Να προσφέρουν οικονομικά οφέλη στις τοπικές κοινωνίες που φιλοξενούν data centers, ακόμη και με απευθείας πληρωμές στους κατοίκους, καλεί τις εταιρείες του κλάδου ο Ντόναλντ Τραμπ. Η παρέμβαση του Αμερικανού προέδρου έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία πληθαίνουν οι συζητήσεις για τις επιπτώσεις των μεγάλων κέντρων δεδομένων, από την κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας και νερού έως τον αντίκτυπό τους στις περιοχές όπου εγκαθίστανται.
Σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα Truth Social, την Τετάρτη 21 Οκτωβρίου, ο Τραμπ υποστήριξε ότι οι εταιρείες μπορούν να εξασφαλίσουν μεγαλύτερη αποδοχή των επενδύσεών τους, εφόσον οι κάτοικοι βλέπουν και οι ίδιοι κάποιο οικονομικό όφελος. Όπως ανέφερε, περιοχές που αρχικά αντιδρούσαν στην εγκατάσταση τέτοιων υποδομών μπορούν να αλλάξουν στάση όταν υπάρξει συμφωνία με τις εταιρείες.
Η συζήτηση αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς η ανάπτυξη της Τεχνητής Νοημοσύνης αυξάνει τις ανάγκες για υπολογιστική ισχύ και υπηρεσίες cloud. Τα data centers αποτελούν βασικό μέρος αυτής της υποδομής, χρειάζονται όμως μεγάλες ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειας και, ανάλογα με τα συστήματα ψύξης που χρησιμοποιούν, σημαντικές ποσότητες νερού. Οι ανάγκες αυτές δημιουργούν ερωτήματα για τις αντοχές των δικτύων, την προστασία του περιβάλλοντος και το ποιος τελικά πληρώνει το κόστος.
Τι προτείνει ο Τραμπ
Ο Αμερικανός πρόεδρος δεν προσδιόρισε συγκεκριμένα ποσά ούτε παρουσίασε ένα ενιαίο σχέδιο για το πώς θα μπορούσαν να γίνουν οι πληρωμές. Έθεσε, ωστόσο, την ιδέα ότι οι εταιρείες που επενδύουν σε μια περιοχή θα πρέπει να επιστρέφουν μέρος της οικονομικής αξίας που δημιουργούν στην ίδια την κοινότητα, είτε μέσω συλλογικών παροχών είτε με απευθείας οικονομικά οφέλη προς τους κατοίκους.
Παράλληλα, υποστήριξε ότι οι μεγάλες νέες εγκαταστάσεις θα πρέπει να παράγουν την ηλεκτρική ενέργεια που χρειάζονται και να διαθέτουν ή να πωλούν τυχόν πλεονάζουσα ενέργεια στην τοπική κοινωνία ή στο δίκτυο. Κατά την εκτίμησή του, μια τέτοια προσέγγιση θα μπορούσε να συμβάλει ακόμη και στη μείωση των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας.
Το βασικό ερώτημα, πάντως, είναι κατά πόσο οι περιοχές που φιλοξενούν μεγάλες τεχνολογικές εγκαταστάσεις αποκομίζουν ουσιαστικά οφέλη ή καλούνται κυρίως να αντιμετωπίσουν τις επιπτώσεις τους. Η οικονομική ενίσχυση μπορεί να αποτελέσει μέρος μιας συμφωνίας με την τοπική κοινωνία, δεν απαντά όμως από μόνη της σε ζητήματα όπως ο θόρυβος, η κατανάλωση νερού, η επάρκεια του ηλεκτρικού δικτύου και η προστασία του περιβάλλοντος.
Σπάτα: Προσφυγή κατοίκων για τρία data centers
Στην Ελλάδα, το ζήτημα της εγκατάστασης data centers έχει από καιρό προκαλέσει σοβαρές αντιδράσεις. Στη Χριστούπολη των Σπάτων, στην Ανατολική Αττική, κάτοικοι έχουν προσφύγει στο Συμβούλιο της Επικρατείας, εκφράζοντας αντιρρήσεις για την ανάπτυξη τριών κέντρων δεδομένων κοντά στον οικισμό. Η υπόθεση αφορά τόσο τις επιπτώσεις των εγκαταστάσεων στην περιοχή όσο και το πλαίσιο περιβαλλοντικής αδειοδότησής τους.
Στην περιοχή βρίσκεται το κέντρο δεδομένων της Microsoft, ενώ έχουν δρομολογηθεί και άλλες επενδύσεις, μεταξύ των οποίων το έργο της ΔΕΗ σε συνεργασία με την Damac και εκείνο της Dromeus με την Apto. Σύμφωνα με δημοσιεύματα για την υπόθεση, μία από τις εγκαταστάσεις βρίσκεται σε απόσταση περίπου 200 μέτρων από τα πλησιέστερα σπίτια.
Οι κάτοικοι έχουν θέσει ζητήματα που αφορούν τον θόρυβο, τη θερμότητα από τα συστήματα ψύξης και την περιβαλλοντική αδειοδότηση. Στο επίκεντρο της προσφυγής βρίσκεται, μεταξύ άλλων, το πλαίσιο που προβλέπει εξαιρέσεις από την υποχρέωση εκπόνησης μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων και τη δημόσια διαβούλευση για ορισμένες εγκαταστάσεις ισχύος κάτω των 20 MW.
Η υπόθεση αναδεικνύει τη δυσκολία που μπορεί να προκύψει όταν μεγάλες τεχνολογικές επενδύσεις σχεδιάζονται κοντά σε κατοικημένες περιοχές. Πέρα από τα οικονομικά οφέλη που μπορεί να φέρει μια επένδυση, οι κάτοικοι ενδιαφέρονται και για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες θα λειτουργεί, καθώς και για τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει στην καθημερινότητά τους.
Κρυονέρι: Αντιδράσεις για δύο σχεδιαζόμενες εγκαταστάσεις
Αντιδράσεις έχουν καταγραφεί και στο Κρυονέρι, στον Δήμο Διονύσου, όπου βρίσκονται στο επίκεντρο της συζήτησης δύο σχεδιαζόμενα data centers. Οι προβληματισμοί αφορούν όχι μόνο τις επιπτώσεις κάθε έργου ξεχωριστά, αλλά και τη συνολική επιβάρυνση που μπορεί να προκύψει από τη συγκέντρωση περισσότερων εγκαταστάσεων στην ίδια περιοχή.
Στις αρχές Οκτωβρίου, η δημοτική αρχή συγκάλεσε διαπαραταξιακή συνάντηση εργασίας με τη συμμετοχή εκπροσώπων των δημοτικών παρατάξεων, της τοπικής κοινότητας, κατοίκων και άλλων ενδιαφερόμενων, προκειμένου να εξεταστούν οι παράμετροι των έργων. Στη συζήτηση τέθηκαν ζητήματα που αφορούν την κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας και νερού, τον θόρυβο, το μικροκλίμα και τις σωρευτικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις.
Στη συνέχεια, η διαπαραταξιακή επιτροπή αποφάσισε ομόφωνα να υποστηρίξει αρνητική γνωμοδότηση για τη Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων του σχεδιαζόμενου data center στην οδό Λεύκης. Η απόφαση αφορά τη συγκεκριμένη περιβαλλοντική διαδικασία και δεν σημαίνει ότι το έργο έχει ακυρωθεί οριστικά.
Το ζήτημα απασχόλησε και το Δημοτικό Συμβούλιο Διονύσου, καθώς εξετάστηκε η περιβαλλοντική μελέτη για την εγκατάσταση της εταιρείας Καράτζη Κέντρα Δεδομένων στη θέση Βαρίκα – Βασιλική Πόρτα, με προβλεπόμενη αύξηση της συνολικής εγκατεστημένης ισχύος στα 39,1 MW, από 19,5 MW.
Οι εξελίξεις στο Κρυονέρι δείχνουν ότι η συζήτηση δεν περιορίζεται στην αποδοχή ή την απόρριψη μιας επένδυσης. Στο επίκεντρο βρίσκονται επίσης η επάρκεια των υδάτινων και ενεργειακών πόρων, η προστασία της ποιότητας ζωής και η ανάγκη να εξετάζονται οι συνολικές επιπτώσεις όταν περισσότερα έργα σχεδιάζονται στην ίδια περιοχή.
Κοζάνη: Στη Βουλή το ζήτημα των οφελών για την τοπική κοινωνία
Το ερώτημα για το τι αποκομίζουν οι τοπικές κοινωνίες από την ανάπτυξη των data centers έχει τεθεί και στη Δυτική Μακεδονία, όπου σχεδιάζεται η δημιουργία κέντρου δεδομένων στον πρώην ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου Κοζάνης, στο πλαίσιο της συνεργασίας της ΔΕΗ με την Amazon Web Services.
Στις 21 Οκτωβρίου κατατέθηκε στη Βουλή αναφορά με αντικείμενο τη διασφάλιση της περιβαλλοντικής προστασίας και συγκεκριμένων οφελών για την τοπική κοινωνία από τη σχεδιαζόμενη εγκατάσταση. Η κοινοβουλευτική παρέμβαση της Καλλιόπης Βέττα φέρνει στο προσκήνιο την ανάγκη να εξεταστούν όχι μόνο η επενδυτική προοπτική και η τεχνολογική αναβάθμιση της περιοχής, αλλά και οι όροι με τους οποίους θα συνδεθεί το έργο με την τοπική οικονομία και το περιβάλλον.
Η περίπτωση της Κοζάνης διαφέρει από εκείνες των Σπάτων και του Κρυονερίου, όπου έχουν καταγραφεί αντιδράσεις και παρεμβάσεις που αφορούν συγκεκριμένες εγκαταστάσεις και τις επιπτώσεις τους. Εδώ, το ζήτημα των οφελών για την τοπική κοινωνία τίθεται στο πλαίσιο μιας ευρύτερης αναπτυξιακής επένδυσης, η οποία συνδέεται με τη μετάβαση της Δυτικής Μακεδονίας σε ένα νέο παραγωγικό μοντέλο.
Η εξέλιξη έχει ιδιαίτερη σημασία για τη συζήτηση που άνοιξε στις ΗΠΑ, καθώς αναδεικνύει ένα αντίστοιχο ερώτημα και στην Ελλάδα. Πώς μπορούν οι μεγάλες τεχνολογικές επενδύσεις να δημιουργούν μετρήσιμα οφέλη για τις περιοχές που τις φιλοξενούν, χωρίς να υποβαθμίζονται η περιβαλλοντική προστασία και η ποιότητα ζωής.
Το ενεργειακό αποτύπωμα στην Ελλάδα
Ένα ακόμη ζήτημα είναι η ηλεκτρική ενέργεια που απαιτείται για τη λειτουργία των data centers και οι υποδομές που πρέπει να αναπτυχθούν για να καλύψουν τη ζήτηση.
Σύμφωνα με τα έως τώρα στοιχεία, ο ΑΔΜΗΕ έχει δώσει οκτώ όρους σύνδεσης συνολικής ισχύος 500 MW για data centers στην Αττική και στην Κόρινθο, ενώ εξετάζονται επιπλέον αιτήματα περίπου 280 MW. Τα μεγέθη αυτά αποτυπώνουν τη ζήτηση για ηλεκτρική ισχύ, δεν σημαίνουν όμως ότι όλες οι εγκαταστάσεις έχουν ήδη κατασκευαστεί ή λειτουργούν.
Η ανάπτυξη νέων έργων δημιουργεί ανάγκες για επενδύσεις στο ηλεκτρικό δίκτυο, σε υποσταθμούς και σε γραμμές μεταφοράς. Το ζήτημα είναι ποιος θα αναλάβει το σχετικό κόστος και πώς θα διασφαλιστεί ότι η αυξημένη ζήτηση από μεγάλες εγκαταστάσεις δεν θα επιβαρύνει δυσανάλογα τους υπόλοιπους καταναλωτές.
Στις 6 Οκτωβρίου, ο Γιώργος Παπανδρέου και ακόμη 31 βουλευτές του ΠΑΣΟΚ – Κινήματος Αλλαγής κατέθεσαν ερώτηση σχετικά με τον σχεδιασμό και τη χωροθέτηση των data centers στην Ελλάδα, την ενεργειακή τροφοδοσία τους, την κατανάλωση νερού και το περιβαλλοντικό τους αποτύπωμα. Στα ζητήματα που τέθηκαν περιλαμβάνεται και το αναπτυξιακό αποτέλεσμα των επενδύσεων.
Η συζήτηση, επομένως, δεν αφορά μόνο το πόσα data centers θα δημιουργηθούν, αλλά και το πού θα εγκατασταθούν, ποιες υποδομές θα χρειαστούν και ποια οφέλη θα προκύψουν για τις περιοχές όπου θα λειτουργούν.
Νέο νομοσχέδιο: Ενστάσεις για τη σύνδεση και το κόστος
Η συζήτηση για το ενεργειακό κόστος των data centers βρίσκεται και στο επίκεντρο του νομοσχεδίου του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, το οποίο βρίσκεται σε δημόσια διαβούλευση έως τις 24 Οκτωβρίου 2026. Οι προτεινόμενες ρυθμίσεις έχουν προκαλέσει αντιδράσεις από τον Πανελλήνιο Σύλλογο ΕΠΑΦΗ, που εκπροσωπεί παραγωγούς φωτοβολταϊκής ενέργειας.
Ένα από τα βασικά σημεία της κριτικής αφορά τις προϋποθέσεις με τις οποίες μεγάλα κέντρα δεδομένων, ισχύος άνω των 200 MW, θα μπορούν να αποκτούν προτεραιότητα για σύνδεση με το ηλεκτρικό δίκτυο. Ο Σύλλογος υποστηρίζει ότι η πρόβλεψη για κάλυψη του 80% της ισχύος τους από κατανεμόμενη μονάδα παραγωγής ή και σύστημα αποθήκευσης δεν καθιστά υποχρεωτική την εγκατάσταση μπαταριών. Για τον λόγο αυτό ζητά αλλαγές, εκφράζοντας ανησυχία ότι η συγκεκριμένη δυνατότητα μπορεί να αξιοποιηθεί με λύσεις που βασίζονται σε ορυκτά καύσιμα.
Παράλληλα, ο ΕΠΑΦΗ θέτει ζήτημα για τον τρόπο με τον οποίο κατανέμεται το κόστος των περικοπών στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από φωτοβολταϊκά. Όπως αναφέρει, οι προβλεπόμενες ρυθμίσεις δεν καλύπτουν όλες τις περιπτώσεις περικοπών που επιβάλλονται από τους Διαχειριστές, ενώ μέρος του κόστους των αποζημιώσεων επιβαρύνει τον Ειδικό Λογαριασμό Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας. Ο Σύλλογος ζητά, μεταξύ άλλων, να προβλεφθεί αναδρομική αποζημίωση για τις περικοπές από την 1η Ιανουαρίου 2020 και να επανεξεταστεί ο τρόπος χρηματοδότησής της.
Στο ίδιο πλαίσιο, ζητά μεγαλύτερη διαφάνεια ως προς το κόστος των ηλεκτρικών υποδομών που απαιτούνται για τη σύνδεση και τη λειτουργία των data centers, ώστε να είναι σαφές ποιες δαπάνες αναλαμβάνουν οι επενδυτές και ποιες ενδέχεται να επιβαρύνουν το ευρύτερο ηλεκτρικό σύστημα.
Από την πλευρά του, το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας αναφέρει ότι το νομοσχέδιο προβλέπει πως οι επενδυτές θα καλύπτουν το κόστος σύνδεσης και των αναγκαίων έργων ενίσχυσης του ηλεκτρικού συστήματος. Προβλέπει επίσης ότι τουλάχιστον το 60% της ετήσιας κατανάλωσης των data centers θα πρέπει να καλύπτεται από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.
Η αμερικανική απάντηση στις ανησυχίες για το κόστος
Η πρόταση Τραμπ για οικονομικά οφέλη προς τις τοπικές κοινωνίες έρχεται σε συνέχεια μιας ευρύτερης προσπάθειας της αμερικανικής κυβέρνησης να αντιμετωπίσει τις ανησυχίες για το κόστος που συνδέεται με την ανάπτυξη των data centers.
Τον Μάρτιο του 2026, η κυβέρνηση Τραμπ παρουσίασε το Ratepayer Protection Pledge. Μέσω αυτής της πρωτοβουλίας, μεγάλες εταιρείες τεχνολογίας δεσμεύτηκαν να αναλάβουν την ευθύνη για την εξασφάλιση νέας ηλεκτροπαραγωγής και για τις αναγκαίες αναβαθμίσεις του δικτύου που απαιτούν οι εγκαταστάσεις τους, με στόχο να μην επιβαρύνονται οι οικιακοί καταναλωτές από το σχετικό κόστος.
Στην ανάρτησή του στις 21 Οκτωβρίου, ο Τραμπ επανέφερε το ζήτημα της ενεργειακής αυτονομίας των μεγάλων εγκαταστάσεων, υποστηρίζοντας ότι θα πρέπει να εξασφαλίζουν την ηλεκτρική ενέργεια που χρειάζονται και να μπορούν να διαθέτουν την πλεονάζουσα παραγωγή στην τοπική κοινωνία ή στο δίκτυο.
Οι δεσμεύσεις αυτές δεν σημαίνουν από μόνες τους ότι το κόστος για τους καταναλωτές έχει μειωθεί. Δείχνουν, ωστόσο, ότι η ενεργειακή επιβάρυνση από την ανάπτυξη των data centers αποτελεί ζήτημα που η αμερικανική κυβέρνηση επιχειρεί να αντιμετωπίσει παράλληλα με τις αντιδράσεις των τοπικών κοινωνιών.
Η πρόταση του Αμερικανού προέδρου μεταφέρει τη συζήτηση και στο πεδίο της οικονομικής διαπραγμάτευσης. Το αν αυτή η προσέγγιση μπορεί να εξασφαλίσει ουσιαστική κοινωνική αποδοχή παραμένει ανοιχτό ερώτημα.
Γιατί η αποδοχή μιας επένδυσης δεν εξαρτάται μόνο από το οικονομικό αντάλλαγμα. Εξαρτάται και από το αν οι κάτοικοι γνωρίζουν τις επιπτώσεις της, αν έχουν λόγο στις αποφάσεις που επηρεάζουν την περιοχή τους και αν υπάρχουν εγγυήσεις ότι προστατεύονται η ποιότητα ζωής, οι φυσικοί πόροι και το δημόσιο συμφέρον.


