Η νέα έκθεση της Eurostat αμφισβητεί ευθέως την εικόνα ταχείας προόδου που προβάλλεται για το ελληνικό Ταμείο Ανάκαμψης, καθώς η Ελλάδα εμφανίζει μεγάλη απόσταση ανάμεσα στα χρήματα που έχει λάβει και σε εκείνα που έχουν φτάσει στην πραγματική οικονομία, καταγράφοντας μία από τις χειρότερες επιδόσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η εικόνα που προκύπτει από τα νεότερα στοιχεία της Eurostat για το Ταμείο Ανάκαμψης δημιουργεί έντονο προβληματισμό για την πραγματική πορεία υλοποίησης του ελληνικού σχεδίου «Ελλάδα 2.0». Παρά το γεγονός ότι η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες που έχουν λάβει σημαντικό μέρος των ευρωπαϊκών κονδυλίων, η διοχέτευση των πόρων στην πραγματική οικονομία κινείται με αισθητά χαμηλότερους ρυθμούς, αποκαλύπτοντας μια μεγάλη απόσταση ανάμεσα στις εκταμιεύσεις και στην ουσιαστική αξιοποίηση των χρημάτων. Από την πλευρά του, το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας υποστήριξε ότι η εξέλιξη θεωρείται αναμενόμενη, καθώς το ελληνικό πρόγραμμα είναι σχεδιασμένο με «οπισθοβαρή» χαρακτήρα, δηλαδή με μεγαλύτερη ένταση δαπανών στα τελικά στάδια υλοποίησης. Σύμφωνα με την κυβερνητική επιχειρηματολογία, η επιτάχυνση των πληρωμών αναμένεται να καταγραφεί μέσα στην επόμενη διετία, μέχρι και την ολοκλήρωση του προγράμματος το 2027.
Στο τέλος του 2025, η χώρα είχε εισπράξει το 66,1% των συνολικών πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης, επίδοση που την έφερε στην 9η θέση μεταξύ των κρατών-μελών και κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Ωστόσο, η πραγματική χρήση των κονδυλίων περιοριζόταν μόλις στο 48,8% του συνολικού πακέτου, ποσοστό που αντιστοιχεί περίπου στα τρία τέταρτα των ήδη εκταμιευμένων πόρων. Η επίδοση αυτή κατατάσσει την Ελλάδα μόλις στην 20ή θέση στην Ευρωπαϊκή Ένωση, τη στιγμή που ο μέσος ευρωπαϊκός όρος αξιοποίησης αγγίζει το 63,4%. Τα στοιχεία δείχνουν ότι σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες η απορρόφηση κινείται ταχύτερα ακόμη και από τον ρυθμό εκταμιεύσεων, γεγονός που υπογραμμίζει τις αδυναμίες του ελληνικού μηχανισμού υλοποίησης. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Γαλλίας, όπου η χρήση των πόρων έχει ήδη φθάσει σχεδόν στο σύνολο του προγράμματος και ξεπερνά το επίπεδο των εκταμιεύσεων, καταγράφοντας την υψηλότερη επίδοση στην Ε.Ε.
Η Ελλάδα συγκαταλέγεται μαζί με την Κροατία, την Πορτογαλία και τη Μάλτα στις χώρες με τη μεγαλύτερη αρνητική απόκλιση ανάμεσα στα ποσά που έχουν εισρεύσει και σε εκείνα που έχουν περάσει στην οικονομία. Η απόσταση αυτή υπολογίζεται σε 17,3 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με τον μέσο όρο της Ε.Ε., στοιχείο που ενισχύει τις ανησυχίες για καθυστερήσεις σε έργα, επενδύσεις και μεταρρυθμίσεις. Ακόμη πιο αδύναμη εμφανίζεται η εικόνα στο σκέλος των δανείων του Ταμείου Ανάκαμψης. Παρότι η Ελλάδα έχει ήδη λάβει περίπου τα δύο τρίτα των διαθέσιμων δανειακών πόρων, η πραγματική αξιοποίησή τους παραμένει κάτω από το 30%, αποτυπώνοντας σημαντική υστέρηση στη διοχέτευση χρηματοδότησης προς την αγορά και τις επιχειρήσεις. Η δημοσιοποίηση των στοιχείων προκάλεσε άμεση πολιτική αντιπαράθεση. Το ΠΑΣΟΚ κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι παρουσιάζει μια πλασματική εικόνα επιτυχίας, ενώ στην πράξη η χώρα βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις της Ευρώπης ως προς το ποσοστό των πόρων που έχουν φτάσει στην οικονομία. Παράλληλα προειδοποίησε ότι όσο πλησιάζει η λήξη του Ταμείου αυξάνεται ο κίνδυνος απώλειας κονδυλίων.

