Λιγότερο από έναν μήνα μετά την ψήφιση του νέου Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης, η εφαρμογή του συνοδεύεται ήδη από τις πρώτες διορθωτικές παρεμβάσεις, προκαλώντας προβληματισμό στην Κεντρική Ένωση Δήμων Ελλάδας (ΚΕΔΕ). Ο Κώδικας, που εγκρίθηκε από τη Βουλή στις 26 Ιουνίου 2026 έπειτα από μακρά περίοδο επεξεργασίας και διαβούλευσης μεταξύ του υπουργείου Εσωτερικών και της Αυτοδιοίκησης, θεωρήθηκε μία από τις σημαντικότερες θεσμικές μεταρρυθμίσεις των τελευταίων ετών για τη λειτουργία των δήμων. Ωστόσο, πριν ακόμη ξεκινήσει ουσιαστικά η πλήρης εφαρμογή του, το υπουργείο Εσωτερικών προχώρησε σε νέα νομοθετική παρέμβαση, τροποποιώντας περίπου είκοσι άρθρα και σειρά επιμέρους διατάξεων του Κώδικα. Οι αλλαγές παρουσιάζονται ως τεχνικές ή διευκρινιστικές, με στόχο την άρση ασάφειων και τη διευκόλυνση της εφαρμογής των νέων ρυθμίσεων από τους δήμους και τις περιφέρειες.
Παρά το γεγονός ότι οι τροποποιήσεις αφορούν μικρό μέρος ενός νομοθετήματος που αριθμεί περισσότερα από 750 άρθρα, η χρονική συγκυρία προκάλεσε έντονες συζητήσεις στο Διοικητικό Συμβούλιο της ΚΕΔΕ. Σύμφωνα με πληροφορίες, αρκετά κορυφαία αυτοδιοικητικά στελέχη, ακόμη και πρόσωπα που διατηρούν διαχρονικά θεσμική συνεργασία με το υπουργείο και δεν ανήκουν στην αντιπολιτευτική πτέρυγα της Αυτοδιοίκησης, εξέφρασαν επιφυλάξεις για το γεγονός ότι ο Κώδικας χρειάστηκε διορθώσεις σχεδόν αμέσως μετά την ψήφισή του.
Η ανάγκη για σταθερό θεσμικό πλαίσιο
Ο βασικός προβληματισμός που καταγράφηκε δεν αφορά μόνο το περιεχόμενο των συγκεκριμένων αλλαγών, αλλά κυρίως τον κίνδυνο να δημιουργηθεί ένα καθεστώς συνεχών τροποποιήσεων, το οποίο θα δυσχεράνει τον προγραμματισμό των δήμων και θα μειώσει την ασφάλεια δικαίου. Δήμαρχοι και αιρετοί επισημαίνουν ότι η Τοπική Αυτοδιοίκηση χρειάζεται ένα σταθερό θεσμικό πλαίσιο, ώστε οι υπηρεσίες να μπορούν να οργανώσουν αποτελεσματικά τη λειτουργία τους, χωρίς διαρκείς αλλαγές στους κανόνες. Ένα ακόμη σημείο που απασχολεί την Αυτοδιοίκηση είναι ότι ο νέος Κώδικας συγκεντρώνει και ενοποιεί δεκάδες διάσπαρτες νομοθετικές διατάξεις που είχαν θεσπιστεί τα τελευταία χρόνια, αποτελώντας πλέον το βασικό θεσμικό εργαλείο για τη λειτουργία των ΟΤΑ. Για τον λόγο αυτό, πολλοί δήμαρχοι υποστηρίζουν ότι κάθε μεταβολή, ακόμη και αν χαρακτηρίζεται «τεχνική», επηρεάζει άμεσα τον τρόπο με τον οποίο οι υπηρεσίες οργανώνουν τις διαδικασίες τους, εκδίδουν αποφάσεις, καταρτίζουν προϋπολογισμούς και προγραμματίζουν τις διοικητικές και οικονομικές τους λειτουργίες.
Παράλληλα, αρκετά στελέχη της ΚΕΔΕ ζήτησαν από το υπουργείο Εσωτερικών να θεσμοθετηθεί ένας μόνιμος μηχανισμός παρακολούθησης της εφαρμογής του Κώδικα, μέσω κοινής επιτροπής με τη συμμετοχή εκπροσώπων του υπουργείου, της ΚΕΔΕ και υπηρεσιακών στελεχών των δήμων. Στόχος είναι τα προβλήματα που ανακύπτουν κατά την εφαρμογή του νέου πλαισίου να εντοπίζονται έγκαιρα και να επιλύονται συντονισμένα, χωρίς την ανάγκη διαδοχικών νομοθετικών παρεμβάσεων που δημιουργούν αβεβαιότητα στην καθημερινή λειτουργία της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Το υπουργείο Εσωτερικών, από την πλευρά του, υποστηρίζει ότι οι παρεμβάσεις κρίθηκαν αναγκαίες μετά την πρώτη αξιολόγηση της εφαρμογής του νέου Κώδικα και διαβεβαιώνει ότι στόχος παραμένει η ομαλή μετάβαση στο νέο μοντέλο διοίκησης των ΟΤΑ. Ωστόσο, το θέμα αναμένεται να παραμείνει ψηλά στην ατζέντα της ΚΕΔΕ, καθώς οι δήμοι ζητούν μεγαλύτερη θεσμική σταθερότητα, σαφείς ερμηνευτικές οδηγίες και λιγότερες αιφνιδιαστικές νομοθετικές παρεμβάσεις.

