Το εξαιρετικό σκίτσο του Δημήτρη Χαντζόπουλου στην Καθημερινή (Δείτε το ΕΔΩ) με τα τουρκικά E-16, που μας βομβαρδίζουν με …κάλπες δείχνει με απαράμιλλη γλαφυρότητα την ξαφνική επιστροφή των ελληνοτουρκικών στο προσκήνιο, που αλλάζει τα δεδομένα και βάζει πιθανότατα μια νέα παράμετρο στον εκλογικό σχεδιασμό του Κυριάκου Μητσοτάκη. Η αντιπαράθεση για τις θαλάσσιες ζώνες, οι νέοι τουρκικοί χάρτες και η ανακήρυξη θαλάσσιων πάρκων στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο δεν είναι μια ακόμη διπλωματική αψιμαχία. Δημιουργεί (η αντιπαράθεση) ένα απρόσμενο σκηνικό έντασης που μπορεί να αξιοποιηθεί με πολιτικές συνέπειες στο εσωτερικό της χώρας.
Η ένταση αλλάζει το πολιτικό παιχνίδι
Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν η κυβέρνηση θα αλλάξει σήμερα δημοσίως τη γραμμή της. Ο Μητσοτάκης εξακολουθεί να δηλώνει ότι οι εκλογές θα γίνουν την άνοιξη του 2027. Το ερώτημα είναι αν, πίσω από αυτή τη δημόσια θέση, αρχίζει να επανεξετάζεται ο χρονισμός της κάλπης.
Το ενδιαφέρον βρίσκεται ακριβώς εδώ. Τα σενάρια για πρόωρες εκλογές δεν γεννήθηκαν από τα θαλάσσια πάρκα. Κυκλοφορούν εδώ και μήνες, με το φθινόπωρο να έχει επανειλημμένα εμφανιστεί ως πιθανό εκλογικό παράθυρο. Τώρα, όμως, προστίθεται ένας ισχυρός παράγοντας που μπορεί να επηρεάσει την πολιτική ατζέντα: τα ελληνοτουρκικά. Εάν η αντιπαράθεση παραμείνει σε επίπεδο χαρτών, δηλώσεων και διπλωματικών κινήσεων, δύσκολα από μόνη της θα οδηγήσει σε εκλογική επίσπευση. Εάν όμως κλιμακωθεί, τότε το πολιτικό σκηνικό μπορεί να αλλάξει μέσα σε λίγες ημέρες.
Και αυτό είναι το σημείο που ενδιαφέρει το Μαξίμου. Μια κυβέρνηση που θα μπει σε μια παρατεταμένη περίοδο έντασης θα πρέπει να σταθμίσει όχι μόνο την εξωτερική πολιτική αλλά και το εσωτερικό πολιτικό κόστος. Η αντιπολίτευση ήδη πιέζει, ενώ οι αντιδράσεις από τα δεξιά της Νέας Δημοκρατίας δείχνουν ότι το θέμα μπορεί να εξελιχθεί σε σοβαρό πολιτικό μέτωπο.
Από το «2027» στο «όλα ανοιχτά»;
Εδώ βρίσκεται το πραγματικό σενάριο. Ο Μητσοτάκης έχει επενδύσει πολιτικά στη διαβεβαίωση ότι θα εξαντλήσει την τετραετία. Όμως η πολιτική δεν κρίνεται μόνο από τις δηλώσεις. Κρίνεται από τις συνθήκες που διαμορφώνονται.
Αν το φθινόπωρο συνδυαστούν ένταση με την Τουρκία, ισχυρή παρουσία της κυβέρνησης στη ΔΕΘ, μέτρα με άμεσο κοινωνικό αποτύπωμα και μια εκλογική εικόνα που θα θεωρηθεί ευνοϊκή για τη Νέα Δημοκρατία, τότε το σενάριο μιας πρώιμης εκλογικής κίνησης ξαναμπαίνει στο παιχνίδι. Αντίθετα, εάν η ένταση αποκλιμακωθεί και η κυβέρνηση εκτιμήσει ότι έχει περισσότερα να κερδίσει περιμένοντας μέχρι την άνοιξη, το 2027, θα παραμείνει ο βασικός ορίζοντας.
Το συμπέρασμα είναι ένα: τα ελληνοτουρκικά δεν φέρνουν αυτομάτως κάλπες, αλλά μπορούν να μικρύνουν δραματικά την απόσταση από αυτές. Και εάν η ένταση συνεχιστεί, το φθινόπωρο του 2026 μπορεί να αξιοποιηθεί ως η απόλυτη εκλογική αιτία παρά τις επίσημες διαβεβαιώσεις του Μαξίμου.
Εμείς όμως δεν θα αλλάξουμε την εκτίμησή μας ότι οι εκλογές (πάντα για εμάς) τοποθετούνται μεταξύ μέσα Μαρτίου και τέλος Απρίλιου του 2027.

