Πληροφορική

Data Centers: Αντιδράσεις για το ετήσιο τέλος των 15.000 ευρώ ανά MW – Τι απαντά η GRDCA στο ICT PLUS

Την αντίθεσή της στην επιβολή ετήσιου τέλους 15.000 ευρώ ανά MW για τα data centers εκφράζει η Ελληνική Ένωση Κατασκευαστών και Λειτουργών Κέντρων Δεδομένων (GRDCA), απαντώντας στα ερωτήματα του ICT PLUS για τις προβλέψεις του νέου νομοσχεδίου. Η Ένωση δεν αμφισβητεί την ανάγκη να υπάρχουν ανταποδοτικά οφέλη για τις τοπικές κοινωνίες, αλλά προειδοποιεί ότι η νέα επιβάρυνση, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες απαιτήσεις, μπορεί να επηρεάσει το κόστος λειτουργίας και την ανταγωνιστικότητα της αγοράς.

Της Σοφίας Μυττά

Το ειδικό τέλος των 15.000 ευρώ ανά μεγαβάτ (MW) αποτελεί μία από τις σημαντικές προβλέψεις του νέου θεσμικού πλαισίου για την ανάπτυξη των κέντρων δεδομένων στην Ελλάδα. Η ρύθμιση προβλέπει ετήσια οικονομική επιβάρυνση για τις εταιρείες που λειτουργούν data centers, με τα έσοδα να κατευθύνονται στους δήμους και στους οικιακούς καταναλωτές των περιοχών όπου εγκαθίστανται οι συγκεκριμένες υποδομές.

Η GRDCA διατυπώνει ξεκάθαρα τη διαφωνία της με την επιβολή του τέλους, επισημαίνοντας ότι πρόκειται για μια νέα οικονομική υποχρέωση που προστίθεται στις ήδη αυξημένες απαιτήσεις για την ανάπτυξη και τη λειτουργία των data centers στη χώρα.

«Όχι, δεν συμφωνούμε με την επιβολή του συγκεκριμένου τέλους. Πρόκειται για πρόσθετο ετήσιο λειτουργικό κόστος, που προστίθεται σε ήδη σημαντικές απαιτήσεις και επιβαρύνσεις για την ανάπτυξη και λειτουργία των data centers στην Ελλάδα», αναφέρει χαρακτηριστικά στο ICT PLUS.

Ιδιαίτερη σημασία αποδίδει η Ένωση στο γεγονός ότι η συγκεκριμένη πρόβλεψη δεν είχε συμπεριληφθεί στη δημόσια διαβούλευση για το νέο θεσμικό πλαίσιο. Όπως επισημαίνει, αυτό είχε ως αποτέλεσμα ο κλάδος να μην έχει τη δυνατότητα να αξιολογήσει εγκαίρως την επιβάρυνση και να διατυπώσει τις απόψεις του πριν από την ενσωμάτωσή της στο νομοσχέδιο.

«Η διαφωνία μας αφορά τον τρόπο και τη διαδικασία επιβολής του τέλους, όχι την αρχή της ανταποδοτικότητας προς τις τοπικές κοινωνίες, την οποία στηρίζουμε», διευκρινίζει η GRDCA. Η Ένωση είχε ήδη καταθέσει παρατηρήσεις κατά τη δημόσια διαβούλευση για άλλες προβλέψεις του νέου πλαισίου, μεταξύ των οποίων οι όροι ανάπτυξης και λειτουργίας των data centers.

Τι λέει για την κατανομή των χρημάτων

Στο ζήτημα της κατανομής του τέλους μεταξύ δήμων και οικιακών καταναλωτών, η GRDCA αποφεύγει να πάρει θέση για τη συγκεκριμένη αναλογία, επισημαίνοντας ότι πρόκειται για επιλογή πολιτικής της Πολιτείας. Αναγνωρίζει, ωστόσο, ότι οι περιοχές που φιλοξενούν τέτοιες επενδύσεις θα πρέπει να έχουν απτά οφέλη από την ανάπτυξή τους.

«Θεωρούμε πολύ σημαντικό οι τοπικές κοινωνίες και οι δήμοι που φιλοξενούν τέτοιες επενδύσεις να βλέπουν και να αντιλαμβάνονται έμπρακτα τα οφέλη από την ανάπτυξή τους», αναφέρει η Ένωση, διευκρινίζοντας ότι δεν θεωρεί σκόπιμο να τοποθετηθεί επί της αναλογίας κατανομής μεταξύ δήμων και οικιακών καταναλωτών.

Για την GRDCA, το ζητούμενο είναι να διαμορφωθεί ένα πλαίσιο με σαφείς κανόνες, που θα εξασφαλίζει ανταποδοτικά οφέλη χωρίς να αποθαρρύνει νέες επενδύσεις. «Για εμάς το ουσιώδες είναι το πλαίσιο να είναι διαφανές και προβλέψιμο. Έτσι θα δημιουργεί απτό όφελος για τις τοπικές κοινωνίες και ταυτόχρονα δεν θα λειτουργεί αποτρεπτικά για τη βιώσιμη ανάπτυξη νέων επενδύσεων», σημειώνει.

Το κόστος που δεν είχε υπολογιστεί

Ένα ακόμη ζήτημα που αναδεικνύει η GRDCA είναι ότι η νέα επιβάρυνση δεν ήταν γνωστή μέχρι σήμερα και, επομένως, δεν μπορούσε να έχει ενσωματωθεί στον σχεδιασμό και στους οικονομικούς υπολογισμούς των επενδύσεων.

«Η συγκεκριμένη επιβάρυνση δεν ήταν γνωστή μέχρι σήμερα. Επομένως δεν ήταν δυνατόν να έχει ενσωματωθεί στον σχεδιασμό και στους οικονομικούς υπολογισμούς των επενδύσεων. Πρόκειται για ετήσιο και επαναλαμβανόμενο λειτουργικό κόστος», αναφέρει στις δηλώσεις της.

Η Ένωση θεωρεί, ωστόσο, ότι το σημαντικότερο ζήτημα δεν είναι μόνο η επίπτωση του συγκεκριμένου τέλους, αλλά το συνολικό κόστος που δημιουργείται από τη συσσώρευση νέων απαιτήσεων και οικονομικών υποχρεώσεων για τις επιχειρήσεις του κλάδου.

«Το σημαντικότερο ζήτημα, ωστόσο, δεν είναι μόνο η επίπτωση του τέλους μεμονωμένα. Είναι η σωρευτική επίπτωση όλων των νέων απαιτήσεων και επιβαρύνσεων στο συνολικό κόστος ανάπτυξης και λειτουργίας», τονίζει η GRDCA, προσθέτοντας ότι το μακροπρόθεσμο λειτουργικό κόστος επηρεάζει άμεσα την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής αγοράς.

Η ανησυχία αυτή συνδέεται με τον διεθνή χαρακτήρα του κλάδου. Οι επενδύσεις σε data centers και οι πελάτες που χρησιμοποιούν τις υπηρεσίες τους μπορούν να επιλέγουν ανάμεσα σε διαφορετικές χώρες και αγορές. Επομένως, το κόστος κατασκευής, αλλά κυρίως το κόστος λειτουργίας σε βάθος χρόνου, αποτελεί σημαντικό παράγοντα για την επιλογή της τοποθεσίας μιας επένδυσης.

Η ίδια η Ένωση επισημαίνει ότι είναι κρίσιμο να αποφευχθεί «δυσανάλογη αύξηση του κόστους κατασκευής και, κυρίως, του μακροπρόθεσμου κόστους λειτουργίας», καθώς η Ελλάδα ανταγωνίζεται άλλες ευρωπαϊκές και περιφερειακές αγορές για την προσέλκυση επενδύσεων σε ψηφιακές υποδομές.

Η πρόκληση για το νέο θεσμικό πλαίσιο

Η παρέμβαση της GRDCA αναδεικνύει ένα ευρύτερο ζήτημα που συνοδεύει την προσπάθεια ανάπτυξης της ελληνικής αγοράς data centers. Από τη μία πλευρά βρίσκεται η ανάγκη να εξασφαλίζονται οφέλη για τις τοπικές κοινωνίες και να αντιμετωπίζονται οι επιπτώσεις που μπορεί να έχει η λειτουργία μεγάλων ενεργειακών υποδομών. Από την άλλη, πρέπει να διατηρούνται οι προϋποθέσεις που καθιστούν τη χώρα ελκυστική για επενδύσεις σε έναν κλάδο με έντονο διεθνή ανταγωνισμό.

Στις δηλώσεις της στο ICT PLUS, η Ένωση τονίζει ότι στηρίζει τη διαμόρφωση ενός σύγχρονου και βιώσιμου πλαισίου για την ανάπτυξη των data centers στην Ελλάδα, καθώς και τη δημιουργία ουσιαστικού οφέλους για τις περιοχές που φιλοξενούν αυτές τις επενδύσεις. Ζητά, παράλληλα, κάθε νέα υποχρέωση ή οικονομική επιβάρυνση να περνά από ουσιαστική διαβούλευση και αξιολόγηση της συνολικής επίπτωσής της.

Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά, «τα data centers αποτελούν κατεξοχήν διεθνή αγορά». Για τον λόγο αυτό, υπογραμμίζει ότι το θεσμικό πλαίσιο πρέπει να συνδυάζει τη βιώσιμη ανάπτυξη με τη σταθερότητα, την προβλεψιμότητα και τη διεθνή ανταγωνιστικότητα.

Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι μόνο το ύψος του νέου τέλους, αλλά και το κατά πόσο το συνολικό θεσμικό και οικονομικό πλαίσιο θα μπορέσει να συνδυάσει την ανταποδοτικότητα προς τις τοπικές κοινωνίες με τη βιώσιμη ανάπτυξη των επενδύσεων σε ψηφιακές υποδομές.

close menu