Τηλεπικοινωνίες

Digital Networks Act: Η ΕΕ επισημαίνει ισχυρούς κινδύνους για τις τηλεπικοινωνίες στην Ελλάδα

Του Γιάννη Χαλαβαζή.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσιάζει το Digital Networks Act (DNA) ως τη μεγάλη μεταρρύθμιση που θα φέρει επενδύσεις δισεκατομμυρίων ευρώ, γρηγορότερα δίκτυα και ισχυρότερες ευρωπαϊκές τηλεπικοινωνίες. Όμως, πίσω από τη ρητορική περί «ψηφιακής κυριαρχίας» και «ενιαίας αγοράς» από την Ευρωπαϊκή Ένωση υπάρχει το κρίσιμο ερώτημα που αφορά άμεσα την Ελλάδα: «Μήπως η νέα πολιτική έχει σχεδιαστεί κυρίως για τις μεγάλες αγορές της Ευρώπης και όχι για χώρες με τα χαρακτηριστικά της ελληνικής τηλεπικοινωνιακής αγοράς»;

Η Ελλάδα βρίσκεται σήμερα σε μια αντιφατική θέση.

Από τη μία πλευρά, επενδύει δισεκατομμύρια ευρώ από εθνικούς και ευρωπαϊκούς πόρους για την ανάπτυξη δικτύων οπτικών ινών, 5G, υποθαλάσσιων καλωδίων και data centers. Από την άλλη, εξακολουθεί να εμφανίζει από τις υψηλότερες χρεώσεις σε αρκετές κατηγορίες τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών, περιορισμένο ανταγωνισμό και χαμηλή διείσδυση εναλλακτικών σχημάτων παροχής υπηρεσιών.

Σε αυτό το περιβάλλον, το DNA ενδέχεται να λειτουργήσει όχι ως διορθωτικός μηχανισμός αλλά ως επιταχυντής των υφιστάμενων στρεβλώσεων.

Ανάγκη για μεγαλύτερους τηλεπικοινωνιακούς παρόχους

Η βασική φιλοσοφία της νέας νομοθεσίας είναι ότι η Ευρώπη χρειάζεται μεγαλύτερους τηλεπικοινωνιακούς ομίλους, περισσότερες συγχωνεύσεις και λιγότερους ρυθμιστικούς περιορισμούς ώστε να δημιουργηθούν «ευρωπαϊκοί πρωταθλητές» ικανοί να ανταγωνιστούν αμερικανικούς και ασιατικούς κολοσσούς. Ωστόσο, αυτό που μπορεί να είναι λογικό για τη Γερμανία, τη Γαλλία ή την Ισπανία, δεν είναι απαραίτητα ωφέλιμο για μια μικρή και ήδη συγκεντρωμένη αγορά όπως η ελληνική.

Η Ελλάδα δεν πάσχει από έλλειψη συγκέντρωσης.

Αντιθέτως, πάσχει από έλλειψη πραγματικού ανταγωνισμού. Εδώ και χρόνια η αγορά κινητής και σταθερής τηλεφωνίας ελέγχεται από περιορισμένο αριθμό ισχυρών παικτών, ενώ η ανάπτυξη νέων σχημάτων και εναλλακτικών παρόχων παραμένει εξαιρετικά δύσκολη. Εάν το DNA οδηγήσει σε περαιτέρω χαλάρωση των κανόνων πρόσβασης στα δίκτυα ή σε πιο ελαστική αντιμετώπιση των συγχωνεύσεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο, τότε η Ελλάδα κινδυνεύει να δει την ήδη περιορισμένη ανταγωνιστική πίεση να μειώνεται ακόμη περισσότερο.

Το πρόβλημα γίνεται μεγαλύτερο αν εξετάσει κανείς τη θέση της χώρας στην ευρωπαϊκή αλυσίδα αξίας. Η Ελλάδα δεν διαθέτει μεγάλους κατασκευαστές τηλεπικοινωνιακού εξοπλισμού. Δεν διαθέτει ευρωπαϊκούς τηλεπικοινωνιακούς γίγαντες. Δεν διαθέτει ισχυρή παραγωγική βάση σε λογισμικό τηλεπικοινωνιών. Επομένως, τα μεγαλύτερα οφέλη από μια πολιτική ενίσχυσης των μεγάλων ομίλων είναι πιθανό να κατευθυνθούν προς τις μεγάλες ευρωπαϊκές οικονομίες, ενώ η Ελλάδα θα περιοριστεί στον ρόλο της αγοράς κατανάλωσης υπηρεσιών και υποδομών.

Kίνδυνος συγκέντρωσης και στα έργα υποδομών

Υπάρχει όμως και μια ακόμη πιο κρίσιμη διάσταση που σπάνια συζητείται. Η χώρα βρίσκεται μπροστά σε έναν νέο κύκλο γιγαντιαίων δημόσιων έργων ψηφιακών υποδομών, από τα Data Centers και τα κυβερνητικά cloud έως τα δίκτυα οπτικών ινών και τις υποδομές τεχνητής νοημοσύνης. Αν το DNA μειώσει περαιτέρω τον αριθμό των ισχυρών παικτών που μπορούν να διεκδικήσουν τέτοια έργα, τότε η εξάρτηση του Δημοσίου από έναν μικρό αριθμό προμηθευτών μπορεί να γίνει ακόμη μεγαλύτερη.

Αυτό σημαίνει μικρότερη διαπραγματευτική ισχύ για το κράτος, λιγότερες επιλογές και δυνητικά υψηλότερο κόστος για τους φορολογούμενους. Η εμπειρία έχει δείξει ότι όταν λίγοι παίκτες ελέγχουν κρίσιμες υποδομές, η αγορά γίνεται λιγότερο ευέλικτη και οι δυνατότητες παρέμβασης των ρυθμιστικών αρχών περιορίζονται.

Παράλληλα, το DNA έρχεται σε μια περίοδο όπου η Ευρώπη επιχειρεί να ανακτήσει έδαφος στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης, του cloud και των ψηφιακών υπηρεσιών. Ωστόσο, το νομοθέτημα δίνει δυσανάλογη έμφαση στα τηλεπικοινωνιακά δίκτυα. Για την Ελλάδα αυτό μπορεί να αποδειχθεί στρατηγικό λάθος. Η χώρα έχει μεγαλύτερη ανάγκη να δημιουργήσει προϊόντα, λογισμικό, πλατφόρμες και καινοτόμες υπηρεσίες παρά να προσθέσει απλώς περισσότερα χιλιόμετρα οπτικών ινών.

Περιορίζεται η παραγωγή εγχώριας τεχνογνωσίας;

Υπάρχει ο κίνδυνος να επαναληφθεί ένα μοντέλο που η Ελλάδα έχει γνωρίσει και στο παρελθόν: μεγάλα έργα υποδομών, σημαντική απορρόφηση ευρωπαϊκών πόρων, αλλά περιορισμένη δημιουργία εγχώριας τεχνολογικής υπεραξίας. Με άλλα λόγια, να πληρώσουμε για να χτίσουμε το ψηφιακό «οδικό δίκτυο» χωρίς να δημιουργήσουμε αρκετές ελληνικές επιχειρήσεις που θα κινούνται πάνω σε αυτό.

Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι το ενδεχόμενο το DNA να αποδυναμώσει τον ρόλο των εθνικών ρυθμιστικών αρχών υπέρ μιας πιο κεντρικοποιημένης ευρωπαϊκής προσέγγισης. Για την Ελλάδα, η οποία διαθέτει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά αγοράς λόγω γεωγραφίας, νησιωτικότητας και μεγέθους, η εφαρμογή ενιαίων κανόνων που έχουν σχεδιαστεί κυρίως με βάση τις ανάγκες των μεγάλων κρατών-μελών μπορεί να οδηγήσει σε στρεβλώσεις και νέες ανισότητες.

Στην ουσία, η μεγάλη ανησυχία δεν είναι τεχνική αλλά πολιτική και οικονομική. Το Digital Networks Act φαίνεται να αντιμετωπίζει την Ευρώπη ως μια ενιαία αγορά με κοινά χαρακτηριστικά. Στην πράξη όμως δεν υπάρχει μία ευρωπαϊκή αγορά τηλεπικοινωνιών. Υπάρχουν αγορές με τεράστιες διαφορές ως προς το μέγεθος, τον ανταγωνισμό, την επενδυτική ικανότητα και τη δομή τους.

Πολιτική για μεγάλες αγορές και μεγαλύτερους «παίκτες»

Και εδώ βρίσκεται ίσως ο μεγαλύτερος κίνδυνος για την Ελλάδα: να βρεθεί να εφαρμόζει μια πολιτική που σχεδιάστηκε για να λύσει τα προβλήματα των μεγάλων ευρωπαϊκών τηλεπικοινωνιακών ομίλων, χωρίς να αντιμετωπίζει τα πραγματικά προβλήματα της ελληνικής αγοράς. Αν συμβεί αυτό, η χώρα μπορεί να αποκτήσει ταχύτερα δίκτυα, αλλά όχι φθηνότερες υπηρεσίες. Περισσότερες επενδύσεις, αλλά όχι περισσότερο ανταγωνισμό. Περισσότερες υποδομές, αλλά όχι περισσότερη εγχώρια καινοτομία.

Και τότε το Digital Networks Act κινδυνεύει να καταγραφεί ως μία ακόμη ευρωπαϊκή μεταρρύθμιση που, ενώ σχεδιάστηκε για να ενισχύσει τη συνολική ανταγωνιστικότητα της Ένωσης, τελικά διεύρυνε το χάσμα ανάμεσα στις ισχυρές ψηφιακά χώρες του ευρωπαϊκού πυρήνα και στις μικρότερες περιφερειακές οικονομίες, όπως η Ελλάδα.

close menu