Πληροφορική

ΔΕΗ – AWS: Στην επόμενη φάση η επένδυση των 2,3 δισ. ευρώ στη Δυτική Μακεδονία. Το Data Center που αλλάζει τον οικονομικό χάρτη της Δυτ. Μακεδονίας

του Γιάννη Χαλαβαζή

Η επένδυση της ΔΕΗ σε συνεργασία με την Amazon Web Services (AWS) για την ανάπτυξη Data Center στη Δυτική Μακεδονία περνά και επίσημα στην επόμενη φάση, καθώς εντός των επόμενων ημερών αναμένεται να κατατεθεί η Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ), ανοίγοντας τον δρόμο για την περιβαλλοντική αδειοδότηση του έργου.

Με αφορμή την επικείμενη κατάθεση της μελέτης, παρουσιάζουμε τα βασικά τεχνικά, ενεργειακά και περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά της επένδυσης, αλλά και τις σημαντικές αναπτυξιακές προοπτικές που δημιουργεί για την Κοζάνη και συνολικά τη Δυτική Μακεδονία. Με αρχικό προϋπολογισμό περίπου 2,3 δισ. ευρώ, ηλεκτρική ισχύ 300 MW και δυνατότητα μελλοντικής επέκτασης έως το 1 GW, το έργο μπορεί να αποτελέσει αφετηρία ενός νέου παραγωγικού μοντέλου για την περιοχή, με επίκεντρο τις ψηφιακές υποδομές, την τεχνητή νοημοσύνη, την ενέργεια και την προσέλκυση νέων επιχειρηματικών δραστηριοτήτων.

Η επένδυση μπορεί να αποτελέσει σημείο καμπής για τη μεταλιγνιτική οικονομία της περιοχής. Η κατασκευή και λειτουργία μιας ψηφιακής υποδομής διεθνούς κλίμακας δημιουργεί ζήτηση για τεχνικές υπηρεσίες, εξειδικευμένο προσωπικό, κατασκευαστικές εργασίες, εξοπλισμό και ενεργειακές υπηρεσίες. Παράλληλα, ανοίγει δυνατότητες συνεργασίας με το Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας, ερευνητικούς φορείς και επιχειρήσεις, με αντικείμενο την εκπαίδευση νέων επιστημόνων, την εξειδίκευση εργαζομένων και την ανάπτυξη εφαρμογών υψηλής τεχνολογίας.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η δυνατότητα αξιοποίησης της θερμότητας που θα παράγεται από τη λειτουργία του Data Center. Η σύνδεση της εγκατάστασης με θερμοκήπια, ψυκτικές αποθήκες και μονάδες logistics μπορεί να δημιουργήσει νέες παραγωγικές δραστηριότητες, εφόσον προχωρήσουν οι απαραίτητες υποδομές και εξασφαλιστούν συμπληρωματικές επενδύσεις. Το ζητούμενο είναι η επένδυση να μη περιοριστεί στην εγκατάσταση ενός μεγάλου υπολογιστικού συγκροτήματος, αλλά να λειτουργήσει ως πόλος προσέλκυσης νέων επιχειρηματικών δραστηριοτήτων και δημιουργίας μόνιμων θέσεων εργασίας.

Η εγκατάσταση στον Άγιο Δημήτριο και τα μεγέθη της επένδυσης

Το Data Center σχεδιάζεται στην περιοχή του πρώην Ατμοηλεκτρικού Σταθμού Αγίου Δημητρίου, σε έκταση περίπου 213 στρεμμάτων, μαζί με τις απαραίτητες υποδομές ηλεκτροδότησης. Η επιλογή της συγκεκριμένης τοποθεσίας συνδέεται με την αξιοποίηση των ενεργειακών εγκαταστάσεων και της βιομηχανικής γης της Δυτικής Μακεδονίας στη μεταλιγνιτική περίοδο.

Η πρώτη φάση προβλέπει υπολογιστική ισχύ 240 MW, ενώ η μέγιστη ηλεκτρική απορρόφηση θα φθάνει τα 300 MW. Η ετήσια κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας εκτιμάται σε περίπου 2,33 εκατ. MWh, αποτυπώνοντας τις ιδιαίτερα υψηλές ενεργειακές απαιτήσεις της εγκατάστασης.

Για την ηλεκτροδότησή της προβλέπεται νέος υποσταθμός υψηλής τάσης 400 kV, ενώ η ΔΕΗ σχεδιάζει την κάλυψη των αναγκών μέσω μακροχρόνιων συμβάσεων προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές (PPAs). Η επένδυση συνδέει έτσι άμεσα την ανάπτυξη των ψηφιακών υποδομών με την ενεργειακή παραγωγή και τις δυνατότητες του ηλεκτρικού συστήματος της χώρας.

Ενεργειακή επάρκεια, νερό και περιβαλλοντικές απαιτήσεις

Η ενεργειακή τροφοδοσία αποτελεί μία από τις σημαντικότερες προκλήσεις του έργου. Τα μεγάλα Data Centers χρειάζονται συνεχή και αξιόπιστη ηλεκτροδότηση, η οποία δεν μπορεί να εξασφαλιστεί αποκλειστικά από την παραγωγή φωτοβολταϊκών και αιολικών πάρκων. Απαιτούνται επαρκή δίκτυα, δυνατότητες αποθήκευσης και συμπληρωματικές λύσεις για τις περιόδους κατά τις οποίες η παραγωγή από ανανεώσιμες πηγές δεν καλύπτει τη ζήτηση. Καθοριστικό ζήτημα είναι, επομένως, πώς θα εξασφαλίζεται στην πράξη η ενεργειακή επάρκεια της εγκατάστασης και ποια θα είναι η πρόσθετη συνεισφορά των νέων έργων ΑΠΕ που θα συνδεθούν με την τροφοδοσία της.

Σημαντική παράμετρος της ΜΠΕ είναι και η κατανάλωση νερού, η οποία κατά το πρώτο έτος λειτουργίας υπολογίζεται σε περίπου 203.000 κυβικά μέτρα. Το σύστημα ψύξης θα συνδυάζει αερόψυξη και υγρή ψύξη, ώστε να διασφαλίζεται η λειτουργία των υπολογιστικών συστημάτων. Η προέλευση του νερού, η εξασφάλιση των απαιτούμενων ποσοτήτων και οι επιπτώσεις στη διαχείριση των υδατικών πόρων αποκτούν ιδιαίτερη σημασία για μια περιοχή με σημαντικό περιβαλλοντικό και παραγωγικό ιστορικό. Η περιβαλλοντική αδειοδότηση θα πρέπει να αποσαφηνίσει τις σχετικές παραμέτρους και να αξιολογήσει τις επιπτώσεις στη συνολική διαχείριση των υδάτων.

Το σχέδιο περιλαμβάνει επίσης 144 πετρελαιοκίνητες γεννήτριες, οι οποίες θα εξασφαλίζουν αυτονομία έως 24 ώρες σε περίπτωση διακοπής της ηλεκτροδότησης. Η εφεδρική τροφοδοσία είναι απαραίτητη για την αδιάλειπτη λειτουργία μιας εγκατάστασης τέτοιου μεγέθους, δημιουργεί όμως πρόσθετες περιβαλλοντικές απαιτήσεις.

Οι εκπομπές ατμοσφαιρικών ρύπων, η αποθήκευση και διαχείριση των καυσίμων, η πιθανή ταυτόχρονη λειτουργία των γεννητριών και τα παραγόμενα απόβλητα αποτελούν αντικείμενα που πρέπει να αξιολογηθούν. Σύμφωνα με τον σχεδιασμό της ΔΕΗ, οι σχετικές προσομοιώσεις δεν καταδεικνύουν υπερβάσεις των επιτρεπόμενων ορίων ακόμη και σε δυσμενή σενάρια λειτουργίας. Η εκτίμηση αυτή θα εξεταστεί στο πλαίσιο της περιβαλλοντικής διαδικασίας.

Η αξιοποίηση της θερμότητας και οι νέες επιχειρηματικές δυνατότητες

Μία από τις πλέον ενδιαφέρουσες προβλέψεις της επένδυσης αφορά στην αξιοποίηση της θερμότητας που απορρίπτεται κατά τη λειτουργία του Data Center. Η διαθέσιμη θερμική ισχύς υπολογίζεται σε περίπου 93,91 MW, μέγεθος που δημιουργεί προϋποθέσεις για τη σύνδεση της εγκατάστασης με άλλες παραγωγικές δραστηριότητες.

Σύμφωνα με τον σχεδιασμό, η θερμότητα θα μπορούσε να αξιοποιηθεί για τη θέρμανση θερμοκηπίων έκτασης 450 έως 900 στρεμμάτων, αλλά και για την υποστήριξη ψυκτικών αποθηκών και εγκαταστάσεων logistics συνολικής επιφάνειας έως 200.000 τετραγωνικών μέτρων.

Η προοπτική αυτή έχει ιδιαίτερη οικονομική σημασία, καθώς δημιουργεί τη δυνατότητα σύνδεσης της ψηφιακής οικονομίας με τον πρωτογενή τομέα, τη μεταποίηση και την εφοδιαστική αλυσίδα. Η αξιοποίηση της απορριπτόμενης θερμότητας μπορεί να περιορίσει το ενεργειακό κόστος νέων επιχειρηματικών μονάδων και να καταστήσει περισσότερο ανταγωνιστικές παραγωγικές δραστηριότητες στην περιοχή.

Ωστόσο, για να περάσει το σχέδιο από τη θεωρητική δυνατότητα στην πράξη, απαιτούνται δίκτυα μεταφοράς θερμότητας, επενδυτές και συγκεκριμένες επιχειρηματικές συμφωνίες. Οι θερμοκηπιακές εγκαταστάσεις και οι υποδομές logistics δεν αποτελούν ακόμη εξασφαλισμένες επενδύσεις. Η υλοποίησή τους θα καθορίσει σε σημαντικό βαθμό το εύρος των οικονομικών ωφελειών για την τοπική αγορά.

Η μεταλιγνιτική μετάβαση και το οικονομικό αποτύπωμα στην Κοζάνη

Η εγκατάσταση στον Άγιο Δημήτριο αποκτά ιδιαίτερη σημασία λόγω της ιστορίας της περιοχής. Η Δυτική Μακεδονία στήριξε επί δεκαετίες την ηλεκτροπαραγωγή της χώρας, επωμιζόμενη παράλληλα σημαντικό περιβαλλοντικό και κοινωνικό κόστος. Η αξιοποίηση των παλαιών ενεργειακών εκτάσεων για νέες δραστηριότητες αποτελεί βασική προϋπόθεση της μεταλιγνιτικής μετάβασης. Οι περιβαλλοντικές εκκρεμότητες της ευρύτερης λεκάνης Σαριγκιόλ και η ανάγκη αποκατάστασης των παλαιών ενεργειακών εγκαταστάσεων καθιστούν αναγκαία την αυστηρή αξιολόγηση της νέας επένδυσης. Η ανάπτυξή της θα πρέπει να συνοδευτεί από σαφείς περιβαλλοντικούς όρους, χωρίς να μεταφερθούν πρόσθετα βάρη στις τοπικές κοινωνίες.

Παράλληλα, η οικονομική συνεισφορά του έργου δεν θα κριθεί μόνο από το ύψος του επενδυτικού προϋπολογισμού. Καθοριστικό μέγεθος θα είναι οι μόνιμες θέσεις εργασίας, η συμμετοχή των τοπικών επιχειρήσεων στην κατασκευή και λειτουργία, η μεταφορά τεχνογνωσίας και η δημιουργία νέων παραγωγικών μονάδων.

Η συνεργασία με το Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας μπορεί να αποτελέσει σημαντικό κρίκο αυτής της προσπάθειας. Η εκπαίδευση μηχανικών και τεχνικών, η εξειδίκευση προσωπικού σε υποδομές υψηλής υπολογιστικής ισχύος και η ανάπτυξη ερευνητικών συνεργασιών μπορούν να δημιουργήσουν νέες επαγγελματικές διεξόδους για τους νέους της περιοχής.

Το ζητούμενο είναι να διαμορφωθεί ένα τοπικό οικοσύστημα ψηφιακών και ενεργειακών επιχειρήσεων, το οποίο θα αξιοποιήσει την παρουσία της μεγάλης επένδυσης και θα προσελκύσει πρόσθετα κεφάλαια. Με αυτόν τον τρόπο, η Κοζάνη μπορεί να διεκδικήσει έναν νέο ρόλο στην οικονομία της τεχνολογίας, πέρα από την παραδοσιακή της ταυτότητα ως ενεργειακού κέντρου.

Η επέκταση στο 1 GW και η στρατηγική θέση της Ελλάδας

Η δυνατότητα επέκτασης της εγκατάστασης έως το 1 GW αναβαθμίζει τη στρατηγική διάσταση της επένδυσης. Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να ενισχύσει τη θέση της Ελλάδας στον ευρωπαϊκό χάρτη των υποδομών υπολογιστικού νέφους και τεχνητής νοημοσύνης, δημιουργώντας παράλληλα πολύ μεγαλύτερες ανάγκες σε ηλεκτρική ενέργεια, δίκτυα, νερό και περιβαλλοντική διαχείριση. Η επέκταση δεν είναι δεδομένη. Θα εξαρτηθεί από τις εμπορικές συμφωνίες, τις επενδυτικές αποφάσεις και τις απαιτούμενες εγκρίσεις. Ωστόσο, η πρόβλεψή της καταδεικνύει τη δυνατότητα σταδιακής δημιουργίας ενός μεγάλου ψηφιακού και ενεργειακού κόμβου στη Δυτική Μακεδονία.

Για τη ΔΕΗ, η συνεργασία με την AWS σηματοδοτεί τη διεύρυνση του επιχειρηματικού της ρόλου πέρα από την παραδοσιακή ηλεκτροπαραγωγή, προς την ανάπτυξη και υποστήριξη ψηφιακών υποδομών υψηλής ενεργειακής απαίτησης. Για την AWS, η επένδυση συνδέεται με την ανάπτυξη υποδομών που υποστηρίζουν τις υπηρεσίες υπολογιστικού νέφους και τις αυξανόμενες ανάγκες της τεχνητής νοημοσύνης. Για τη Δυτική Μακεδονία, όμως, το σημαντικότερο ζητούμενο είναι η δημιουργία ενός νέου παραγωγικού μοντέλου. Η αξιοποίηση της ενεργειακής εμπειρίας, των διαθέσιμων εκτάσεων, των υποδομών και του ανθρώπινου δυναμικού μπορεί να αποτελέσει βάση για την προσέλκυση πρόσθετων επενδύσεων.

Η επικείμενη κατάθεση της ΜΠΕ ανοίγει ένα κρίσιμο κεφάλαιο για το έργο, αλλά και για την ίδια την περιοχή. Η περιβαλλοντική αδειοδότηση θα πρέπει να απαντήσει με συγκεκριμένα δεδομένα στα ζητήματα της κατανάλωσης νερού, της ενεργειακής τροφοδοσίας, των εκπομπών και της συνολικής επιβάρυνσης. Την ίδια στιγμή, η επενδυτική πορεία θα πρέπει να συνδεθεί με μετρήσιμα οφέλη για την τοπική οικονομία.

Το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι μόνο η κατασκευή ενός Data Center ισχύος 300 MW ή η πιθανή επέκτασή του στο 1 GW. Είναι η δημιουργία μιας νέας οικονομικής δραστηριότητας, που θα αξιοποιήσει την ψηφιακή υποδομή ως βάση για νέες επιχειρήσεις, εξειδικευμένες θέσεις εργασίας, παραγωγικές επενδύσεις και τεχνολογική ανάπτυξη.

Η Δυτική Μακεδονία έχει μπροστά της την ευκαιρία να μετατρέψει ένα σημαντικό μέρος της παλαιάς ενεργειακής της ταυτότητας σε συγκριτικό πλεονέκτημα για τη νέα εποχή. Η επένδυση ΔΕΗ–AWS μπορεί να αποτελέσει την αφετηρία αυτής της αλλαγής, εφόσον η μεγάλη ψηφιακή υποδομή συνοδευτεί από πραγματική παραγωγική δραστηριότητα και μακροπρόθεσμα οφέλη για την Κοζάνη την Πτολεμαϊδα και ολόκληρη την περιοχή.

 

close menu