Διεθνή

AI και κυβερνοεπιθέσεις: Εκτοξεύονται οι ψηφιακές απειλές – 37.000 ευπάθειες σε ένα τρίμηνο

Σε νέα φάση περνά η μάχη της κυβερνοασφάλειας, καθώς η τεχνητή νοημοσύνη αλλάζει τόσο τις δυνατότητες των επιτιθέμενων όσο και τα εργαλεία που έχουν στη διάθεσή τους οι επιχειρήσεις για να προστατεύσουν τα συστήματά τους. Σχεδόν 37.000 ευπάθειες σε λογισμικό και πληροφοριακά συστήματα καταγράφηκαν το τρίτο τρίμηνο του 2026, αριθμός σχεδόν τριπλάσιος σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του προηγούμενου έτους, σύμφωνα με στοιχεία του διεθνούς μητρώου Common Vulnerabilities and Exposures (CVE), τα οποία επικαλείται το Reuters.

Η αύξηση αυτή έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία οι κυβερνοεπιθέσεις γίνονται ταχύτερες και πιο σύνθετες, με την τεχνητή νοημοσύνη να διευκολύνει τον εντοπισμό αδυναμιών, την αναπαραγωγή επιθέσεων και την αξιοποίηση κενών ασφαλείας. Το αποτέλεσμα είναι να περιορίζεται ο χρόνος που διαθέτουν οι επιχειρήσεις για να εντοπίσουν ένα πρόβλημα και να εγκαταστήσουν τις απαραίτητες διορθώσεις πριν αυτό αξιοποιηθεί από κακόβουλους χρήστες.

Από τις επιθέσεις σε καταστήματα μέχρι τις μεγάλες επιχειρήσεις

Οι πρόσφατες επιθέσεις στην Ευρώπη δείχνουν ότι οι ψηφιακές απειλές δεν περιορίζονται πλέον στην κλοπή δεδομένων ή στην παραβίαση εταιρικών δικτύων. Σε δύο περιστατικά μέσα σε διάστημα τριών εβδομάδων, χάκερ κατάφεραν να παρέμβουν στη λειτουργία ψυγείων και καταψυκτών σε ευρωπαϊκά σούπερ μάρκετ, αλλάζοντας τις θερμοκρασίες και προκαλώντας την καταστροφή μεγάλων ποσοτήτων τροφίμων.

Παράλληλα, η ολλανδική αλυσίδα λιανεμπορίου Ahold Delhaize, στην οποία ανήκουν μεταξύ άλλων οι Stop & Shop και Giant Food στις ΗΠΑ, αντιμετώπισε κυβερνοεπίθεση τον Οκτώβριο, με αποτέλεσμα να θέσει εκτός λειτουργίας τις ιστοσελίδες και τις εφαρμογές της για περίπου μία εβδομάδα. Η εταιρεία υπολόγισε τις απώλειες πωλήσεων από το συγκεκριμένο περιστατικό σε περισσότερα από 200 εκατ. ευρώ, ενώ προχώρησε και σε προειδοποίηση για την κερδοφορία της.

Στο μεταξύ, η Binance ανακοίνωσε ότι θα αυξήσει τις επενδύσεις της σε συστήματα εντοπισμού απειλών με τη βοήθεια AI, μετά την κλοπή κρυπτονομισμάτων αξίας 6,3 δισ. δολαρίων που αναφέρει το Reuters.

Η τεχνητή νοημοσύνη επιταχύνει τον εντοπισμό αδυναμιών

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η ταχύτητα με την οποία μπορούν πλέον να εντοπίζονται και να αναπαράγονται ευπάθειες σε ευρέως χρησιμοποιούμενο λογισμικό.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της γλώσσας προγραμματισμού PHP, η οποία χρησιμοποιείται σε μεγάλο αριθμό ιστοσελίδων. Η δημοσιοποίηση δύο ευπαθειών στις 21 Οκτωβρίου, οι οποίες είχαν εντοπιστεί με τη βοήθεια AI, οδήγησε κυβερνήσεις και επιχειρήσεις σε διάφορες χώρες να θέσουν προσωρινά εκτός λειτουργίας ιστοσελίδες ως προληπτικό μέτρο.

Η Cloudflare, εταιρεία που παρέχει υπηρεσίες προστασίας και υποστήριξης διαδικτυακών υποδομών, ανέφερε ότι οι προσπάθειες εκμετάλλευσης των συγκεκριμένων αδυναμιών αυξήθηκαν από χιλιάδες σε εκατομμύρια μέσα σε λίγες ώρες από τη δημοσιοποίησή τους.

Το στοιχείο αυτό αναδεικνύει ένα από τα βασικά προβλήματα της νέας εποχής στην κυβερνοασφάλεια: οι εταιρείες καλούνται να αντιδρούν πολύ ταχύτερα, καθώς η απόσταση ανάμεσα στον εντοπισμό μιας ευπάθειας και στην προσπάθεια εκμετάλλευσής της μπορεί να περιορίζεται δραστικά.

Οι επιχειρήσεις επενδύουν σε AI για την άμυνα

Η ίδια τεχνολογία, ωστόσο, χρησιμοποιείται όλο και περισσότερο και από τις ομάδες κυβερνοασφάλειας. Επιχειρήσεις αξιοποιούν εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης για τη συνεχή παρακολούθηση των συστημάτων τους, τον εντοπισμό ύποπτης δραστηριότητας και την ταχύτερη εγκατάσταση ενημερώσεων ασφαλείας.

Η γερμανική εταιρεία φιλοξενίας ιστοσελίδων Ionos, η οποία εξυπηρετεί περίπου επτά εκατομμύρια πελάτες, έχει ενισχύσει τα συστήματα παρακολούθησης με AI, χρησιμοποιώντας αυτοματοποιημένα εργαλεία για τον εντοπισμό απειλών και την εγκατάσταση διορθώσεων όλο το εικοσιτετράωρο.

Αντίστοιχες κινήσεις καταγράφονται και σε μεγάλους οργανισμούς. Το λιμάνι του Ρότερνταμ αναπτύσσει ένα σύστημα κυβερνοπροστασίας με τεχνητή νοημοσύνη, ενώ η Siemens δοκιμάζει προηγμένα μοντέλα AI για την ενίσχυση της ψηφιακής ασφάλειας.

Η ανάγκη για νέες λύσεις αποτυπώνεται και στις εκτιμήσεις της McKinsey. Σύμφωνα με την εταιρεία συμβούλων, η παγκόσμια αγορά προϊόντων και υπηρεσιών κυβερνοασφάλειας που παρέχονται από εξωτερικούς προμηθευτές αναμένεται να αυξηθεί από 223 δισ. δολάρια το 2025 σε 346 δισ. δολάρια έως το 2029.

Η τεχνητή νοημοσύνη, επομένως, δεν αποτελεί μόνο ένα νέο εργαλείο για τους επιτιθέμενους, αλλά και βασικό μέσο άμυνας για τις επιχειρήσεις. Η πρόκληση πλέον είναι η ταχύτητα με την οποία μπορούν να εντοπίζουν τις αδυναμίες και να προστατεύουν τις υποδομές τους, πριν αυτές μετατραπούν σε πραγματικό περιστατικό με οικονομικές και λειτουργικές συνέπειες.

close menu