Τεχνολογίες

Google Cloud :Το «ψηφιακό οχυρό» με τις «κερκόπορτες». Όταν μια αστοχία απειλεί κρίσιμες υποδομές, ασφάλεια, υγεία, οικονομία

Η διακοπή λειτουργίας του Google Cloud στις 20 Οκτωβρίου αναδεικνύει μια πολύ σοβαρότερη απειλή από την προσωρινή δυσλειτουργία μιας χρηματοοικονομικής εφαρμογής: την ευπάθεια ενός ολόκληρου ψηφιακού οικοσυστήματος που στηρίζεται σε διασυνδεδεμένες πλατφόρμες, κοινές τεχνολογικές υποδομές και υπηρεσίες τρίτων. Η περίπτωση της Revolut είναι μόνο η ορατή πλευρά ενός προβλήματος που αφορά τράπεζες, συστήματα υγείας, υποδομές δημόσιας ασφάλειας, τηλεπικοινωνίες, κρατικές υπηρεσίες και επιχειρησιακά δίκτυα. Όταν μια κρίσιμη τεχνολογική υποδομή αστοχεί, οι συνέπειες δεν περιορίζονται απαραίτητα σε μία εφαρμογή. Μπορούν να διαδοθούν σε ολόκληρες αλυσίδες υπηρεσιών.

Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι πόσο ψηφιακή έγινε η κοινωνία, αλλά πόσο αντέχει όταν η τεχνολογία στην οποία στηρίζεται σταματήσει να λειτουργεί.

Η ψηφιακή μετάβαση υπόσχεται ταχύτητα, αυτοματοποίηση, διασύνδεση και αποδοτικότητα. Επιχειρήσεις και δημόσιοι οργανισμοί μεταφέρουν κρίσιμες λειτουργίες στο υπολογιστικό νέφος (cloud computing), συνδέουν τις εφαρμογές τους με εξωτερικές πλατφόρμες και εξαρτώνται όλο και περισσότερο από ένα σύνθετο δίκτυο τεχνολογικών παρόχων. Όμως, όσο περισσότερα συστήματα διασυνδέονται, τόσο μεγαλύτερη γίνεται και η πιθανότητα μια τοπική αστοχία να προκαλέσει ευρύτερες επιπτώσεις. Μια πλατφόρμα μπορεί να λειτουργεί άψογα, αλλά να εξαρτάται από υπηρεσίες ταυτοποίησης, δίκτυα, υποδομές αποθήκευσης δεδομένων ή κεντρικά συστήματα διαχείρισης. Εάν ένας κρίσιμος κρίκος αποτύχει, μπορεί να επηρεαστούν λειτουργίες που φαινομενικά δεν έχουν άμεση σχέση μεταξύ τους. Αυτή είναι η αθέατη αδυναμία της ψηφιακής εποχής: η εξάρτηση από κοινές υποδομές δημιουργεί κοινά σημεία αστοχίας. Και όσο μεγαλύτερη είναι η συγκέντρωση αυτών των εξαρτήσεων, τόσο μεγαλύτερη μπορεί να είναι η έκταση μιας διακοπής.

Από τις πληρωμές στα νοσοκομεία, τη δημόσια ασφάλεια και την αλυσιδωτή αστοχία

Η δυσλειτουργία μιας χρηματοοικονομικής εφαρμογής προκαλεί αναστάτωση. Η διακοπή, όμως, μιας κρίσιμης υπηρεσίας υγείας, ενός συστήματος επιχειρησιακού συντονισμού ή μιας υποδομής δημόσιας ασφάλειας μπορεί να έχει πολύ σοβαρότερες συνέπειες. Στον χώρο της υγείας, η λειτουργία νοσοκομείων και διαγνωστικών κέντρων εξαρτάται από πληροφοριακά συστήματα, ηλεκτρονικούς φακέλους ασθενών, εργαστηριακές εφαρμογές, συστήματα προγραμματισμού και διαχείρισης φαρμάκων. Η απώλεια πρόσβασης σε κρίσιμες πληροφορίες μπορεί να επιβραδύνει διαδικασίες και να δυσχεράνει τον συντονισμό της περίθαλψης.

Στην πολιτική προστασία και τη δημόσια ασφάλεια, η διασύνδεση συστημάτων επικοινωνίας, κέντρων επιχειρήσεων, γεωγραφικών πληροφοριών και εφαρμογών διαχείρισης συμβάντων δημιουργεί αντίστοιχες εξαρτήσεις. Μια σοβαρή διακοπή μπορεί να περιορίσει την εικόνα της κατάστασης, να καθυστερήσει τη μετάδοση πληροφοριών ή να δυσχεράνει τον συντονισμό υπηρεσιών. Στις τηλεπικοινωνίες και στις υποδομές ενέργειας, η ψηφιακή διαχείριση και η αυτοματοποίηση αποτελούν πλέον βασικά στοιχεία λειτουργίας. Στη δημόσια διοίκηση, η αδυναμία πρόσβασης σε διασυνδεδεμένες βάσεις δεδομένων μπορεί να μπλοκάρει διαδικασίες που εξαρτώνται από την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ διαφορετικών φορέων. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε βλάβη σε έναν πάροχο cloud προκαλεί αυτομάτως προβλήματα σε νοσοκομεία, δίκτυα ή συστήματα ασφαλείας. Σημαίνει, όμως, ότι η έκταση του κινδύνου καθορίζεται από τις πραγματικές τεχνολογικές εξαρτήσεις και όχι από το πώς εμφανίζεται κάθε υπηρεσία στον τελικό χρήστη.

Η σύγχρονη ψηφιακή αρχιτεκτονική βασίζεται στην αλληλεπίδραση πολλών διαφορετικών συστημάτων. Η λειτουργία μιας υπηρεσίας μπορεί να εξαρτάται από έναν πάροχο cloud, μια πλατφόρμα ταυτοποίησης, ένα δίκτυο επικοινωνιών και εξειδικευμένο λογισμικό τρίτου κατασκευαστή. Εάν οι εξαρτήσεις αυτές δεν έχουν χαρτογραφηθεί και προστατευθεί επαρκώς, μια αστοχία μπορεί να μεταδοθεί από το ένα επίπεδο στο άλλο. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο η αρχική διακοπή, αλλά και η αδυναμία των υπόλοιπων συστημάτων να συνεχίσουν να λειτουργούν αυτόνομα. Η κατάσταση γίνεται πιο σύνθετη όταν πολλοί οργανισμοί χρησιμοποιούν τις ίδιες τεχνολογικές υπηρεσίες. Διαφορετικές επιχειρήσεις ή δημόσιοι φορείς μπορεί να εμφανίζονται ανεξάρτητοι, αλλά να εξαρτώνται από τον ίδιο πάροχο ή από κοινά τεχνολογικά στοιχεία. Έτσι δημιουργείται ένας συστημικός κίνδυνος: μια αστοχία που ξεκινά από ένα συγκεκριμένο σημείο μπορεί να επηρεάσει πολλαπλούς οργανισμούς και κρίσιμες λειτουργίες ταυτόχρονα.

Ποιος ελέγχει πραγματικά τις κρίσιμες υποδομές; Το σχέδιο Β δεν είναι πολυτέλεια

Η συγκέντρωση υπηρεσιών σε λίγους μεγάλους διεθνείς τεχνολογικούς παρόχους δημιουργεί σημαντικά πλεονεκτήματα κόστους και κλίμακας. Ταυτόχρονα, όμως, γεννά ερωτήματα για τον έλεγχο, την αυτονομία και την ανθεκτικότητα των οργανισμών που εξαρτώνται από αυτούς. Μια επιχείρηση μπορεί να μην ελέγχει άμεσα την υποδομή που υποστηρίζει κρίσιμες λειτουργίες της. Ένας δημόσιος οργανισμός μπορεί να έχει ψηφιοποιήσει πλήρως τις διαδικασίες του, χωρίς να διαθέτει τη δυνατότητα να συνεχίσει να τις εκτελεί όταν ένας εξωτερικός πάροχος αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα. Η εξάρτηση αυτή δεν είναι από μόνη της λανθασμένη. Γίνεται επικίνδυνη όταν δεν συνοδεύεται από σαφή εικόνα των κινδύνων, εναλλακτικές λύσεις και δοκιμασμένα σχέδια συνέχειας. Η τεχνολογική κυριαρχία, επομένως, δεν αφορά μόνο το πού αποθηκεύονται τα δεδομένα ή ποιος έχει την κυριότητά τους. Αφορά και το ποιος μπορεί να διασφαλίσει τη λειτουργία μιας κρίσιμης υπηρεσίας όταν ο βασικός τεχνολογικός της κρίκος αποτύχει.

Η προστασία των κρίσιμων ψηφιακών υποδομών δεν μπορεί να εξαντλείται σε αντίγραφα ασφαλείας και γενικές προβλέψεις επιχειρησιακής συνέχειας. Απαιτεί σχεδιασμό που να λαμβάνει υπόψη ολόκληρη την αλυσίδα τεχνολογικών εξαρτήσεων. Οι οργανισμοί που διαχειρίζονται κρίσιμες υπηρεσίες χρειάζονται:

  • Χαρτογράφηση των εξαρτήσεων, ώστε να γνωρίζουν ποιες εφαρμογές, πλατφόρμες και λειτουργίες επηρεάζονται από κάθε βασικό πάροχο.
  • Ανεξάρτητες εφεδρικές υποδομές, όπου απαιτούνται, με πραγματική δυνατότητα ανάληψης κρίσιμων λειτουργιών.
  • Διαχωρισμό κρίσιμων συστημάτων, ώστε μια βλάβη να μην εξαπλώνεται ανεξέλεγκτα σε ολόκληρο το περιβάλλον.
  • Δοκιμασμένα σχέδια ανάκαμψης, με σαφείς στόχους για τον χρόνο αποκατάστασης και την προστασία των δεδομένων.
  • Εναλλακτικές διαδικασίες λειτουργίας, ώστε νοσοκομεία, υπηρεσίες ασφαλείας και δημόσιοι οργανισμοί να μπορούν να συνεχίζουν τις απολύτως αναγκαίες λειτουργίες τους.
  • Τακτικές ασκήσεις πραγματικών σεναρίων διακοπής, που να ελέγχουν όχι μόνο τα επιμέρους συστήματα, αλλά και τη συνεργασία μεταξύ διαφορετικών οργανισμών και παρόχων.

Η «πολυνεφική αρχιτεκτονική» (multi-cloud) μπορεί να συμβάλει στην ανθεκτικότητα, αλλά δεν αποτελεί από μόνη της εγγύηση. Εάν οι εναλλακτικές υποδομές μοιράζονται κοινές εξαρτήσεις ή δεν μπορούν να αναλάβουν εγκαίρως τη λειτουργία, η προστασία παραμένει θεωρητική.

Οι μεγάλοι τεχνολογικοί πάροχοι έχουν ευθύνη για την αξιοπιστία των υπηρεσιών τους. Δεν μπορούν, όμως, να αποτελούν τη μοναδική γραμμή άμυνας για συστήματα από τα οποία εξαρτώνται η οικονομία, η υγεία και η δημόσια ασφάλεια. Οι επιχειρήσεις και οι δημόσιοι οργανισμοί οφείλουν να αξιολογούν τις εξαρτήσεις τους, να απαιτούν διαφάνεια από τους προμηθευτές και να αποδεικνύουν ότι μπορούν να αντιμετωπίσουν σοβαρές διακοπές. Οι εποπτικές αρχές, από την πλευρά τους, χρειάζεται να εξετάζουν την πραγματική επιχειρησιακή ανθεκτικότητα, τη συγκέντρωση κινδύνων και την αποτελεσματικότητα των σχεδίων ανάκαμψης. Δεν αρκεί να γνωρίζουμε ότι ένα σύστημα διαθέτει μηχανισμούς ασφαλείας. Πρέπει να γνωρίζουμε τι συμβαίνει όταν αυτοί δεν επαρκούν, ποιες λειτουργίες συνεχίζονται και πόσο γρήγορα αποκαθίσταται η κανονικότητα.

Η ανθεκτικότητα πρέπει να αποδεικνύεται στην πράξη, όχι να διακηρύσσεται σε συμβάσεις και παρουσιάσεις.

Η ψηφιακή κοινωνία δεν μπορεί να λειτουργεί με την υπόθεση ότι τίποτα δεν θα χαλάσει

Η διακοπή του Google Cloud και οι επιπτώσεις που συνδέθηκαν με αυτήν αποτελούν αφορμή για μια ευρύτερη συζήτηση. Δεν τεκμηριώνουν από μόνες τους ότι όλες οι κρίσιμες υποδομές είναι εκτεθειμένες ή ότι κάθε διασυνδεδεμένο σύστημα κινδυνεύει άμεσα. Αναδεικνύουν, όμως, την ανάγκη να αντιμετωπίζεται η τεχνολογική εξάρτηση ως ζήτημα επιχειρησιακής συνέχειας και, όπου συντρέχει περίπτωση, ως ζήτημα εθνικής ασφάλειας. Η κοινωνία δεν μπορεί να εξαρτά την ομαλή λειτουργία των νοσοκομείων, των δημόσιων υπηρεσιών, των δικτύων και της οικονομίας από την παραδοχή ότι οι ψηφιακές πλατφόρμες θα είναι πάντοτε διαθέσιμες. Οι σοβαρές αστοχίες είναι αναπόφευκτο ενδεχόμενο σε σύνθετα τεχνολογικά συστήματα. Αυτό που μπορεί να αποφευχθεί είναι η ανεπαρκής προετοιμασία.

Το πραγματικό σκάνδαλο δεν είναι ότι μια ψηφιακή υποδομή μπορεί να καταρρεύσει. Είναι να μην έχουμε προβλέψει πώς θα συνεχίσει να λειτουργεί η κοινωνία όταν αυτό συμβεί. Η ψηφιακή πρόοδος χωρίς ανθεκτικότητα δημιουργεί ένα επικίνδυνο «οχυρό»: εντυπωσιακό στην καθημερινή λειτουργία του, αλλά δυνητικά ευάλωτο όταν πληγεί ένας κρίσιμος κρίκος. Και όταν οι κρίκοι αυτοί υποστηρίζουν όχι μόνο συναλλαγές, αλλά και την υγεία, την ασφάλεια και τη λειτουργία του κράτους.

Το  σχέδιο Β παύει να είναι τεχνική επιλογή. Γίνεται θεμελιώδης υποχρέωση

close menu