Πληροφορική

Η Ευρώπη παρακολουθεί την κούρσα της Τεχνητής Νοημοσύνης από την εξέδρα – Χωρίς χρήματα, υποδομές και πολιτική βούληση

του Γιάννη Χαλαβαζή

Η δημοσιονομική διαμάχη στις Βρυξέλλες αποκαλύπτει το πραγματικό πρόσωπο της ευρωπαϊκής τεχνολογικής στρατηγικής: μεγάλες διακηρύξεις για την AI, φιλόδοξα σχέδια για την ψηφιακή κυριαρχία, αλλά αδυναμία εξασφάλισης των πόρων και λήψης των αποφάσεων που απαιτούνται για να γίνουν πράξη. Την ώρα που ΗΠΑ και Κίνα επενδύουν επιθετικά στην επόμενη τεχνολογική εποχή, η Ευρωπαϊκή Ένωση παραμένει εγκλωβισμένη στις εσωτερικές της αντιπαραθέσεις, στις εθνικές σκοπιμότητες και σε μια γραφειοκρατική διαδικασία αποφάσεων που αδυνατεί να ακολουθήσει τον ρυθμό της τεχνολογικής εξέλιξης. Η διαμάχη για τον επόμενο πολυετή προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με τις συγκρούσεις για τις αγροτικές επιδοτήσεις, την πολιτική συνοχής και τη χρηματοδότηση των νέων στρατηγικών προτεραιοτήτων, δεν αποτελεί απλώς μία ακόμη δημοσιονομική αντιπαράθεση. Είναι μια αποκαλυπτική εικόνα της πολιτικής αδυναμίας της Ευρώπης να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις που καθορίζουν ήδη την παγκόσμια οικονομία.

Το πρόβλημα δεν είναι ότι η Ευρώπη δεν έχει αντιληφθεί τη σημασία της τεχνητής νοημοσύνης. Το πρόβλημα είναι ότι, ενώ γνωρίζει τι πρέπει να κάνει, αδυνατεί να κινητοποιήσει εγκαίρως τα μέσα για να το πετύχει. Διακηρύσσει την ανάγκη τεχνολογικής αυτονομίας, αλλά δεν εξασφαλίζει την απαιτούμενη χρηματοδότηση. Μιλά για ευρωπαϊκά οικοσυστήματα AI, αλλά δεν διαθέτει επαρκή υπολογιστική ισχύ, προηγμένους ημιαγωγούς και υποδομές αντίστοιχης κλίμακας. Η χρονική συγκυρία του δημοσιεύματος του Politico αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Την Πέμπτη 5 Νοεμβρίου, η διεθνής χρηματιστηριακή αγορά βίωσε μία από τις εντονότερες αναταράξεις των τελευταίων μηνών για τις εταιρείες τεχνολογίας και τεχνητής νοημοσύνης. Ο Nasdaq κατέγραψε πτώση 5,56%, ενώ σημαντικές εταιρείες ημιαγωγών και ψηφιακών υποδομών δέχθηκαν ισχυρές πιέσεις. Οι επενδυτές άρχισαν να αμφισβητούν εάν οι τεράστιες επενδύσεις σε data centers, επεξεργαστές και υποδομές AI θα αποδώσουν εγκαίρως τα αναμενόμενα οικονομικά αποτελέσματα. Την επόμενη ημέρα, στις 6 Νοεμβρίου, το Politico δημοσίευσε την αποκάλυψη για το δημοσιονομικό αδιέξοδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αναδεικνύοντας ότι ακόμη και κρίσιμες πρωτοβουλίες για την ευρωπαϊκή παραγωγή μικροτσίπ παραμένουν χωρίς εξασφαλισμένη χρηματοδότηση.

Οι δύο εξελίξεις, αν και διαφορετικής φύσης, φωτίζουν την ίδια στρατηγική πρόκληση: η τεχνητή νοημοσύνη απαιτεί τεράστια κεφάλαια, πραγματικές υποδομές και επενδυτική αντοχή. Δεν αρκεί η ανακοίνωση επενδυτικών προγραμμάτων ούτε η υιοθέτηση φιλόδοξων στόχων. Η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη τόσο με την αδυναμία χρηματοδότησης της δικής της τεχνολογικής ανάπτυξης όσο και με μια διεθνή αγορά που αρχίζει να επανεκτιμά το πραγματικό κόστος και την οικονομική βιωσιμότητα της έκρηξης της AI. Αυτή είναι η μεγάλη ευρωπαϊκή αντίφαση: η Ευρώπη θέλει να πρωταγωνιστήσει στην τεχνολογική επανάσταση χωρίς να έχει εξασφαλίσει τις προϋποθέσεις για να συμμετάσχει ισότιμα σε αυτήν.

Η υπόθεση της χρηματοδότησης των ευρωπαϊκών πρωτοβουλιών για τους ημιαγωγούς και τις υποδομές τεχνητής νοημοσύνης αποκαλύπτει το μέγεθος του προβλήματος. Η ανάπτυξη προηγμένων επεξεργαστών, υπολογιστικών συστημάτων και data centers απαιτεί επενδύσεις δισεκατομμυρίων, μακροχρόνιο σχεδιασμό και σταθερό πολιτικό περιβάλλον. Αντί γι’ αυτό, η Ευρώπη εμφανίζεται να διαπραγματεύεται ακόμη το πώς θα μοιράσει τα διαθέσιμα χρήματα, πριν καν διαμορφώσει μια δεσμευτική και επαρκώς χρηματοδοτημένη στρατηγική τεχνολογικής ανάπτυξης. Η καθυστέρηση δεν είναι ουδέτερη. Στην τεχνητή νοημοσύνη, ο χρόνος μετατρέπεται σε ανταγωνιστικό πλεονέκτημα. Όποιος εξασφαλίζει σήμερα υπολογιστική ισχύ, ενεργειακές υποδομές, κεφάλαια και ερευνητικό δυναμικό δημιουργεί τις προϋποθέσεις για να ελέγξει αύριο μεγαλύτερο μέρος της αγοράς. Η Ευρώπη, αντί να επιταχύνει, περιμένει. Περιμένει συμφωνίες, περιμένει προϋπολογισμούς, περιμένει εθνικές συναινέσεις και νέους χρηματοδοτικούς μηχανισμούς. Στο μεταξύ, οι διεθνείς τεχνολογικοί ανταγωνιστές της δεν περιμένουν κανέναν.

Χωρίς δικές της υποδομές, δεν υπάρχει τεχνολογική κυριαρχία

Η τεχνολογική εξάρτηση της Ευρώπης δεν περιορίζεται στην απουσία μεγάλων εταιρειών AI αντίστοιχου μεγέθους με τους αμερικανικούς ομίλους. Αφορά ολόκληρη την αλυσίδα παραγωγής τεχνολογικής ισχύος: επεξεργαστές, υπολογιστική ισχύ, cloud, data centers, ενεργειακά δίκτυα, λογισμικό, μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης και εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό. Σε κρίσιμα τμήματα αυτής της αλυσίδας η Ευρώπη εξαρτάται από τεχνολογίες και επιχειρήσεις τρίτων χωρών. Η εξάρτηση αυτή δεν αποτελεί απλώς εμπορικό μειονέκτημα. Δημιουργεί στρατηγικούς κινδύνους για την οικονομία, τη βιομηχανία, την άμυνα, την ασφάλεια και τη λειτουργία των δημόσιων υποδομών. Η ευρωπαϊκή συζήτηση περί ψηφιακής κυριαρχίας κινδυνεύει έτσι να εξελιχθεί σε ένα σύνθημα χωρίς αντίκρισμα. Διότι κυριαρχία δεν σημαίνει μόνο να έχεις κανόνες για το πώς θα λειτουργούν οι τεχνολογίες των άλλων. Σημαίνει να διαθέτεις τη δυνατότητα να τις αναπτύσσεις, να τις παράγεις, να τις ελέγχεις και να τις εξελίσσεις με δικούς σου πόρους και δικές σου υποδομές.

Η Ευρώπη έχει επιδείξει σημαντική δραστηριότητα στη ρύθμιση της ψηφιακής οικονομίας. Δεν έχει επιδείξει αντίστοιχη αποτελεσματικότητα στη δημιουργία μιας τεχνολογικής βιομηχανίας ικανής να ανταγωνιστεί τους μεγάλους διεθνείς παίκτες. Έχει αποκτήσει ισχυρή παρουσία στη θέσπιση κανόνων, αλλά όχι ανάλογη θέση στην παραγωγή της τεχνολογίας που καλείται να ρυθμίσει. Οι συνέπειες αυτής της πολιτικής αδυναμίας δεν περιορίζονται στις μεγάλες τεχνολογικές υποδομές. Μεταφέρονται απευθείας στις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, στις νεοφυείς εταιρείες, στα πανεπιστήμια και στα ερευνητικά κέντρα. Μια ευρωπαϊκή startup που αναπτύσσει εφαρμογές AI χρειάζεται πρόσβαση σε υπολογιστικούς πόρους, χρηματοδότηση και δυνατότητα γρήγορης εμπορικής επέκτασης. Εάν αυτά δεν υπάρχουν σε ανταγωνιστικό κόστος και με επαρκή διαθεσιμότητα, θα αναζητήσει αλλού τις προϋποθέσεις ανάπτυξής της. Μια ερευνητική ομάδα μπορεί να παράγει σημαντική επιστημονική γνώση, αλλά χωρίς χρηματοδότηση και υποδομές δυσκολεύεται να τη μετατρέψει σε εμπορική τεχνολογία.

Το αποτέλεσμα είναι ένας φαύλος κύκλος: η Ευρώπη παράγει επιστήμονες, ερευνητές και καινοτόμες ιδέες, αλλά δεν εξασφαλίζει πάντα το επιχειρηματικό και επενδυτικό περιβάλλον που απαιτείται για να παραμείνουν και να αναπτυχθούν εντός της. Την ίδια στιγμή, η τεχνητή νοημοσύνη μετασχηματίζει την αυτοκινητοβιομηχανία, τη φαρμακοβιομηχανία, την ενέργεια, τις τηλεπικοινωνίες, τις μεταφορές, τη μεταποίηση και τη δημόσια διοίκηση. Εάν η ευρωπαϊκή βιομηχανία δεν έχει πρόσβαση σε ανταγωνιστικές υποδομές και τεχνολογίες, η απώλεια δεν θα αφορά μόνο τον ψηφιακό κλάδο. Θα επηρεάσει την παραγωγικότητα και την ανταγωνιστικότητα ολόκληρης της ευρωπαϊκής οικονομίας.

27 κράτη, 27 προτεραιότητες και καμία κοινή ταχύτητα

Το βαθύτερο πρόβλημα είναι πολιτικό και θεσμικό. Η Ευρωπαϊκή Ένωση εξακολουθεί να λειτουργεί με έναν μηχανισμό συμβιβασμών που δυσκολεύεται να ανταποκριθεί σε συνθήκες διεθνούς τεχνολογικού ανταγωνισμού. Κάθε κράτος υπερασπίζεται τις δικές του δημοσιονομικές προτεραιότητες. Άλλα επιμένουν στη διατήρηση των αγροτικών ενισχύσεων, άλλα στην πολιτική συνοχής, άλλα στη δημοσιονομική πειθαρχία και άλλα στη χρηματοδότηση νέων στρατηγικών τομέων. Όλες αυτές οι ανάγκες είναι πραγματικές. Εκείνο που απουσιάζει είναι η πολιτική ικανότητα να συνδεθούν σε ένα ενιαίο σχέδιο ανάπτυξης και να εξασφαλιστούν οι πρόσθετοι πόροι που απαιτεί η νέα εποχή. Η τεχνολογική επανάσταση, όμως, δεν μπορεί να περιμένει την ολοκλήρωση των ευρωπαϊκών διαπραγματεύσεων. Ούτε μπορεί να εξαρτάται από το εάν και πότε θα επιτευχθεί ο επόμενος συμβιβασμός μεταξύ των κρατών-μελών.

Η αδυναμία αυτή αποκαλύπτει και τα όρια του σημερινού μοντέλου ευρωπαϊκής διακυβέρνησης. Μια Ένωση που χρειάζεται υπερβολικά μεγάλο χρόνο για να αποφασίσει πώς θα χρηματοδοτήσει τις κρίσιμες τεχνολογικές της υποδομές δυσκολεύεται να λειτουργήσει ως ενιαία οικονομική και γεωπολιτική δύναμη απέναντι σε ανταγωνιστές που διαθέτουν συγκεντρωμένους πόρους, μεγαλύτερη επενδυτική ταχύτητα και σαφέστερη ιεράρχηση στρατηγικών στόχων.

Το πραγματικό διακύβευμα είναι η θέση της Ευρώπης στον 21ο αιώνα

Η τεχνητή νοημοσύνη δεν είναι ένας ακόμη κλάδος της ψηφιακής οικονομίας. Είναι η τεχνολογική βάση πάνω στην οποία θα στηριχθεί η επόμενη φάση της βιομηχανικής και οικονομικής ανάπτυξης. Όποιος ελέγχει τις υποδομές, την υπολογιστική ισχύ, τα προηγμένα μοντέλα και τις εφαρμογές της θα αποκτά ολοένα μεγαλύτερη επιρροή στην παγκόσμια οικονομία. Γι’ αυτό και η ευρωπαϊκή αδυναμία δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως ένα ακόμη πρόβλημα κατανομής κονδυλίων. Αφορά την ίδια τη δυνατότητα της Ευρώπης να διατηρήσει την οικονομική και πολιτική της αυτονομία. Εάν δεν μπορεί να αναπτύξει τις δικές της τεχνολογίες, θα εξαρτάται από τις αποφάσεις, τις τιμολογιακές πολιτικές, τις προτεραιότητες και τους γεωπολιτικούς σχεδιασμούς τρίτων.

Και εδώ βρίσκεται η μεγαλύτερη πολιτική αντίφαση: η Ευρώπη διεκδικεί ρόλο παγκόσμιου ρυθμιστή της τεχνητής νοημοσύνης, αλλά δεν έχει εξασφαλίσει ότι θα διαθέτει τις τεχνολογίες και τις υποδομές που θα της επιτρέψουν να συμμετέχει ισότιμα στη διαμόρφωση του μέλλοντός της. Η Ευρωπαϊκή Ένωση κινδυνεύει να μετατραπεί σε μια τεράστια αγορά κατανάλωσης τεχνολογιών που σχεδιάζονται, χρηματοδοτούνται και παράγονται αλλού. Να πληρώνει για υποδομές που δεν ελέγχει, να εξαρτάται από πλατφόρμες που δεν διαθέτει και να προσπαθεί να προστατεύσει την οικονομία της με κανόνες, ενώ άλλοι διαμορφώνουν τις πραγματικές συνθήκες της τεχνολογικής ισχύος. Το πιο ανησυχητικό δεν είναι ότι η Ευρώπη υστερεί σήμερα σε ορισμένους κρίσιμους τομείς της τεχνητής νοημοσύνης. Είναι ότι, ενώ βλέπει το χάσμα να διευρύνεται, εξακολουθεί να αντιμετωπίζει την τεχνολογική ανάπτυξη ως μία ακόμη διαπραγματευτική παράμετρο του προϋπολογισμού της.

Εάν η Ευρώπη δεν μπορεί να αποφασίσει εγκαίρως πού θα επενδύσει, με ποιους πόρους θα αναπτύξει τις υποδομές της και πώς θα στηρίξει τη δική της τεχνολογική βιομηχανία, τότε η συζήτηση περί ευρωπαϊκής ψηφιακής κυριαρχίας κινδυνεύει να καταλήξει στο μεγαλύτερο στρατηγικό αυτογκόλ της Ένωσης: να έχει αναγνωρίσει εγκαίρως τη σημασία της επόμενης βιομηχανικής επανάστασης, αλλά να έχει αποτύχει να εξασφαλίσει τη συμμετοχή της σε αυτήν.

close menu