Το μεγάλο έργο data governance για την ταξινόμηση των δεδομένων σε τρία κυβερνητικά «νέφη» και η νέα στρατηγική του Δημοσίου αναλαμβάνουν οι εταιρείες COGNITY, EY και PwC. Ένα από τα σημαντικότερα έργα για τη διακυβέρνηση των δεδομένων του Δημοσίου περνά πλέον στη φάση της υλοποίησης. Το υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης υπέγραψε τη σύμβαση 85/2026 με την ένωση των εταιρειών COGNITY, EY και PwC, με αντικείμενο τη δημιουργία και εφαρμογή Κεντρικού Πλαισίου Διακυβέρνησης και Ταξινόμησης Δεδομένων. Η αρχική αξία της σύμβασης ανέρχεται σε 7,68 εκατ. ευρώ χωρίς ΦΠΑ και 9,52 εκατ. ευρώ με ΦΠΑ, ενώ το οικονομικό αντικείμενο μπορεί να διευρυνθεί μέσω των προβλεπόμενων δικαιωμάτων προαίρεσης. Στο επίκεντρο της πρώτης φάσης βρίσκονται 663 πληροφοριακά συστήματα φορέων του Δημοσίου που φιλοξενούνται στο G-Cloud, για τα οποία θα εκπονηθούν μελέτες ταξινόμησης των δεδομένων τους.
Η σημασία του έργου είναι μεγαλύτερη από μια απλή τεχνική απογραφή. Το Δημόσιο επιχειρεί να αποκτήσει για πρώτη φορά ένα ενιαίο μοντέλο για το τι δεδομένα διαθέτει, πού βρίσκονται, τι αξία και ευαισθησία έχουν, ποιος μπορεί να έχει πρόσβαση σε αυτά και με ποιους κανόνες πρέπει να προστατεύονται και να αξιοποιούνται. Η ίδια η νομοθεσία προβλέπει ότι κάθε νέο πληροφοριακό σύστημα του Δημοσίου πρέπει να συνοδεύεται από μελέτη ταξινόμησης δεδομένων, ενώ η συγκεκριμένη υποχρέωση αφορά τα κυβερνητικά νέφη G-Cloud, RE-Cloud και H-Cloud.
Το πρώτο μεγάλο βήμα είναι η καταγραφή και ταξινόμηση των δεδομένων στα 663 υφιστάμενα πληροφοριακά συστήματα του G-Cloud. Δεν πρόκειται όμως για μια απλή καταγραφή των βάσεων δεδομένων. Η ταξινόμηση θα πρέπει να αποτυπώνει χαρακτηριστικά όπως η αξιοπιστία, η εγκυρότητα, η χρησιμότητα, η κρισιμότητα, η ασφάλεια και η προστασία της ιδιωτικότητας. Με αυτόν τον τρόπο κάθε κατηγορία δεδομένων θα συνδέεται με συγκεκριμένους κανόνες διαχείρισης και πρόσβασης. Η ανάγκη αυτή γίνεται ακόμη μεγαλύτερη όσο αυξάνεται η διασύνδεση των κρατικών συστημάτων. Ένα δεδομένο που βρίσκεται σήμερα σε ένα πληροφοριακό σύστημα μπορεί να χρησιμοποιείται αύριο από πολλαπλές υπηρεσίες και εφαρμογές. Επομένως, η ποιότητα και η σωστή ταξινόμησή του επηρεάζουν ολόκληρη την αλυσίδα της ψηφιακής δημόσιας διοίκησης.
Το «διαβατήριο» για τα νέα πληροφοριακά συστήματα
Το έργο δεν σταματά στα 663 υφιστάμενα συστήματα. Ένα από τα σημαντικότερα παραδοτέα είναι η δημιουργία πρότυπου μελέτης ταξινόμησης δεδομένων, το οποίο θα χρησιμοποιείται και στα νέα πληροφοριακά συστήματα πριν από την ένταξή τους στο κυβερνητικό νέφος. Με αυτόν τον τρόπο η ταξινόμηση μετατρέπεται από διαδικασία που γίνεται εκ των υστέρων σε υποχρεωτικό στοιχείο του σχεδιασμού ενός ψηφιακού έργου. Ουσιαστικά δημιουργείται ένα είδος «διαβατηρίου» για τα δεδομένα κάθε νέου συστήματος: τι πληροφορίες διαχειρίζεται, πόσο κρίσιμες είναι, ποιο επίπεδο προστασίας απαιτούν και ποιοι έχουν δικαίωμα πρόσβασης. Η προσέγγιση αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική σε μια περίοδο κατά την οποία το Δημόσιο περνά από τη μαζική ανάπτυξη ψηφιακών εφαρμογών στη φάση της ενοποίησης, διασύνδεσης και αξιοποίησής τους.
Εθνική Στρατηγική για τα δεδομένα. G-Cloud, H-Cloud και RE-Cloud
Το επόμενο επίπεδο είναι η επέκταση του μοντέλου και στα τρία κυβερνητικά νέφη: G-Cloud, H-Cloud και RE-Cloud. Το G-Cloud αποτελεί τον βασικό κυβερνητικό χώρο φιλοξενίας πληροφοριακών συστημάτων του Δημοσίου, ενώ το H-Cloud και το RE-Cloud αφορούν αντίστοιχα τις υποδομές του τομέα Υγείας και του τομέα Έρευνας και Εκπαίδευσης. Για την εφαρμογή του νέου μοντέλου προβλέπεται η δημιουργία οδικού χάρτη, ώστε η διακυβέρνηση και ταξινόμηση των δεδομένων να μην εφαρμόζεται αποσπασματικά αλλά με κοινή λογική στα διαφορετικά κυβερνητικά νέφη. Παράλληλα προβλέπεται η ανάπτυξη ειδικού πληροφοριακού συστήματος, μέσω του οποίου το πλαίσιο θα μπορεί να εφαρμόζεται, να παρακολουθείται, να συντηρείται και να επικαιροποιείται. Αυτό είναι κρίσιμο, καθώς ο στόχος δεν είναι να παραχθεί ακόμη μία μελέτη που θα παραμείνει σε ένα αρχείο. Το ζητούμενο είναι να δημιουργηθεί ένας διαρκής μηχανισμός data governance.
Πίσω από την ταξινόμηση των 663 συστημάτων βρίσκεται μια ακόμη μεγαλύτερη παρέμβαση: η διαμόρφωση Εθνικής Στρατηγικής για τα Δεδομένα. Το έργο προβλέπει τη διαμόρφωση πολιτικών, διαδικασιών και κανόνων διακυβέρνησης, αλλά και έναν οδικό χάρτη εφαρμογής τους. Επομένως, η κυβέρνηση επιχειρεί να μετατρέψει τη διαχείριση των δημόσιων δεδομένων από μια διάσπαρτη τεχνική διαδικασία σε οριζόντια πολιτική του κράτους. Το ζητούμενο είναι διπλό: από τη μία πλευρά μεγαλύτερη ασφάλεια και προστασία και από την άλλη δυνατότητα αξιοποίησης και επαναχρησιμοποίησης των δεδομένων όπου αυτό επιτρέπεται. Και εδώ βρίσκεται η μεγαλύτερη στρατηγική αξία του εγχειρήματος. Τα δεδομένα δεν αντιμετωπίζονται πλέον απλώς ως περιεχόμενο που αποθηκεύεται σε servers. Αντιμετωπίζονται ως ψηφιακό κεφάλαιο του Δημοσίου.
Η αρχική σύμβαση των 9,52 εκατ. ευρώ δεν αποτελεί απαραίτητα και το τελικό κόστος. Προβλέπεται δικαίωμα προαίρεσης έως 3,646 εκατ. ευρώ με ΦΠΑ, μεταξύ άλλων για την επέκταση των μελετών ταξινόμησης πέραν των αρχικών 663 συστημάτων και για πρόσθετες άδειες λογισμικού. Προβλέπονται επίσης 278.507 ευρώ για το πρώτο έτος προαιρετικής τεχνικής υποστήριξης και συντήρησης. Η βασική διάρκεια της σύμβασης έχει οριστεί σε 14 μήνες, ενώ προβλέπεται υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις δυνατότητα παράτασης έως και κατά 50%.
Το έργο στη μετά-RRF εποχή
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η χρηματοδοτική διαδρομή του έργου. Το πρώτο υποέργο είχε αρχικά ενταχθεί στο Ταμείο Ανάκαμψης, όμως η σχετική απόφαση ανακλήθηκε τον Ιούνιο του 2026 και στη συνέχεια η πράξη εντάχθηκε στο Τομεακό Πρόγραμμα Ανάπτυξης του υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης 2026-2030. Η εξέλιξη έχει και συμβολική σημασία. Το Δημόσιο περνά σταδιακά από τη φάση του RRF, κατά την οποία προτεραιότητα είχε η δημιουργία εκατοντάδων νέων ψηφιακών υποδομών και εφαρμογών, σε μια νέα περίοδο όπου το κρίσιμο ερώτημα είναι πώς θα λειτουργήσουν όλα αυτά μαζί. Η διακυβέρνηση των δεδομένων γίνεται επομένως το επόμενο μεγάλο επίπεδο της ψηφιακής μεταρρύθμισης.
Γιατί όσο περισσότερα πληροφοριακά συστήματα αποκτά το κράτος, τόσο λιγότερο αρκεί να γνωρίζει ότι «έχει ψηφιοποιηθεί». Πρέπει να γνωρίζει τι δεδομένα διαθέτει, πώς συνδέονται μεταξύ τους, ποιος τα διαχειρίζεται, πόσο ασφαλή είναι και πώς μπορούν να αξιοποιηθούν προς όφελος του Δημοσίου, των πολιτών και της οικονομίας. Τα 663 συστήματα του G-Cloud είναι, επομένως, η πρώτη μεγάλη άσκηση ενός πολύ ευρύτερου εγχειρήματος: να αποκτήσει το ελληνικό Δημόσιο τάξη, κανόνες και στρατηγική πάνω στο ίδιο του το ψηφιακό κεφάλαιο.

