Ψηφιακή Στρατηγική

Η ψηφιακή στρατηγική και η πολιτική ρήξη που έρχεται

Ο τίτλος δεν αφορά μια ακόμη αντιπαράθεση για την ψηφιοποίηση του Δημοσίου.

του Γιάννη Χαλαβαζή

Αφορά κάτι μεγαλύτερο: την πολιτική σύγκρουση που διαμορφώνεται γύρω από το μοντέλο της ψηφιακής Ελλάδας. Γιατί πίσω από την ΑΙ, τα δεδομένα, τον Προσωπικό Αριθμό, τις ταυτότητες, τα cloud και τα data centers υπάρχουν διαφορετικές πολιτικές αντιλήψεις για το κράτος, τον πολίτη, την οικονομία και τα όρια της τεχνολογίας. Και αυτές οι θέσεις, οι απόψεις και οι αντιλήψεις έχουν ήδη αρχίσει να γίνονται διακριτές, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για έντονες πολιτικές συγκρούσεις, τις οποίες θα έπρεπε ήδη να παρακολουθεί στενά η αγορά πληροφορικής και ψηφιακών επικοινωνιών, που δεν έχει ακόμη πάρει χαμπάρι τι έρχεται.

Βέβαια, ο ρόλος των επιχειρήσεων ΤΠΕ/ICT είναι να παρακολουθούν τα έργα, τους διαγωνισμούς, τις επενδύσεις, τα data centers, την Τεχνητή Νοημοσύνη και τα μεγάλα ψηφιακά προγράμματα. Όμως θα έπρεπε να ασχολούνται πολύ περισσότερο και με την πολιτική αντιπαράθεση που χτίζεται πίσω από όλα αυτά. Όπως έχει συμβεί και με άλλα ζητήματα που αρχικά αντιμετωπίστηκαν ως υπόθεση «της πολιτικής» και όχι της αγοράς, έτσι και εδώ υπάρχει ο κίνδυνος να γίνει αντιληπτό το πραγματικό μέγεθος της σύγκρουσης όταν οι πολιτικές αποφάσεις θα έχουν ήδη αρχίσει να επηρεάζουν άμεσα την αγορά.

Τι κυοφορείται και τι βγαίνει σταδιακά

Παρακολουθώντας συστηματικά τις θέσεις, τις παρεμβάσεις και τις αντιδράσεις των κομμάτων, διαπιστώνεται ότι πίσω από την εικόνα μιας περίπου αυτονόητης πολιτικής συμφωνίας για την ψηφιοποίηση της χώρας διαμορφώνονται σαφείς και, σε ορισμένα σημεία, βαθιές διαφοροποιήσεις.

Στην αγορά υπάρχει η εντύπωση ότι όλοι συμφωνούν στα βασικά: ψηφιακό κράτος, ηλεκτρονικές υπηρεσίες, Τεχνητή Νοημοσύνη, cloud, διασύνδεση μητρώων, αξιοποίηση δεδομένων και ανάπτυξη data centers.

Όχι. Δεν είναι καθόλου έτσι, όσο κι αν αυτή είναι η εντύπωση που επικρατεί σε μέρος της αγοράς.

Υπάρχουν σαφείς διαφορές στα κόμματα για τις ΤΠΕ, αλλά και προτάσεις που απέχουν σημαντικά μεταξύ τους, χωρίς μέχρι σήμερα να διαφαίνεται κάποια ουσιαστική προσπάθεια γεφύρωσής τους. Και το σημαντικότερο: οι διαφορές αυτές δεν αφορούν κάποια μακρινή θεωρητική συζήτηση. Αφορούν ζητήματα που στην επόμενη πολιτική περίοδο θα καθορίσουν σε μεγάλο βαθμό το επιχειρηματικό και επενδυτικό περιβάλλον της ίδιας της αγοράς πληροφορικής.

Αφορούν το ποια έργα θα προχωρήσουν, με ποιους κανόνες θα λειτουργούν τα συστήματα ΑΙ, ποιος θα έχει πρόσβαση στα δεδομένα, πώς θα διασυνδέονται τα μητρώα, πού και με ποιους όρους θα δημιουργούνται data centers, πόση ενέργεια και νερό θα καταναλώνουν και ποια θα είναι τα όρια της ψηφιακής παρουσίας του κράτους.

Με άλλα λόγια, η αγορά σήμερα παρακολουθεί την τεχνολογία, αλλά δεν παρακολουθεί όσο θα έπρεπε την πολιτική που θα καθορίσει τους κανόνες αξιοποίησης των ψηφιακών τεχνολογιών από το 2027 και μετά.

Η πρώτη μεγάλη διαφοροποίηση είναι ήδη στη Βουλή

Το πιο καθαρό πολιτικό σήμα ήρθε από τη συζήτηση για το εθνικό πλαίσιο εφαρμογής του ευρωπαϊκού AI Act.

Στις 16 Ιουλίου 2026 η Βουλή ψήφισε το σχετικό νομοσχέδιο. Υπέρ επί της αρχής τάχθηκαν η Νέα Δημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ, ενώ το καταψήφισαν ο ΣΥΡΙΖΑ, το ΚΚΕ, η Ελληνική Λύση, η ΝΙΚΗ και η Πλεύση Ελευθερίας.

Το γεγονός έχει ιδιαίτερη σημασία για έναν χώρο που συχνά αντιμετωπίζεται ως κατεξοχήν συναινετικός. Δείχνει ότι στο συγκεκριμένο θεσμικό πλαίσιο για την Τεχνητή Νοημοσύνη οι πολιτικές προσεγγίσεις δεν συμπίπτουν.

Η ΝΔ αντιμετωπίζει την ΑΙ ως βασικό εργαλείο της επόμενης φάσης του ψηφιακού μετασχηματισμού, με έμφαση στην καινοτομία αλλά και στη θέσπιση κανόνων για την προστασία των πολιτών. Το ΠΑΣΟΚ, παρότι ψήφισε υπέρ επί της αρχής, διαφοροποιείται ως προς τις θεσμικές εγγυήσεις, τη διαφάνεια και τη λογοδοσία. Τα υπόλοιπα κόμματα που καταψήφισαν το νομοσχέδιο δεν αποδέχθηκαν το συγκεκριμένο κυβερνητικό πλαίσιο ως έχει, έχοντας διαφορετικές πολιτικές και ιδεολογικές αφετηρίες.

Από το ψηφιακό κράτος στο κράτος των δεδομένων

Η πραγματική πολιτική δοκιμασία, ωστόσο, βρίσκεται μπροστά. Ο ψηφιακός μετασχηματισμός της ΝΔ δεν σταματά στο gov.gr και στις ηλεκτρονικές υπηρεσίες. Η επόμενη φάση αφορά τη διασύνδεση δεδομένων, τον Προσωπικό Αριθμό, την Τεχνητή Νοημοσύνη, το cloud, την κυβερνοασφάλεια και την υπολογιστική ισχύ που απαιτούν οι νέες εφαρμογές.

Και εδώ εμφανίζεται μια ουσιαστική διαφορά αντίληψης.

Για την κυβέρνηση, η διασύνδεση των κρατικών δεδομένων και η αξιοποίηση της ΑΙ μπορούν να περιορίσουν τη γραφειοκρατία, να κάνουν το Δημόσιο αποτελεσματικότερο και να επιτρέψουν νέες υπηρεσίες προς τον πολίτη.

Για σημαντικό τμήμα της αντιπολίτευσης, όμως, το ερώτημα δεν είναι μόνο πόσο αποτελεσματικό γίνεται το κράτος. Είναι πόση ψηφιακή εξουσία συγκεντρώνεται, ποιος ελέγχει τα δεδομένα, ποιος εποπτεύει τους αλγορίθμους και ποιες εγγυήσεις έχει ο πολίτης.

Αυτή δεν είναι απλώς τεχνική διαφορά. Είναι πολιτική διαφορά. Και όσο περισσότερες κρατικές λειτουργίες περνούν σε ψηφιακά συστήματα, τόσο μεγαλύτερη πολιτική σημασία αποκτά.

ΠΑΣΟΚ και ΣΥΡΙΖΑ δεν κινούνται στην ίδια γραμμή

Εδώ βρίσκεται και ένα ακόμη στοιχείο που συχνά χάνεται στη γενική εικόνα της «αντιπολίτευσης».

Δεν υπάρχει μία ενιαία αντιπολιτευτική προσέγγιση.

Το ΠΑΣΟΚ, με την υπερψήφιση του AI Act επί της αρχής, δείχνει ότι δεν αμφισβητεί την ανάγκη θεσμικής ενσωμάτωσης της Τεχνητής Νοημοσύνης. Η διαφοροποίησή του αφορά κυρίως το πλαίσιο μέσα στο οποίο αυτή θα αναπτυχθεί: διαφάνεια, λογοδοσία, προστασία δικαιωμάτων και αποτελεσματικός έλεγχος.

Ο ΣΥΡΙΖΑ κινείται σε διαφορετική πολιτική κατεύθυνση, με μεγαλύτερη έμφαση στον τρόπο οργάνωσης του κράτους, στον δημόσιο έλεγχο και στην αποκέντρωση. Επομένως, ακόμη και εκεί όπου υπάρχει κοινή αποδοχή της τεχνολογικής μετάβασης, δεν υπάρχει κατ’ ανάγκη κοινή αντίληψη για το μοντέλο διοίκησης που θα τη χρησιμοποιήσει.

Το ΚΚΕ, από την άλλη πλευρά, αντιμετωπίζει την τεχνολογική μετάβαση μέσα από διαφορετικό πρίσμα, δίνοντας έμφαση στις εργασιακές σχέσεις, στην αλγοριθμική διαχείριση και στον τρόπο με τον οποίο η τεχνολογία επηρεάζει την εργασία και την οικονομική ισχύ.

Άρα, ακόμη και η ίδια η λέξη «ψηφιοποίηση» σημαίνει διαφορετικά πράγματα για διαφορετικές πολιτικές δυνάμεις.

Η μεγάλη αλλαγή: η ψηφιακή πολιτική γίνεται πολιτική υποδομών

Και εδώ η υπόθεση αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον για την αγορά πληροφορικής. Γιατί η επόμενη φάση δεν αφορά μόνο εφαρμογές και λογισμικό. Αφορά data centers, ηλεκτρική ενέργεια, δίκτυα, νερό, υπολογιστική ισχύ, cloud υποδομές και μεγάλες επενδύσεις.

Η ανάπτυξη της ΑΙ απαιτεί υποδομές. Η Ελλάδα θέλει να προσελκύσει επενδύσεις σε data centers και να ενισχύσει τη θέση της στον ευρωπαϊκό ψηφιακό χάρτη. Όμως ακριβώς εδώ ανοίγει ένα νέο πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης.

Το ερώτημα δεν είναι πλέον μόνο εάν ένα data center είναι τεχνολογικά χρήσιμο.

Είναι πού θα κατασκευαστεί, πόση ενέργεια θα καταναλώνει, πόσο νερό θα απαιτεί, ποια θα είναι η επιβάρυνση των δικτύων, τι θα αποφέρει στην οικονομία και ποιος θα αναλάβει το κόστος των υποδομών.

Και σε αυτό το σημείο η αντιπαράθεση βγαίνει πλέον έξω από τα στενά όρια του υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης και αγγίζει ενέργεια, περιβάλλον, χωροταξία, επενδύσεις και εθνική στρατηγική.

Εκ διαμέτρου αντίθετη η στρατηγική της ΕΛ.Α.Σ.

Η ΕΛ.Α.Σ. του Αλέξη Τσίπρα δεν περιορίζει την πρότασή της στην ψηφιοποίηση των δημόσιων υπηρεσιών. Θέτει ως κεντρικό πολιτικό στόχο την «ψηφιακή δημοκρατία και κυριαρχία» και τη δημιουργία εθνικών τεχνολογικών υποδομών με ρήτρες κυριαρχίας. Αυτό αποτελεί ρητή δέσμευση της ιδρυτικής της διακήρυξης.

Η ΕΛ.Α.Σ. συνδέει την ψηφιακή κυριαρχία με τον έλεγχο των κρίσιμων υποδομών, τη δυνατότητα αλλαγής προμηθευτή χωρίς απαγορευτικό κόστος, τη φορητότητα των δεδομένων, τα ανοικτά πρότυπα και την πραγματική διαλειτουργικότητα. Παράλληλα, θέτει στο επίκεντρο την προστασία των δεδομένων, την κυβερνοασφάλεια, την ενίσχυση της έρευνας και της καινοτομίας και τη δημιουργία ισχυρότερης εγχώριας τεχνολογικής βάσης.

Προτείνει, επίσης, ρήτρες κυριαρχίας στις δημόσιες ψηφιακές συμβάσεις, ώστε το Δημόσιο να διατηρεί πραγματική δυνατότητα επιλογής και να μην εγκλωβίζεται σε τεχνολογικές εξαρτήσεις από συγκεκριμένους προμηθευτές.

Έτσι, η απόσταση από τη ΝΔ είναι πολιτικά ευδιάκριτη. Η ΝΔ προσεγγίζει την ψηφιακή μετάβαση κυρίως μέσα από την αποτελεσματικότητα, την ταχύτητα, τη διαλειτουργικότητα και τον εκσυγχρονισμό του κράτους. Η ΕΛ.Α.Σ. τη συνδέει με την κυριαρχία, τον δημόσιο έλεγχο, την τεχνολογική αυτονομία και τους όρους με τους οποίους το Δημόσιο χρησιμοποιεί και διαχειρίζεται τις κρίσιμες ψηφιακές υποδομές. Πρόκειται για δύο πολιτικές προσεγγίσεις που διαφοροποιούνται ουσιαστικά ως προς το μοντέλο του ψηφιακού κράτους.

Ο Κ. Βελόπουλος ενεργός στο πεδίο της ψηφιακής αντιπαράθεσης

Ο Κυριάκος Βελόπουλος είναι μια διαφορετική περίπτωση πολιτικού αρχηγού που έχει επιλέξει να συνδέσει δύο φαινομενικά διαφορετικές πλευρές της ψηφιακής μετάβασης: την ψηφιακή ταυτότητα του πολίτη και τη φυσική υποδομή της ψηφιακής οικονομίας.

Η Ελληνική Λύση καταψήφισε το εθνικό πλαίσιο εφαρμογής του AI Act, μαζί με τον ΣΥΡΙΖΑ, το ΚΚΕ, τη ΝΙΚΗ και την Πλεύση Ελευθερίας. Παράλληλα, η πολιτική της αντιπαράθεση με την κυβερνητική ψηφιακή στρατηγική έχει επεκταθεί σε ζητήματα που αφορούν τον Προσωπικό Αριθμό, τις νέες ταυτότητες, τα δεδομένα και τις μεγάλες ψηφιακές υποδομές.

Έτσι, η συζήτηση μεταφέρεται σε ένα πολύ συγκεκριμένο επίπεδο: από τη μία ο ψηφιακός πολίτης και τα δεδομένα του, από την άλλη οι μεγάλες φυσικές υποδομές που απαιτεί η ψηφιακή οικονομία.

Και ακριβώς εδώ βρίσκεται το πολιτικό ενδιαφέρον.

Η ΝΔ βλέπει την ΑΙ, τα δεδομένα και τις υπολογιστικές υποδομές ως βασικά εργαλεία της επόμενης αναπτυξιακής φάσης. Το ΠΑΣΟΚ ζητά διαφορετικές θεσμικές εγγυήσεις. Ο ΣΥΡΙΖΑ και το ΚΚΕ προσεγγίζουν το ζήτημα από διαφορετικές πολιτικές αφετηρίες. Η ΕΛ.Α.Σ. εισάγει με ιδιαίτερη έμφαση την έννοια της ψηφιακής κυριαρχίας, ενώ η Ελληνική Λύση θέτει στο επίκεντρο άλλα ζητήματα γύρω από τα δεδομένα, την ψηφιακή ταυτότητα και τις υποδομές.

Επομένως, η υπόθεση απέχει πολύ από μια απλή συμφωνία όλων ότι «η Ελλάδα έχει ψηφιοποιηθεί και δεν χρειάζεται μεγάλες παρεμβάσεις». Αυτή η εμφανής νοοτροπία «Δεν ξέρω. Δεν απαντώ. Δεν ανακατεύομαι» θα αποδειχθεί πολύ σκληρότερη από όσο σήμερα υπολογίζει η αγορά πληροφορικής. Γιατί η επόμενη μεγάλη πολιτική σύγκρουση δεν θα αφορά το αν θα υπάρχει gov.gr ή αν θα χρησιμοποιούμε ΑΙ. Αυτά έχουν ήδη περάσει στο επόμενο στάδιο. Και είναι αυτονόητα

Η πραγματική σύγκρουση θα αφορά ποιος ελέγχει τα δεδομένα, ποιος θέτει τους κανόνες της ΑΙ, πόσο βαθιά μπορεί να εισχωρήσει η ψηφιακή τεχνολογία στο κράτος και στην καθημερινότητα του πολίτη και ποιο οικονομικό, ενεργειακό και κοινωνικό κόστος είναι αποδεκτό για να αποκτήσει η Ελλάδα τη δική της ψηφιακή ισχύ.

Και όταν η συζήτηση φτάσει από τον αλγόριθμο στο ποιος έχει τον έλεγχο του αλγορίθμου, από την ταυτότητα στο ποιος ελέγχει τα δεδομένα της ταυτότητας και από το data center στο ποιος πληρώνει την ενέργεια και το νερό που απαιτεί, τότε δεν θα μιλάμε πλέον για μια τεχνολογική μεταρρύθμιση. Θα μιλάμε για μια από τις πιο ουσιαστικές πολιτικές συγκρούσεις της επόμενης περιόδου.

Και τότε η αγορά πληροφορικής θα βρεθεί μπροστά από πάρα πολύ δύσκολες καταστάσεις για την δική της επιβίωση, που θα είναι πάλι τα έργα της επόμενης περιόδους.  Και θα βρεθεί σίγουρα προ εκπλήξεων γιατί οι πολιτικές αποφάσεις που σήμερα παρακολουθεί από απόσταση θα καθορίζουν αύριο το ίδιο το περιβάλλον μέσα στο οποίο θα επενδύει, θα αναπτύσσεται και θα δουλεύει.

close menu