Αν μέχρι πρότινος η κυβερνοασφάλεια των σούπερ μάρκετ συνδεόταν κυρίως με τις ηλεκτρονικές πληρωμές, τα προσωπικά δεδομένα και τις ηλεκτρονικές παραγγελπίες, τα τελευταία περιστατικά στην Ευρώπη αποδεικνύουν ότι οι κίνδυνοι μπορούν να φτάσουν μέχρι και την ασφάλεια των ίδιων των τροφίμων. Οι χάκερ δεν χρειάζεται να κλέψουν χρήματα από τα ταμεία ή να παραλύσουν τα πληροφοριακά συστήματα μιας επιχείρησης. Μπορούν να προκαλέσουν σοβαρές ζημιές αποκτώντας πρόσβαση στα συστήματα που ελέγχουν τη λειτουργία των ψυγείων και των καταψυκτών. Λίγες μόνο εβδομάδες μετά τις πρώτες επιθέσεις που σημειώθηκαν σε ψυγεία σούπερ μάρκετ στη Γαλλία, νέα περιστατικά καταγράφηκαν το τελευταίο 24ωρο σε σούπερ μάρκετ της Σουηδίας, του Βελγίου και του Λουξεμβούργου, ενώ ανάλογη επίθεση επιβεβαιώθηκε στην Ιρλανδία. Αναφορές υπάρχουν και από την Εσθονία, διευρύνοντας τη γεωγραφική έκταση των περιστατικών που πλήττουν τις ευρωπαϊκές αλυσίδες λιανεμπορίου.
Οι επιθέσεις προκάλεσαν απότομη άνοδο της θερμοκρασίας σε ψυγεία, καταψύκτες και θαλάμους συντήρησης, με αποτέλεσμα να τεθούν σε κίνδυνο ευπαθή τρόφιμα και να καταγραφούν οικονομικές απώλειες. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι επιχειρήσεις αναγκάστηκαν να αποσύρουν προϊόντα από τα ράφια και να πετάξουν εμπορεύματα που δεν μπορούσαν πλέον να διατεθούν με ασφάλεια.
Τα πιο πρόσφατα περιστατικά εντείνουν την ανησυχία για την ασφάλεια των συστημάτων ψύξης που είναι συνδεδεμένα στο διαδίκτυο, χωρίς ωστόσο να έχει επιβεβαιωθεί ότι όλες οι επιθέσεις συνδέονται μεταξύ τους.
Συναγερμός στο Βέλγιο: Περισσότερα από 50 καταστήματα με προβλήματα ψύξης
Το μεγαλύτερο κύμα περιστατικών καταγράφηκε στο Βέλγιο, όπου επηρεάστηκαν καταστήματα διαφορετικών αλυσίδων και ανεξάρτητων επιχειρήσεων.
Η αλυσίδα Delhaize επιβεβαίωσε ότι περίπου 40 καταστήματά της αντιμετώπισαν πρόβλημα στα συστήματα ψύξης. Παράλληλα, η Carrefour ανέφερε ότι επηρεάστηκαν τουλάχιστον 15 καταστήματα, ενώ πέντε καταστήματα Spar παρουσίασαν ανάλογες δυσλειτουργίες. Προβλήματα καταγράφηκαν επίσης στην αλυσίδα κρεοπωλείων De Laet en Van Haver, ενώ δημοσιεύματα αναφέρουν ότι επηρεάστηκε και η σοκολατοποιία Galler στη Λιέγη.
Οι πρώτες ειδοποιήσεις έφτασαν στους υπευθύνους των καταστημάτων Delhaize περίπου στις 4 τα ξημερώματα της Δευτέρας. Οι θερμοκρασίες σε ψυγεία και, κυρίως, καταψύκτες άρχισαν να ανεβαίνουν απότομα, προκαλώντας κινητοποίηση των τεχνικών συνεργείων.
Το πρόβλημα δεν περιορίστηκε σε μια συγκεκριμένη περιοχή. Αναφέρθηκαν περιστατικά τόσο στη Φλάνδρα όσο και στη Βαλλονία, ενώ μεταξύ των καταστημάτων που επηρεάστηκαν περιλαμβάνονται μικρότερα σημεία πώλησης, καταστήματα ευκολίας κοντά σε πρατήρια καυσίμων και μεγαλύτερα σούπερ μάρκετ.
Η Delhaize χαρακτήρισε το περιστατικό συμβάν πληροφορικής που επηρέασε τα συστήματα ψύξης και ανέφερε ότι έλαβε άμεσα μέτρα για τη συνέχιση της λειτουργίας των καταστημάτων της.
Η κινητοποίηση ήταν άμεση. Υπεύθυνοι και εργαζόμενοι επέστρεψαν στα καταστήματα μέσα στη νύχτα, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις επιστρατεύθηκαν φορτηγά-ψυγεία για τη μεταφορά προϊόντων που μπορούσαν ακόμη να διασωθούν.
Οι απώλειες, ωστόσο, ήταν αναπόφευκτες για ορισμένες επιχειρήσεις. Σύμφωνα με δημοσιεύματα βελγικών μέσων, η συνολική αξία των τροφίμων που απορρίφθηκαν εκτιμάται σε περίπου 100.000 ευρώ. Το ποσό αφορά τις αναφορές για το Βέλγιο και δεν αποτελεί συνολική αποτίμηση των ζημιών σε όλες τις χώρες που επηρεάστηκαν.
Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι οι αναφορές για θερμοκρασίες έως και 70 βαθμούς Κελσίου δεν έχουν επιβεβαιωθεί από όλες τις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις. Σε αρκετές περιπτώσεις, πάντως, οι θερμοκρασίες των ψυγείων και των καταψυκτών αυξήθηκαν αρκετά ώστε να απαιτηθεί η απόσυρση των προϊόντων.
Στη Σουηδία οι καταψύκτες έφτασαν τους 50 βαθμούς Κελσίου
Ανάλογη εικόνα διαμορφώθηκε στη Σουηδία, όπου οι μεγάλες αλυσίδες ICA και Coop επιβεβαίωσαν προβλήματα στα συστήματα ψύξης και κατάψυξης καταστημάτων τους. Η ICA ανακοίνωσε ότι ένας περιορισμένος αριθμός καταστημάτων επηρεάστηκε από περιστατικό που σημειώθηκε κατά τη διάρκεια της νύχτας. Η εταιρεία διερευνά το συμβάν και συνδράμει τα καταστήματα που αντιμετώπισαν προβλήματα. Στην περίπτωση της Coop, αναφέρθηκαν αρχικά έξι καταστήματα με αντίστοιχες δυσλειτουργίες, ενώ νεότερα δημοσιεύματα έκαναν λόγο για επτά καταστήματα. Η ακριβής έκταση των περιστατικών εξακολουθεί να διερευνάται.
Ιδιαίτερη αίσθηση προκάλεσαν οι αναφορές από καταστήματα της ICA, όπου οι ενδείξεις των καταψυκτών έφτασαν περίπου τους 50 βαθμούς Κελσίου. Σε άλλη περίπτωση, στη νήσο Έλαντ, αναφέρθηκε ένδειξη 55 βαθμών, με νερό να έχει συγκεντρωθεί στο δάπεδο και τα προϊόντα να έχουν καταστραφεί.
Υπεύθυνοι καταστημάτων περιέγραψαν μια κατάσταση στην οποία τα συστήματα ψύξης δεν λειτουργούσαν κανονικά και οι εργαζόμενοι αναγκάστηκαν να αδειάσουν τους καταψύκτες και να αποσύρουν τρόφιμα.
Οι αναφορές αυτές παραπέμπουν σε σκόπιμη αλλαγή των ρυθμίσεων λειτουργίας των εγκαταστάσεων, ωστόσο η ICA δεν έχει αποδώσει επισήμως όλα τα περιστατικά σε κυβερνοεπίθεση. Σύμφωνα με την εταιρεία, τα καταστήματα που επηρεάστηκαν χρησιμοποιούσαν συνδέσεις εκτός του κεντρικού δικτύου της.
Αυτή η λεπτομέρεια έχει ιδιαίτερη σημασία για την έρευνα, καθώς δείχνει ότι οι εγκαταστάσεις ενός καταστήματος μπορούν να αποτελέσουν ξεχωριστό σημείο εισόδου για έναν επιτιθέμενο, ακόμη και όταν το κεντρικό εταιρικό δίκτυο δεν έχει παραβιαστεί.
Η Ιρλανδία και η Εσθονία διευρύνουν τη γεωγραφία των περιστατικών
Στην Ιρλανδία, η αλυσίδα SuperValu απομάκρυνε προληπτικά προϊόντα ψυγείου και κατάψυξης από 13 καταστήματα, μετά από περιστατικό κυβερνοασφάλειας που επηρέασε τα συστήματα ψύξης.
Ο όμιλος Musgrave, στον οποίο ανήκει η SuperValu, επιβεβαίωσε ότι βρίσκεται σε εξέλιξη έρευνα για το περιστατικό. Τα καταστήματα παρέμειναν ανοιχτά και τα υπόλοιπα προϊόντα συνέχισαν να διατίθενται κανονικά.
Η απόφαση για την απομάκρυνση των ευπαθών τροφίμων ελήφθη ως προληπτικό μέτρο, καθώς η διατήρηση της ψυκτικής αλυσίδας αποτελεί βασική προϋπόθεση για την ασφάλεια των τροφίμων. Ακόμη και όταν δεν έχει διαπιστωθεί οριστικά ότι ένα προϊόν έχει αλλοιωθεί, η διακοπή των κατάλληλων συνθηκών συντήρησης μπορεί να καταστήσει αδύνατη την ασφαλή διάθεσή του.
Περιστατικό καταγράφηκε και στην Εσθονία. Σύμφωνα με το δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό δίκτυο ERR, χάκερ απέκτησαν πρόσβαση σε υπολογιστή που ελέγχει σύστημα ψύξης μεγάλης αλυσίδας σούπερ μάρκετ και άλλαξαν τη ρύθμιση ενός καταψύκτη στους 50 βαθμούς Κελσίου.
Ο διευθύνων σύμβουλος της Kitman Coldtech, εταιρείας που κατασκευάζει τον σχετικό εξοπλισμό, ανέφερε ότι η επιχείρηση ενημερώθηκε για επίθεση σε πελάτη της και ότι υπήρξαν ενδείξεις για παρόμοια περιστατικά και σε άλλες εγκαταστάσεις.
Σύμφωνα με την ίδια πηγή, η γρήγορη αντίδραση περιόρισε τις ζημιές στο συγκεκριμένο περιστατικό. Η αναφορά έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς δείχνει ότι η έγκαιρη ανίχνευση μιας μη εξουσιοδοτημένης αλλαγής μπορεί να αποτρέψει την καταστροφή προϊόντων.
Παράλληλα, ο επικεφαλής της εταιρείας επισήμανε ότι ορισμένα παλαιότερα συστήματα παραμένουν ευάλωτα, επειδή δεν έχουν αναβαθμιστεί επαρκώς. Η παρατήρηση ενισχύει τις ανησυχίες για την ασφάλεια των συστημάτων βιομηχανικού ελέγχου που εξακολουθούν να λειτουργούν σε εγκαταστάσεις λιανεμπορίου.
Πώς οι χάκερ μετατρέπουν τα ψυγεία σε θερμαντικά σώματα
Η μέθοδος που περιγράφεται στα περιστατικά είναι χαρακτηριστική των επιθέσεων εναντίον συστημάτων επιχειρησιακής τεχνολογίας, γνωστών ως Operational Technology (OT).
Τα σύγχρονα σούπερ μάρκετ διαθέτουν ψηφιακά συστήματα διαχείρισης ψύξης, τα οποία ελέγχουν τη θερμοκρασία των ψυγείων, των καταψυκτών και των ψυκτικών θαλάμων. Οι εγκαταστάσεις συνδέονται συχνά με δίκτυα που επιτρέπουν την απομακρυσμένη παρακολούθηση, τη συντήρηση και την έγκαιρη ειδοποίηση για βλάβες.
Αυτή η συνδεσιμότητα προσφέρει σημαντικά λειτουργικά πλεονεκτήματα, αλλά δημιουργεί και πρόσθετα σημεία έκθεσης σε κυβερνοεπιθέσεις.
Σύμφωνα με τις τεχνικές αναφορές για τα πρόσφατα περιστατικά, οι επιτιθέμενοι φέρονται να απέκτησαν πρόσβαση στους ελεγκτές των εγκαταστάσεων και να τροποποίησαν τις ρυθμίσεις λειτουργίας τους. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ενεργοποίησαν τη λειτουργία απόψυξης των εξατμιστών, η οποία κανονικά χρησιμοποιείται για την απομάκρυνση του πάγου από τα συστήματα ψύξης.
Η απόψυξη είναι μια φυσιολογική διαδικασία συντήρησης. Όταν, όμως, ενεργοποιείται χωρίς έλεγχο ή παρατείνεται πέρα από τα προβλεπόμενα χρονικά όρια, μπορεί να προκαλέσει απότομη αύξηση της θερμοκρασίας στο εσωτερικό των ψυγείων και των καταψυκτών.
Με απλά λόγια, οι δράστες δεν χρειάζεται να καταστρέψουν τον εξοπλισμό. Αρκεί να αλλάξουν τις εντολές που καθορίζουν τον τρόπο λειτουργίας του.
Το περιστατικό στη βελγική αλυσίδα κρεοπωλείων De Laet en Van Haver είναι ενδεικτικό. Σύμφωνα με δηλώσεις στελέχους της επιχείρησης, οι συναγερμοί ενεργοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της νύχτας, όταν διαπιστώθηκε ότι οι ρυθμίσεις των εγκαταστάσεων είχαν αλλάξει από απόσταση. Η έγκαιρη αντίδραση επέτρεψε στους υπευθύνους να περιορίσουν τις συνέπειες.
Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο εάν τα συστήματα ψύξης διαθέτουν επαρκή προστασία από εξωτερικές παρεμβάσεις. Είναι επίσης εάν μπορούν να εντοπίσουν εγκαίρως μια μη εξουσιοδοτημένη αλλαγή, να ειδοποιήσουν τους υπευθύνους και να αποτρέψουν μια επικίνδυνη κατάσταση πριν από την καταστροφή των προϊόντων.
Το προηγούμενο της Γαλλίας και οι ευπάθειες των παλαιών συστημάτων
Τα περιστατικά σε Σουηδία και Βέλγιο θυμίζουν έντονα την κυβερνοεπίθεση που έπληξε εκατοντάδες γαλλικά σούπερ μάρκετ τη νύχτα της 11ης προς τη 12η Οκτωβρίου 2026, οπότε τα συστήματα ψύξης και κατάψυξης σε καταστήματα μεγάλων αλυσίδων, μεταξύ των οποίων οι Intermarché, Coopérative U, Carrefour και E.Leclerc, παρουσίασαν απότομες αυξήσεις θερμοκρασίας. Οι γαλλικές αρχές ανέφεραν ότι η επίθεση προκάλεσε απώλειες τροφίμων και πυρκαγιές, ενώ ξεκίνησε έρευνα για την ταυτοποίηση των δραστών.
Η γαλλική υπόθεση έφερε στο προσκήνιο ευπάθειες σε συστήματα απομακρυσμένου ελέγχου ψύξης, μεταξύ άλλων σε εξοπλισμό της δανικής Danfoss και της αμερικανικής Copeland. Σύμφωνα με τις σχετικές αναφορές, ορισμένες εγκαταστάσεις χρησιμοποιούσαν παλαιότερα συστήματα που είχαν φτάσει στο τέλος του κύκλου υποστήριξής τους και δεν λάμβαναν πλέον ενημερώσεις ασφαλείας.
Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στην ηλικία του εξοπλισμού. Σημαντικός παράγοντας κινδύνου είναι και η έκθεση των διεπαφών διαχείρισης στο διαδίκτυο, χωρίς επαρκή προστασία, καθώς και η διατήρηση παλαιών ρυθμίσεων πρόσβασης.
Η γαλλική αρχή κυβερνοασφάλειας ANSSI είχε αναφέρει ότι εντοπίστηκαν παραβιάσεις σε συστήματα διαφορετικών κατασκευαστών. Επομένως, η αντιμετώπιση του κινδύνου δεν μπορεί να περιοριστεί στην αντικατάσταση ενός συγκεκριμένου προϊόντος ή στην εγκατάσταση μιας ενημέρωσης λογισμικού.
Παρά τις ομοιότητες, δεν έχει επιβεβαιωθεί ότι οι επιθέσεις της 2ας Νοεμβρίου αποτελούν συνέχεια της γαλλικής επίθεσης ή ότι χρησιμοποιούν την ίδια ακριβώς ευπάθεια. Η χρονική εγγύτητα και οι ομοιότητες στη λειτουργία των συστημάτων αποτελούν ενδείξεις που δικαιολογούν περαιτέρω έρευνα, όχι απόδειξη κοινής προέλευσης.
Γιατί η κυβερνοασφάλεια των σούπερ μάρκετ αφορά πλέον την ασφάλεια τροφίμων
Η υπόθεση αναδεικνύει μια λιγότερο προβεβλημένη πλευρά της ψηφιακής μετάβασης: τα πληροφοριακά συστήματα και οι συνδεδεμένες συσκευές δεν διαχειρίζονται πλέον μόνο δεδομένα, αλλά ελέγχουν φυσικές λειτουργίες που είναι κρίσιμες για την καθημερινότητα.
Στην περίπτωση ενός σούπερ μάρκετ, η ασφάλεια των συστημάτων ψύξης συνδέεται άμεσα με την ασφάλεια των τροφίμων, τη λειτουργία της εφοδιαστικής αλυσίδας και τη βιωσιμότητα της επιχείρησης.
Μια επίθεση μπορεί να οδηγήσει σε απώλεια προϊόντων, διακοπή λειτουργίας τμημάτων ενός καταστήματος, αυξημένο κόστος συντήρησης και αντικατάστασης εξοπλισμού, αλλά και προβλήματα στην τροφοδοσία άλλων σημείων πώλησης.
Παράλληλα, δημιουργείται ένα πρόσθετο ζήτημα ευθύνης. Οι επιχειρήσεις καλούνται να διασφαλίζουν ότι οι εγκαταστάσεις τους λειτουργούν εντός των προβλεπόμενων ορίων και ότι τα τρόφιμα που διαθέτουν στους καταναλωτές έχουν συντηρηθεί με ασφάλεια. Σε περίπτωση διακοπής της ψυκτικής αλυσίδας, η απόφαση για την απόσυρση προϊόντων μπορεί να είναι οικονομικά επώδυνη, αλλά αποτελεί αναγκαίο μέτρο προστασίας της δημόσιας υγείας.
Η κυβερνοασφάλεια μετατρέπεται, συνεπώς, από ζήτημα που αφορά κυρίως τα τμήματα πληροφορικής σε παράγοντα επιχειρησιακής συνέχειας και διαχείρισης κινδύνων.
Ποια μέτρα μπορούν να περιορίσουν τον κίνδυνο
Τα πρόσφατα περιστατικά επαναφέρουν στο προσκήνιο μια σειρά από μέτρα που θεωρούνται απαραίτητα για την προστασία των συστημάτων επιχειρησιακής τεχνολογίας, όπως επισημαίνουν διεθνείς αναλυτές.
Πρώτον, οι εγκαταστάσεις ψύξης δεν θα πρέπει να είναι άμεσα προσβάσιμες από το δημόσιο διαδίκτυο χωρίς ισχυρούς μηχανισμούς ελέγχου. Η απομακρυσμένη πρόσβαση πρέπει να πραγματοποιείται μέσω ασφαλών συνδέσεων, όπως VPN, με πολυπαραγοντικό έλεγχο ταυτότητας και περιορισμό των δικαιωμάτων των χρηστών.
Δεύτερον, οι επιχειρήσεις οφείλουν να διατηρούν ενημερωμένο το λογισμικό των ελεγκτών τους και να αντικαθιστούν εξοπλισμό που δεν υποστηρίζεται πλέον από τον κατασκευαστή. Όταν μια αναβάθμιση δεν είναι εφικτή, απαιτούνται πρόσθετα μέτρα απομόνωσης και προστασίας.
Τρίτον, η παρακολούθηση των συστημάτων πρέπει να περιλαμβάνει όχι μόνο τη θερμοκρασία, αλλά και τις εντολές που αλλάζουν τη λειτουργία των εγκαταστάσεων. Μια ξαφνική μετάβαση σε λειτουργία απόψυξης, μια ασυνήθιστη αλλαγή ρυθμίσεων ή μια εντολή που προέρχεται από μη αναγνωρισμένη σύνδεση θα πρέπει να ενεργοποιεί άμεσα συναγερμό.
Τέταρτον, οι επιχειρήσεις χρειάζονται σαφή σχέδια αντιμετώπισης περιστατικών, με καθορισμένες διαδικασίες για την αποσύνδεση ύποπτων συστημάτων, την αποκατάσταση της ψύξης και την αξιολόγηση των τροφίμων που έχουν εκτεθεί σε ακατάλληλες θερμοκρασίες.
Η τεχνολογία μπορεί να ενισχύσει την ασφάλεια, αρκεί να συνοδεύεται από κατάλληλες διαδικασίες και συστηματική συντήρηση.
Το επόμενο μέτωπο των κυβερνοεπιθέσεων βρίσκεται στις φυσικές υποδομές
Οι επιθέσεις στα συστήματα ψύξης των ευρωπαϊκών σούπερ μάρκετ αποτελούν ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της μετατόπισης του ενδιαφέροντος των επιτιθέμενων από τα παραδοσιακά πληροφοριακά συστήματα προς τις υποδομές που ελέγχουν τον φυσικό κόσμο.
Αντί για την υποκλοπή δεδομένων ή την κλοπή χρημάτων, οι δράστες μπορούν να επιδιώξουν την πρόκληση οικονομικής ζημιάς, τη διακοπή λειτουργίας μιας επιχείρησης ή τη δημιουργία προβλημάτων σε κρίσιμες καθημερινές υπηρεσίες.
Το ίδιο μοντέλο κινδύνου αφορά εγκαταστάσεις κλιματισμού, βιομηχανικές μονάδες, αποθήκες, κέντρα διανομής και άλλες υποδομές που βασίζονται σε συνδεδεμένα συστήματα ελέγχου.
Η πραγματική πρόκληση για τις επιχειρήσεις δεν είναι να επιστρέψουν σε έναν κόσμο χωρίς ψηφιακές υποδομές, αλλά να εξασφαλίσουν ότι η συνδεσιμότητα δεν μετατρέπεται σε ανεξέλεγκτη πρόσβαση.
Οι έρευνες για τα περιστατικά της 2ας Νοεμβρίου βρίσκονται σε εξέλιξη και δεν έχει ανακοινωθεί ενιαίο πόρισμα που να συνδέει όλες τις επιθέσεις ή να ταυτοποιεί τους δράστες. Ωστόσο, η επανάληψη παρόμοιων περιστατικών μέσα σε λίγες εβδομάδες καθιστά σαφές ότι η προστασία των συστημάτων επιχειρησιακής τεχνολογίας πρέπει να αντιμετωπίζεται ως προτεραιότητα. Η νέα πραγματικότητα δείχνει ότι ένα σούπερ μάρκετ μπορεί να παραμείνει ανοιχτό, τα ταμεία του να λειτουργούν κανονικά και οι ηλεκτρονικές πληρωμές να πραγματοποιούνται χωρίς πρόβλημα, την ώρα που τα τρόφιμα στους καταψύκτες του καταστρέφονται. Και αυτό ακριβώς είναι που κάνει τις συγκεκριμένες επιθέσεις τόσο ανησυχητικές: η κυβερνοασφάλεια δεν αφορά πλέον μόνο όσα συμβαίνουν στις οθόνες, αλλά και όσα φτάνουν τελικά στο τραπέζι του καταναλωτή.


