Σημαντικά εξοπλιστικά προγράμματα συνολικού ύψους περίπου 4,2 δισ. ευρώ αναμένεται να ενεργοποιηθούν με τη σημερινή συνεδρίαση του ΚΥΣΕΑ. Δεσπόζουσα θέση σε αυτά έχει το πρόγραμμα αναβάθμισης της αεράμυνας της χώρας, ύψους 3 δισ. ευρώ, με προβλεπόμενη συμμετοχή της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας σε ποσοστό τουλάχιστον 25%. Το πρόγραμμα αφορά ουσιαστικά τον «Θόλο» με τον οποίο θα γίνει αδιαπέραστη η άμυνα της χώρας σε από αέρος απειλές. Πρόκειται για συνδυασμό ισραηλινής προέλευσης συστημάτων τα οποία θα διασυνδέονται με σύστημα διοίκησης και ελέγχου και το αντίστοιχο λογισμικό. Το νέο σύστημα φιλοδοξεί να αποτελέσει μια πολυεπίπεδη «ασπίδα» απέναντι σε σύγχρονες εναέριες απειλές, όπως μαχητικά αεροσκάφη, πυραύλους, drones και περιπλανώμενα πυρομαχικά. Θα βασίζεται σε συνδυασμό ισραηλινών τεχνολογιών αεράμυνας, οι οποίες θα ενοποιηθούν μέσω ενός προηγμένου συστήματος διοίκησης, ελέγχου και διαχείρισης μάχης, με κεντρικό ρόλο να έχει το λογισμικό διασύνδεσης των επιμέρους αισθητήρων και οπλικών συστημάτων.
Στην ατζέντα του ΚΥΣΕΑ περιλαμβάνονται τρία νέα μεταγωγικά αεροσκάφη C390 από την Πορτογαλία, η προμήθεια συστήματος anti-drone με ηλεκτρονικά αντίμετρα, η αναβάθμιση των φρεγατών ΜΕΚΟ με ανθυποβρυχιακά συστήματος και η προμήθεια πυραύλων Hellfire για τα Απάτσι, μεταξύ πολλών άλλων. Στην ίδια συνεδρίαση αναμένεται να εξεταστεί ένα ευρύ πακέτο νέων προμηθειών και αναβαθμίσεων για τις Ένοπλες Δυνάμεις. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται η απόκτηση τριών μεταγωγικών αεροσκαφών C-390 από την Πορτογαλία, τα οποία θα ενισχύσουν σημαντικά τις δυνατότητες στρατηγικών και τακτικών αερομεταφορών της Πολεμικής Αεροπορίας.
Παράλληλα, στο τραπέζι βρίσκεται η προμήθεια νέων συστημάτων αντιμετώπισης drones (anti-drone), με δυνατότητες ηλεκτρονικών αντιμέτρων, ώστε να αντιμετωπιστεί η αυξανόμενη απειλή από μη επανδρωμένα αεροσκάφη. Η προστασία κρίσιμων υποδομών και στρατιωτικών εγκαταστάσεων αποτελεί πλέον βασική προτεραιότητα, καθώς τα drones έχουν αλλάξει τα δεδομένα στα σύγχρονα πεδία επιχειρήσεων.
Το εξοπλιστικό πακέτο συμπληρώνεται από την αναβάθμιση των φρεγατών ΜΕΚΟ του Πολεμικού Ναυτικού, με την ενσωμάτωση νέων δυνατοτήτων, μεταξύ άλλων και σε ανθυποβρυχιακά συστήματα, καθώς και από την προμήθεια πυραύλων Hellfire για τα επιθετικά ελικόπτερα Apache.
Οι αποφάσεις του ΚΥΣΕΑ εντάσσονται στον ευρύτερο σχεδιασμό της χώρας για τη δημιουργία μιας νέας αρχιτεκτονικής άμυνας, βασισμένης στη δικτύωση αισθητήρων, στην τεχνολογία τεχνητής νοημοσύνης, στα συστήματα ηλεκτρονικού πολέμου και στην ενίσχυση της εγχώριας αμυντικής παραγωγής. Ο στόχος είναι η μετάβαση από τη λογική της μεμονωμένης προμήθειας οπλικών συστημάτων σε ένα ολοκληρωμένο οικοσύστημα άμυνας πολλαπλών επιπέδων.
Δημιουργία ενός ολοκληρωμένου «πλέγματος» δυνατοτήτων
Οι αποφάσεις του ΚΥΣΕΑ δεν αποτελούν απλώς μία ακόμη έγκριση εξοπλιστικών προγραμμάτων. Αλλάζουν το παιχνίδι και μεταφέρουν την ελληνική άμυνα σε ένα διαφορετικό επίπεδο. Δεν μιλάμε για μεμονωμένες αγορές, αλλά για τη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου πλέγματος δυνατοτήτων που συνδυάζει αεράμυνα, αντιπυραυλική προστασία, αντιμετώπιση drones, προηγμένα συστήματα αισθητήρων και – το σημαντικότερο – ουσιαστική συμμετοχή της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας.
Το πρόγραμμα, συνολικού ύψους περίπου 3 έως 3,5 δισ. ευρώ, αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα εγχειρήματα αναδιοργάνωσης της ελληνικής αντιαεροπορικής και αντιπυραυλικής άμυνας των τελευταίων δεκαετιών.
Το επόμενο διάστημα στο επίκεντρο θα βρεθούν οι τεχνικές και επιχειρησιακές λεπτομέρειες του «Θόλου»: η τελική διάταξη των συστημάτων, η διασύνδεση των αισθητήρων και των ραντάρ, η λειτουργία του συστήματος διοίκησης και ελέγχου (Command and Control), αλλά και η ενσωμάτωση των νέων δυνατοτήτων στο υφιστάμενο δίκτυο αεράμυνας των Ενόπλων Δυνάμεων. Στόχος είναι η δημιουργία ενός πολυεπίπεδου αμυντικού δικτύου που θα μπορεί να αντιμετωπίζει διαφορετικές κατηγορίες απειλών: από drones και πυραύλους μικρού βεληνεκούς μέχρι πιο σύνθετες εναέριες επιθέσεις.
Τα anti-drone σε Μαξίμου, Βουλή και υπουργείο Άμυνας
Ένα από τα πλέον ενδιαφέροντα στοιχεία του προγράμματος είναι η εγκατάσταση σταθερών συστημάτων αντιμετώπισης μη επανδρωμένων αεροσκαφών σε τρία από τα σημαντικότερα κτίρια της χώρας: στη Βουλή των Ελλήνων, στο υπουργείο Εθνικής Άμυνας και στο Μέγαρο Μαξίμου.
Πρόκειται για προηγμένα συστήματα anti-drone, τα οποία θα τοποθετηθούν για πρώτη φορά σε κυβερνητικές εγκαταστάσεις, με στόχο την προστασία τους από επιθέσεις με μη επανδρωμένα αεροσκάφη, αλλά και από ευρύτερες εναέριες απειλές. Η επιλογή αυτή αποτυπώνει τη νέα πραγματικότητα στον χώρο της άμυνας. Τα drones έχουν εξελιχθεί σε ένα από τα βασικά εργαλεία των σύγχρονων επιχειρήσεων και η προστασία κρίσιμων υποδομών αποτελεί πλέον στρατηγική προτεραιότητα.
Συνολικά προβλέπεται η προμήθεια οκτώ τέτοιων συστημάτων. Εκτός από τα τρία κυβερνητικά κτίρια, τα υπόλοιπα θα τοποθετηθούν σε επιλεγμένες μικρονησίδες και νησιά, οι ακριβείς θέσεις των οποίων δεν δημοσιοποιούνται για λόγους ασφαλείας.
Για την κατασκευή και εγκατάσταση αυτών των προηγμένων συστημάτων θα συμμετάσχουν ισραηλινές και ελληνικές εταιρείες, στο πλαίσιο της νέας φιλοσοφίας που θέλει τη χώρα να αποκτά όχι μόνο επιχειρησιακές δυνατότητες, αλλά και τεχνογνωσία.
Ο «Θόλος» των 3 δισ. ευρώ και οι ισραηλινοί κολοσσοί
Ο βασικός κορμός της «Ασπίδας του Αχιλλέα» θα στηριχθεί σε κορυφαίες ισραηλινές τεχνολογίες.
Στο πρόγραμμα περιλαμβάνονται τα συστήματα SPYDER All in One της Rafael Advanced Defense Systems, Barak MX της Israel Aerospace Industries (IAI), καθώς και τεχνολογίες της ELTA Systems, θυγατρικής της IAI που ειδικεύεται σε ραντάρ, αισθητήρες, ηλεκτρονικό πόλεμο και συστήματα επιτήρησης. Οι τρεις εταιρείες αποτελούν τον τεχνολογικό πυρήνα του νέου αμυντικού «Θόλου».
Η Rafael διαθέτει μεταξύ άλλων τα γνωστά συστήματα Iron Dome και SPYDER. Η IAI αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους ομίλους αεροδιαστημικής και άμυνας διεθνώς, ενώ η ELTA θα δώσει τα «μάτια και τα αυτιά» του συστήματος μέσω προηγμένων αισθητήρων και ραντάρ.
Παράλληλα, το πρόγραμμα προβλέπει έξι νέα ραντάρ τελευταίας τεχνολογίας και ολοκληρωμένο σύστημα διοίκησης και ελέγχου, το οποίο θα αποτελεί τον «εγκέφαλο» της νέας αρχιτεκτονικής. Μέσω αυτού θα γίνεται η συλλογή δεδομένων, η αξιολόγηση των απειλών και η επιλογή της κατάλληλης αντίδρασης. Ιδιαίτερη σημασία έχει η δυνατότητα προσαρμογής του συστήματος στις ελληνικές ανάγκες, καθώς συνδέεται άμεσα με την επιχειρησιακή αυτονομία των Ενόπλων Δυνάμεων.
Το μεγάλο στοίχημα της ελληνικής συμμετοχής
Το δεύτερο μεγάλο κεφάλαιο του προγράμματος είναι η ελληνική βιομηχανική συμμετοχή. Από την αρχή τέθηκε ως βασική προϋπόθεση ότι τουλάχιστον το 25% του έργου θα πρέπει να υλοποιηθεί από ελληνικές επιχειρήσεις. Με βάση το συνολικό ύψος της επένδυσης, αυτό σημαίνει ότι περίπου 750 έως 850 εκατ. ευρώ μπορούν να κατευθυνθούν στην ελληνική οικονομία μέσω συμπαραγωγών, κατασκευής υποσυστημάτων, συντήρησης και ανάπτυξης τεχνολογίας.
Η επίτευξη αυτού του στόχου δεν ήταν εύκολη, καθώς οι διαπραγματεύσεις με την ισραηλινή πλευρά ήταν σύνθετες. Οι μεγάλες αμυντικές βιομηχανίες ήταν αρχικά επιφυλακτικές απέναντι στη μεταφορά τεχνογνωσίας και στην ανάθεση κρίσιμων τμημάτων του έργου σε ελληνικές εταιρείες.
Η θέση όμως του υπουργείου Εθνικής Άμυνας παρέμεινε σταθερή: η Ελλάδα δεν πρέπει να περιοριστεί στον ρόλο του αγοραστή, αλλά να αποκτήσει συμμετοχή στην παραγωγή.
Η ελληνική συμμετοχή δεν αφορά μόνο την κατασκευή οπλικών συστημάτων. Περιλαμβάνει ηλεκτρονικά, λογισμικό, επικοινωνίες, αισθητήρες, ενεργειακές υποδομές, καλωδιώσεις, ολοκλήρωση και τεχνική υποστήριξη.
Στο πρόγραμμα αναμένεται να εμπλακούν εταιρείες με τις απαιτούμενες πιστοποιήσεις ασφαλείας και τεχνογνωσία στον αμυντικό τομέα, όπως η Ελληνική Αεροπορική Βιομηχανία, η Intracom Defense, η Metlen, η EFA Group και η Scytalys, τα Ελληνικά Αμυντικά Συστήματα, η ΔΕΗ, η AKMON, η Miltech, η Uni.systems, η Prisma Electronics και η IKH Defence.
Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» δεν είναι μόνο ένα πρόγραμμα αγοράς νέων συστημάτων. Είναι η προσπάθεια να αλλάξει το μοντέλο της ελληνικής αμυντικής πολιτικής: από την Ελλάδα-αγοραστή στην Ελλάδα-συμπαραγωγό τεχνολογίας.
Το τελικό στοίχημα θα κριθεί σε δύο επίπεδα: στην επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα του νέου αμυντικού «Θόλου» και στο κατά πόσο η ελληνική βιομηχανία θα αποκτήσει μόνιμο ρόλο στην παραγωγή, στη συντήρηση και στην εξέλιξη των συστημάτων. Με άλλα λόγια, η επόμενη φάση δεν αφορά μόνο το τι θα αγοράσει η Ελλάδα, αλλά κυρίως το τι θα μείνει στην Ελλάδα.

