να εμφανίζουν πωλήσεις ως ακυρωμένες ή να μεταβάλλουν τα δεδομένα που αποστέλλονται στη φορολογική διοίκηση. Σε άλλες περιπτώσεις, η παρέμβαση αφορά παραγγελίες που έχουν ήδη καταχωριστεί, εκπτώσεις που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα ή ηλεκτρονικά αρχεία στα οποία αποτυπώνεται η πορεία μιας συναλλαγής. Το κρίσιμο σημείο είναι η απόκλιση ανάμεσα στην πραγματική πώληση και στα δεδομένα που τελικά διατηρούνται ή διαβιβάζονται. Έτσι, η επιχείρηση μπορεί να εμφανίζει μικρότερες εισπράξεις από τις πραγματικές, χωρίς η παραβατικότητα να είναι άμεσα ορατή στον πελάτη. Η διαγραφή ή αλλοίωση στοιχείων μπορεί να αφορά μεμονωμένες συναλλαγές ή να εφαρμόζεται συστηματικά, περιορίζοντας τον εμφανιζόμενο ημερήσιο και συνολικό κύκλο εργασιών. Όταν η πρακτική επαναλαμβάνεται, οι αποκρυπτόμενες πωλήσεις συσσωρεύονται και η φορολογική ζημία μπορεί να γίνει σημαντική.
Η απόκρυψη μιας πώλησης μπορεί να έχει διπλή φορολογική συνέπεια. Πρώτον, δεν αποδίδεται ο ΦΠΑ που αντιστοιχεί στη συγκεκριμένη συναλλαγή, εφόσον αυτή δεν καταγράφεται ορθά. Δεύτερον, τα έσοδα της επιχείρησης εμφανίζονται μειωμένα, γεγονός που μπορεί να επηρεάσει και τον υπολογισμό του φόρου εισοδήματος. Το οικονομικό όφελος για τον παραβάτη προκύπτει από τη διαφορά μεταξύ των πραγματικών και των δηλωμένων στοιχείων. Αντίστοιχα, το Δημόσιο στερείται φορολογικά έσοδα, ενώ οι επιχειρήσεις που εκδίδουν και δηλώνουν κανονικά τις συναλλαγές τους βρίσκονται σε μειονεκτική θέση απέναντι σε όσους μειώνουν τεχνητά το φορολογικό τους κόστος. Δεν αποτελεί, πάντως, κάθε ακύρωση απόδειξης ή κάθε απόκλιση στα ηλεκτρονικά δεδομένα ένδειξη φοροδιαφυγής. Η διαπίστωση παράβασης απαιτεί εξέταση των πραγματικών συναλλαγών και των συνθηκών υπό τις οποίες προέκυψαν οι διαφορές.
Τι διασταυρώνει η ΑΑΔΕ
Η αντιμετώπιση τέτοιων πρακτικών βασίζεται στη διασταύρωση δεδομένων από διαφορετικά πληροφοριακά συστήματα, ώστε να εντοπίζονται ασυμφωνίες που δεν θα ήταν απαραίτητα ορατές σε έναν απλό έλεγχο της ταμειακής μηχανής.
Στο επίκεντρο βρίσκονται τέσσερα επίπεδα ελέγχου:
- Φορολογικοί Ηλεκτρονικοί Μηχανισμοί (ΦΗΜ): Εξετάζονται τα στοιχεία των συναλλαγών και οι ενδείξεις αλλοίωσης ή μη ορθής λειτουργίας των φορολογικών μηχανισμών.
- eSend: Το σύστημα διαβίβασης δεδομένων λιανικών συναλλαγών επιτρέπει την αντιπαραβολή των στοιχείων που παράγονται από τους φορολογικούς μηχανισμούς με εκείνα που λαμβάνει η ΑΑΔΕ.
- myDATA: Τα ηλεκτρονικά βιβλία προσφέρουν πρόσθετα δεδομένα για τη σύγκριση των συναλλαγών με τα δηλωμένα φορολογικά στοιχεία.
- POS: Οι ηλεκτρονικές πληρωμές μπορούν να αντιπαραβληθούν με τις αντίστοιχες πωλήσεις, ώστε να διερευνώνται περιπτώσεις στις οποίες τα ποσά των εισπράξεων δεν συμφωνούν με τα καταγεγραμμένα παραστατικά.
Οι αποκλίσεις δεν αποδεικνύουν αυτομάτως φορολογική παράβαση. Όταν, όμως, συνδυάζονται με επαναλαμβανόμενες διαφορές, ύποπτες ακυρώσεις ή ενδείξεις επέμβασης στα ηλεκτρονικά αρχεία, μπορούν να οδηγήσουν σε στοχευμένο έλεγχο.
Ο στόχος είναι να ελεγχθεί όχι μόνο εάν εκδόθηκε μια απόδειξη, αλλά και εάν η συναλλαγή καταγράφηκε, διατηρήθηκε και διαβιβάστηκε σωστά.
Στο στόχαστρο και οι προμηθευτές λογισμικού
Η έρευνα δεν αφορά μόνο τις επιχειρήσεις που ενδέχεται να χρησιμοποιούν τέτοιες εφαρμογές. Σημαντική είναι και η διερεύνηση του ρόλου των εταιρειών λογισμικού, των μεταπωλητών και των τεχνικών που σχεδιάζουν, διαθέτουν ή εγκαθιστούν προγράμματα τα οποία επιτρέπουν την παράνομη αλλοίωση φορολογικών δεδομένων. Η διάσταση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς ένα λογισμικό μπορεί να χρησιμοποιείται από περισσότερες επιχειρήσεις. Ο εντοπισμός του τεχνικού μηχανισμού και των προσώπων που εμπλέκονται στη διάθεσή του μπορεί να συμβάλει στην αποκάλυψη ευρύτερων κυκλωμάτων φοροδιαφυγής. Το ισχύον πλαίσιο προβλέπει αυστηρές διοικητικές κυρώσεις για την παραποίηση ή την παρέμβαση σε φορολογικούς μηχανισμούς. Μεταξύ των προστίμων που έχουν δημοσιοποιηθεί περιλαμβάνονται ποσά που συνδέονται με τον μέσο όρο των δηλωθέντων εσόδων της επιχείρησης, καθώς και πρόστιμα 100.000 ευρώ ανά ελεγχόμενο έτος για συγκεκριμένες περιπτώσεις ευθύνης επιχειρήσεων λογισμικού, μεταπωλητών ή τεχνικών. Παράλληλα, προβλέπονται αναστολές λειτουργίας επαγγελματικών εγκαταστάσεων, με τη διάρκεια και την εφαρμογή των κυρώσεων να εξαρτώνται από την ιδιότητα του υπαιτίου και τις ειδικότερες προϋποθέσεις της νομοθεσίας. Η επιβολή κάθε κύρωσης προϋποθέτει την εξέταση της συγκεκριμένης παράβασης και της ευθύνης των εμπλεκομένων.
Υποχρεωτική πιστοποίηση φορολογικού λογισμικού και ονομαστική ευθύνη των προμηθευτών
Η υπόθεση της Pizza Fan αναδεικνύει την ανάγκη να δημιουργήσει άμεσα η ΑΑΔΕ ένα υποχρεωτικό σύστημα πιστοποίησης του φορολογικού λογισμικού, ώστε να μην μπορεί οποιαδήποτε εταιρεία ή επαγγελματίας να αναπτύσσει, να διαθέτει ή να εγκαθιστά εφαρμογές που συνδέονται με την έκδοση αποδείξεων και τη διαβίβαση δεδομένων χωρίς συγκεκριμένες εγγυήσεις νομιμότητας. Η πρόταση προβλέπει τη δημιουργία Μητρώου Πιστοποιημένων Παρόχων Φορολογικού Λογισμικού, στο οποίο θα εγγράφονται εταιρείες ανάπτυξης και διάθεσης εφαρμογών, καθώς και ανεξάρτητοι επαγγελματίες που αναλαμβάνουν την εγκατάσταση, την παραμετροποίηση και την τεχνική υποστήριξή τους. Κάθε εφαρμογή θα πρέπει να πιστοποιείται ξεχωριστά από την ΑΑΔΕ, μετά από τεχνικό έλεγχο που θα διασφαλίζει ότι δεν επιτρέπει τη μη νόμιμη διαγραφή αποδείξεων, την αλλοίωση συναλλαγών ή την απόκρυψη φορολογητέων εσόδων. Παράλληλα, θα πρέπει να τηρείται αρχείο καταγραφής κάθε μεταβολής, με στοιχεία για τον χρήστη, τον χρόνο και τη φύση της ενέργειας, το οποίο δεν θα μπορεί να τροποποιείται ή να διαγράφεται από τον διαχειριστή της επιχείρησης. Κάθε αναβάθμιση που επηρεάζει τη λειτουργία των φορολογικών δεδομένων θα υπόκειται σε επανέλεγχο, ενώ η ΑΑΔΕ θα διατηρεί το δικαίωμα διενέργειας έκτακτων ελέγχων και ανάκλησης της πιστοποίησης. Κάθε πιστοποιημένος πάροχος και τεχνικός θα αναλαμβάνει ονομαστικά την ευθύνη για τις εργασίες που εκτελεί, με υποχρέωση τήρησης αρχείου εγκαταστάσεων, αλλαγών και παρεμβάσεων. Σε περίπτωση διαπίστωσης παράνομης λειτουργίας, θα προβλέπονται κυρώσεις ανάλογες με τη βαρύτητα και την ευθύνη της παράβασης, από την αναστολή ή ανάκληση της πιστοποίησης έως τα προβλεπόμενα διοικητικά πρόστιμα και την παραπομπή στις αρμόδιες αρχές, όπου συντρέχει λόγος. Για την εφαρμογή του συστήματος θα απαιτηθεί σαφές κανονιστικό πλαίσιο και, όπου χρειάζεται, νομοθετική ρύθμιση. Στόχος είναι να μεταφερθεί μέρος του ελέγχου από την εκ των υστέρων διαπίστωση της φοροδιαφυγής στην πρόληψή της, διασφαλίζοντας ότι το λογισμικό που χρησιμοποιείται στην αγορά πληροί συγκεκριμένες τεχνικές και φορολογικές προδιαγραφές πριν και φυσικά κατά την λειτουργία του.
Η υπόθεση Pizza Fan και τα 25 εκατ. ευρώ και η επόμενη ημέρα
Η υπόθεση της Pizza Fan έφερε ξανά στο προσκήνιο τη συζήτηση για τη χρήση λογισμικών που φέρονται να αλλοιώνουν στοιχεία πωλήσεων. Σύμφωνα με δημοσιεύματα, η έρευνα αφορά καταγγελλόμενη φοροδιαφυγή ύψους 25 εκατ. ευρώ από το 2022, με επίκεντρο την πιθανή απόκρυψη μέρους του πραγματικού κύκλου εργασιών και τις επιπτώσεις στον ΦΠΑ. Τα συγκεκριμένα στοιχεία αφορούν υπόθεση που πρέπει να αξιολογείται με βάση τα πορίσματα των αρμόδιων αρχών και δεν συνιστούν από μόνα τους τελεσίδικη διαπίστωση ευθύνης. Η σημασία της υπόθεσης βρίσκεται στο εύρος που μπορεί να αποκτήσει η ψηφιακή φοροδιαφυγή όταν η παρέμβαση δεν περιορίζεται σε μία απόδειξη, αλλά αφορά συστήματα καταγραφής και διαχείρισης συναλλαγών. Οι «γομολάστιχες» αναδεικνύουν τα όρια ενός ελέγχου που περιορίζεται στην έκδοση αποδείξεων. Η πραγματική πρόκληση είναι να διαπιστωθεί εάν η συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε αντιστοιχεί στα δεδομένα της ταμειακής μηχανής, στα ηλεκτρονικά βιβλία και στις δηλωμένες εισπράξεις. Η διασύνδεση των συστημάτων και η ανάλυση των ηλεκτρονικών δεδομένων δίνουν στην ΑΑΔΕ περισσότερες δυνατότητες εντοπισμού αποκλίσεων. Το ζητούμενο είναι αυτές οι δυνατότητες να μεταφράζονται σε αποτελεσματικούς ελέγχους, με τεκμηρίωση των παραβάσεων και απόδοση των προβλεπόμενων ευθυνών.
Γιατί η πιο δύσκολη μορφή φοροδιαφυγής δεν είναι απαραίτητα εκείνη στην οποία δεν εκδίδεται απόδειξη. Είναι εκείνη στην οποία η απόδειξη εκδίδεται, αλλά η πραγματική συναλλαγή δεν αποτυπώνεται με ακρίβεια στα φορολογικά δεδομένα.


