Του Γιαννη Χαλαβαζη.
Πριν ακόμη ανοίξει επίσημα η συζήτηση για τις (ψηφιακές) προτεραιότητες της ελληνικής προεδρίας του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης τον Ιούλιο του ’27, ένα ερώτημα αρχίζει να αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα: Τι θα προετοιμάσει (από τώρα; ) η Ελλάδα, όταν αναλάβει την πρωτοκαθεδρία των Βρυξελλών, την στιγμή που η Ευρώπη καλείται να αποφασίσει για την επόμενη ημέρα της Τεχνητής Νοημοσύνης, των δεδομένων, της κυβερνοασφάλειας και των ψηφιακών υποδομών; Η απάντηση δεν αφορά μόνο στην εξωτερική εικόνα της χώρας, αλλά και την εσωτερική της πολιτική ωριμότητα.
Η συγκυρία είναι εξαιρετικά κρίσιμη.
Το Ταμείο Ανάκαμψης ολοκληρώνεται, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προωθεί τη νέα βιομηχανική στρατηγική για την ψηφιακή κυριαρχία, η εφαρμογή του AI Act περνά από τη θεωρία στην πράξη, ενώ η μάχη για τα ευρωπαϊκά data centers, τα υπερυπολογιστικά συστήματα, τις επενδύσεις στα δίκτυα και τα εργοστάσια τεχνητής νοημοσύνης μόλις αρχίζει. Η ελληνική προεδρία δεν θα έχει την πολυτέλεια να περιοριστεί σε ευχολόγια περί «ψηφιακού μετασχηματισμού». Θα κληθεί να διαχειριστεί πραγματικές συγκρούσεις συμφερόντων ανάμεσα στα κράτη-μέλη και να συμβάλει στη διαμόρφωση των κανόνων που θα καθορίσουν την ευρωπαϊκή αγορά για την επόμενη δεκαετία. Για πρώτη φορά η Ελλάδα μπορεί να υποστηρίξει ότι έχει το αφήγημα που μπορεί να σταθεί ευρωπαϊκά. Η ψηφιοποίηση του Δημοσίου, η ανάπτυξη ψηφιακών υπηρεσιών, οι επενδύσεις σε δίκτυα νέας γενιάς, οι πρωτοβουλίες γύρω από την Τεχνητή Νοημοσύνη και η προσπάθεια προσέλκυσης μεγάλων επενδύσεων σε υποδομές δεδομένων δημιουργούν μια βάση πάνω στην οποία μπορεί να οικοδομηθεί πολιτική επιρροή.
Δεν αρκεί όμως να παρουσιάζεις επιτυχημένες εφαρμογές. Πρέπει να έχεις και άποψη για το πού θέλεις να πάει συνολικά η Ευρώπη και να μπορέσεις να την περάσεις από τις ευρωπαϊκές «συμπληγάδες».
Και εδώ αρχίζουν τα δύσκολα. Οσο πλησιάζει η ώρα της ευρωπαϊκής ευθύνης, τόσο περισσότερο αποκαλύπτεται το κενό της ελληνικής πολιτικής ωριμότητας. Η κυβέρνηση, δικαίως ή αδίκως, έχει διαμορφώσει μια συγκεκριμένη ατζέντα γύρω από τον ψηφιακό μετασχηματισμό. Μπορεί κανείς να διαφωνήσει με επιλογές, προτεραιότητες ή τον ρυθμό υλοποίησης, αλλά τουλάχιστον υπάρχει ένα σχέδιο που παράγει μετρήσιμα αποτελέσματα και αξιολογείται. Στον αντίποδα, η αντιπολίτευση εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τις ψηφιακές τεχνολογίες περίπου ως υποσημείωση της οικονομικής πολιτικής. Οι αναφορές στην Τεχνητή Νοημοσύνη περιορίζονται συνήθως σε γενικόλογες προειδοποιήσεις περί κινδύνων ή σε αφηρημένες διακηρύξεις περί δικαιωμάτων, χωρίς να συνοδεύονται από ολοκληρωμένες και υλοποιήσιμες προτάσεις για την ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα, την καινοτομία, την παραγωγή υπολογιστικής ισχύος, την αξιοποίηση των δεδομένων ή τη δημιουργία εγχώριου οικοσυστήματος AI.
Είναι ακόμη νωρίς για να παρουσιάσουν τα κόμματα ολοκληρωμένα προγράμματα ενόψει της ελληνικής προεδρίας; Μπορεί. Ωστόσο, η απουσία ουσιαστικού διαλόγου είναι ήδη εμφανής. Αν κάποιος παρακολουθούσε αποκλειστικά την ελληνική πολιτική αντιπαράθεση, δύσκολα θα καταλάβαινε από τα ελληνικά κομματικά συμφραζόμενα ότι η Ευρώπη συζητά για εργοστάσια τεχνητής νοημοσύνης, κβαντικούς υπολογιστές, ψηφιακή κυριαρχία, αλγοριθμική διαφάνεια και επενδύσεις δισεκατομμυρίων στις κρίσιμες υποδομές.
Ίσως, βέβαια, να φταίει ότι οι αλγόριθμοι δεν προσφέρουν ακόμη ψήφους στις δημοσκοπήσεις. Αλλωστε τα data centers δεν κόβουν κορδέλες με την ίδια ευκολία που το κάνουν οι παραδοσιακές δημόσιες επενδύσεις. Η πολιτική, όμως, δεν έχει πλέον αυτή την πολυτέλεια. Η ελληνική προεδρία θα αποτελέσει μια σπάνια ευκαιρία ώστε η χώρα να επηρεάσει τον ευρωπαϊκό ψηφιακό προσανατολισμό. Και τότε η συζήτηση δεν θα γίνεται για το ποιος ανακάλυψε την τεχνητή νοημοσύνη σε κάποιο τηλεοπτικό πάνελ, αλλά για το ποιος έχει πραγματικό σχέδιο να την αξιοποιήσει προς όφελος της οικονομίας, της δημοκρατίας και της ευρωπαϊκής ισχύος.
Ευχόμαστε η Ελλάδα να έχει μέχρι τότε.

