Δεκατρία χρόνια συμπληρώθηκαν από τότε που ο Γιάννης Καλαμίτσης «έφυγε» από τον κόσμο αφήνοντας την βαριά και πολύπλευρη κληρονομιά του.
Τον γνώρισα στο τέλος της πορείας του στη ζωή και στην καριέρα του, στον Real FM, όπου είχε μεταφέρει τις «Πρωινές Χειρηλασίες», μια καθημερινή εκπομπή που απέκτησε πιστό ακροατήριο, το οποίο τον ακολουθούσε όπου πήγαινε ραδιοφωνικά. Ξεκίνησε από τον ΑΝΤ1 FM, συνέχισε στη ΝΕΤ και αργότερα στον Real FM, διαμορφώνοντας μια ιδιαίτερη σχέση με τους ακροατές μέσα από τον αυτοσχεδιασμό, την επικαιρότητα, τη σάτιρα και τα δικά του τραγούδια. Στον Real FM πρέπει να έχει μείνει ενθύμιο το σταχτοδοχείο του, καθώς ήταν μανιώδης καπνιστής, συνήθεια που του στοίχισε την υγεία του). Ηταν προσωπική πατέντα. Δύο σταχτοδοχεία το ένα μεγάλο και το άλλο, που ήταν μικρότερο. Ηταν το ένα μέσα στο άλλο με τις εγκοπές τους να είναι στην ίδια ευθεία. Ετσι, όταν άναβε το ένα τσιγάρο μετά το άλλο και τα έβαζε στις ευθυγραμμισμένες εγκοπές, δεν έπεφταν έξω, αλλά μέσα στην εσωτερική περιοχή.
Ο Γιάννης Καλαμίτσης γεννήθηκε στον Πειραιά, στις 31 Οκτωβρίου 1939, και η πειραιώτικη καταγωγή του αποτέλεσε ένα σημαντικό κομμάτι της προσωπικότητας και της διαδρομής του. Μεγάλωσε σε εμπορικό οικογενειακό περιβάλλον, καθώς ο πατέρας του ασχολούνταν με το εμπόριο υφασμάτων και γυναικείων ενδυμάτων. Ο ίδιος διατήρησε για ένα διάστημα κατάστημα υφασμάτων και ρούχων στον Πειραιά, μια εμπειρία που αποδείχθηκε καθοριστική για τη μετέπειτα δημιουργική του πορεία. Μέσα από την καθημερινή επαφή με τους πελάτες και τους ανθρώπους της αγοράς γνώρισε χαρακτήρες, άκουσε ιστορίες και παρατήρησε συμπεριφορές, υλικό που αργότερα αξιοποίησε στη στιχουργική και τη σατιρική γραφή του.
Η διαδρομή του, ωστόσο, δεν προμήνυε εξ αρχής την καλλιτεχνική του εξέλιξη. Φοίτησε στην Αγγλία και στη συνέχεια βρέθηκε στον Καναδά, όπου ξεκίνησε σπουδές αρχιτεκτονικής, τις οποίες δεν ολοκλήρωσε. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα, ασχολήθηκε με το εμπόριο, χωρίς όμως να εγκαταλείψει τη μεγάλη του αγάπη για τη γραφή και τη δημιουργία.
Καθοριστική υπήρξε η γνωριμία του με τον Γιώργο Ζαμπέτα, ο οποίος τον ενθάρρυνε να γράψει λαϊκά τραγούδια, επισημαίνοντάς του ότι οι ιστορίες που άκουγε καθημερινά στο κατάστημά του αποτελούσαν ανεξάντλητη πηγή έμπνευσης. Στα μέσα της δεκαετίας του 1970 άρχισε να δραστηριοποιείται πιο συστηματικά στον χώρο της ψυχαγωγίας και της σάτιρας, με εμφανίσεις και συνεργασίες στη μπουάτ «Σούσουρο» στην Πλάκα, όπου βρέθηκε κοντά σε δημιουργούς όπως ο Γιάννης Ζουγανέλης, ο Σάκης Μπουλάς και ο Νικόλας Άσιμος. Σταδιακά, η στιχουργική έγινε βασικός άξονας της δημιουργικής του δραστηριότητας. Συνεργάστηκε με μερικούς από τους σημαντικότερους συνθέτες του ελληνικού τραγουδιού, μεταξύ των οποίων ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Γιάννης Σπανός, ο Γιώργος Χατζηνάσιος, ο Χρήστος Νικολόπουλος και ο Κώστας Τουρνάς, γράφοντας περισσότερα από 400 τραγούδια. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν οι «Άνθρωποι μονάχοι», που ερμήνευσε η Βίκυ Μοσχολιού, το «Και δεν μίλησε κανείς», σε μουσική Μίκη Θεοδωράκη και ερμηνεία Στέλιου Καζαντζίδη, καθώς και τραγούδια που αγαπήθηκαν από διαφορετικές γενιές ακροατών.
Η δημιουργική του δραστηριότητα δεν περιορίστηκε στη δισκογραφία. Ασχολήθηκε με τη θεατρική συγγραφή και την επιθεώρηση, συνεργάστηκε με τον Χάρρυ Κλυνν και τον Γιώργο Μαρίνο και ανέπτυξε ένα προσωπικό ύφος που συνδύαζε το χιούμορ, την πολιτική σάτιρα και την κοινωνική παρατήρηση. Είχε ιδιαίτερη ευχέρεια στον σατιρικό λόγο και μπορούσε να μετατρέπει ένα καθημερινό περιστατικό σε εύστοχο σχόλιο για την εποχή του. Μεγάλο κεφάλαιο της ζωής του υπήρξε και το ραδιόφωνο και παράλληλα, ασχολήθηκε με την τηλεόραση, παρουσιάζοντας μαζί με τον γεωπόνο Χρήστο Μαρλαντή την οικολογική εκπομπή «Μην πατάτε το πράσινο» στην ΕΤ1, ενώ έγραφε και χρονογραφήματα.Πίσω από τον στιχουργό και τον ραδιοφωνικό παραγωγό υπήρχε ένας άνθρωπος με πολλά και διαφορετικά ενδιαφέροντα. Αγαπούσε το ποδόσφαιρο και ήταν φίλος της Προοδευτικής, της θρυλικής ομάδας του Κορυδαλλού. Ασχολήθηκε με τη ζωγραφική, την οινοποιία και την ξυλουργική, ενώ διατηρούσε την περιέργεια και τη διάθεση να δοκιμάζει διαφορετικά πράγματα.
Ο Γιάννης Καλαμίτσης πέθανε στις 3 Νοεμβρίου 2013, σε ηλικία 74 ετών, αφήνοντας πίσω του μια μεγάλη δημιουργική παρακαταθήκη. Η πειραιώτικη αφετηρία του, η επαφή του με την καθημερινότητα των απλών ανθρώπων και η ικανότητά του να μετατρέπει τις μικρές ιστορίες σε τραγούδια, σάτιρα και σχόλιο εξηγούν σε μεγάλο βαθμό τη διαδρομή του.
Ίσως, τελικά, αυτό να ήταν και το μεγαλύτερο χάρισμά του: να ακούει τους ανθρώπους, να παρατηρεί όσα οι άλλοι προσπερνούσαν και να βρίσκει τις λέξεις για να εκφράσει συναισθήματα που συχνά μένουν ανείπωτα. Γι’ αυτό και οι «Άνθρωποι μονάχοι» εξακολουθούν να συγκινούν. Γιατί πίσω από τους στίχους τους βρίσκεται ένας δημιουργός που γνώριζε καλά τους ανθρώπους και τις ιστορίες τους.


