Η Ολλανδία σχεδιάζει να μειώσει κατά 25.000 τις θέσεις πλήρους απασχόλησης στη δημόσια διοίκηση στην επόμενη δεκαετία, με στόχο την εξοικονόμηση 3,5 δισ. ευρώ ετησίως. Η εξέλιξη επαναφέρει στο προσκήνιο το ερώτημα για το μέλλον της δημόσιας απασχόλησης στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης (AI). Ωστόσο, χρειάζεται μια σαφής διάκριση: άλλο η πολιτική απόφαση για περιορισμό του δημόσιου τομέα και άλλο η αξιοποίηση της AI για την αυτοματοποίηση εργασιών. Οι δύο εξελίξεις μπορούν να συνδέονται, αλλά δεν ταυτίζονται. Πρόκειται για σχέδιο συρρίκνωσης του δημόσιου τομέα, στο οποίο η τεχνητή νοημοσύνη και η ψηφιοποίηση μπορούν να λειτουργήσουν ως εργαλεία αναδιοργάνωσης. Δεν προκύπτει ότι και οι 25.000 θέσεις θα καταργηθούν εξαιτίας της AI. Ο στόχος αφορά τη συνολική αναδιάρθρωση της διοίκησης, ενώ η τεχνολογία αποτελεί έναν από τους παράγοντες που μπορούν να περιορίσουν τις ανάγκες σε προσωπικό. Οι περικοπές μπορεί να προκύψουν και από την κατάργηση διοικητικών λειτουργιών, την ενοποίηση υπηρεσιών, τον περιορισμό των δαπανών ή τη μη αναπλήρωση εργαζομένων που αποχωρούν.
Παράλληλα η Δανία έχει θέσει στόχο να εξοικονομήσει τουλάχιστον 50 εκατ. ώρες εργασίας στο Δημόσιο έως το 2035 μέσω της τεχνολογίας και της αυτοματοποίησης. Το μέγεθος αυτό αντιστοιχεί σε περίπου 30.000 ισοδύναμα πλήρους απασχόλησης, αλλά δεν σημαίνει ότι προβλέπονται 30.000 απολύσεις. Η εξοικονόμηση χρόνου μπορεί να αξιοποιηθεί για τη μείωση του διοικητικού φόρτου, την επιτάχυνση της εξυπηρέτησης των πολιτών ή την κάλυψη άλλων αναγκών του κράτους. Το αν θα οδηγήσει τελικά σε λιγότερες θέσεις εργασίας εξαρτάται από τις αποφάσεις της κυβέρνησης. Ακόμη και χωρίς AI, μια κυβέρνηση μπορεί να αποφασίσει τη μείωση του προσωπικού της. Αντίστοιχα, μπορεί να εισαγάγει AI και να διατηρήσει τον αριθμό των εργαζομένων, αναθέτοντάς τους διαφορετικές αρμοδιότητες ή αξιοποιώντας τον χρόνο που εξοικονομείται για την παροχή περισσότερων υπηρεσιών.
Ελλάδα: AI στο Δημόσιο για καλύτερη αξιοποίηση του προσωπικού, όχι για απολύσεις
Η Ελλάδα ακολουθεί διαφορετική στρατηγική, με στόχο την αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης για τον εκσυγχρονισμό της δημόσιας διοίκησης και την καλύτερη αξιοποίηση του υφιστάμενου ανθρώπινου δυναμικού, χωρίς απολύσεις λόγω της εισαγωγής της νέας τεχνολογίας. Η ελληνική στρατηγική για την AI στο Δημόσιο εστιάζει στην ενσωμάτωση νέων εφαρμογών στις δημόσιες υπηρεσίες, στην αυτοματοποίηση επαναλαμβανόμενων διοικητικών εργασιών, στην επιτάχυνση της διεκπεραίωσης υποθέσεων και στην αναβάθμιση των ψηφιακών δεξιοτήτων των δημοσίων υπαλλήλων. Στόχος είναι να περιοριστεί ο χρόνος που αναλώνεται σε τυποποιημένες διαδικασίες και να αξιοποιηθεί το προσωπικό σε εργασίες μεγαλύτερης προστιθέμενης αξίας, στην εξυπηρέτηση πολιτών και επιχειρήσεων και στην αποτελεσματικότερη λειτουργία των υπηρεσιών.
Η διαφορά από την Ολλανδία είναι ουσιαστική: η ολλανδική κυβέρνηση έχει θέσει συγκεκριμένο στόχο μείωσης των θέσεων πλήρους απασχόλησης στο πλαίσιο της αναδιοργάνωσης του κράτους. Στην Ελλάδα, αντίθετα, η κατεύθυνση είναι η αξιοποίηση των δυνατοτήτων της AI για την ενίσχυση της παραγωγικότητας και την αποτελεσματικότερη λειτουργία της διοίκησης, όχι η σύνδεση της τεχνολογικής μετάβασης με απολύσεις δημοσίων υπαλλήλων. Αυτό δεν σημαίνει ότι η AI δεν θα αλλάξει το περιεχόμενο της εργασίας στο Δημόσιο. Θα μεταβάλει διαδικασίες, αρμοδιότητες και απαιτούμενες δεξιότητες. Η πρόκληση είναι να συνοδευτεί η μετάβαση από κατάλληλη εκπαίδευση, ανακατανομή εργασιών και αξιοποίηση του προσωπικού εκεί όπου υπάρχουν πραγματικές ανάγκες. Το ζητούμενο, επομένως, είναι καλύτερες και ταχύτερες δημόσιες υπηρεσίες με αποτελεσματικότερη αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού, όχι λιγότεροι εργαζόμενοι ως αυτόματη συνέπεια της τεχνολογικής προόδου. Η ελληνική προσέγγιση αντιμετωπίζει την AI ως εργαλείο αναβάθμισης των δημόσιων υπηρεσιών, διατηρώντας το ανθρώπινο δυναμικό ως βασικό παράγοντα της λειτουργίας τους.
ΗΠΑ και Καναδάς: Συρρίκνωση του κράτους με διαφορετική αφετηρία
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η σημαντική μείωση του ομοσπονδιακού προσωπικού συνδέεται κυρίως με πολιτικές περιορισμού του κράτους, μείωσης δαπανών και αναδιοργάνωσης των υπηρεσιών. Δεν μπορεί να αποδοθεί συνολικά στην τεχνητή νοημοσύνη. Η περίπτωση των ΗΠΑ αναδεικνύει τη σημασία της διάκρισης ανάμεσα στην αυτοματοποίηση και στη δημοσιονομική πολιτική. Μια κυβέρνηση μπορεί να περιορίζει το προσωπικό της για να μειώσει τις δαπάνες, ανεξάρτητα από το αν εισάγει νέα συστήματα AI. Η τεχνολογία μπορεί να υποστηρίξει αυτήν την κατεύθυνση, αλλά δεν αποτελεί αναγκαστικά την αιτία των περικοπών.
Στον Καναδά, ο σχεδιασμός για μικρότερο ομοσπονδιακό προσωπικό εντάσσεται σε πρόγραμμα περιορισμού των δημόσιων δαπανών και αναδιοργάνωσης της διοίκησης. Η κυβέρνηση επιδιώκει να μειώσει τον αριθμό των εργαζομένων, δίνοντας έμφαση στις εθελούσιες αποχωρήσεις και στη φυσική αποχώρηση προσωπικού, ώστε να περιορίσει τις αναγκαστικές απολύσεις. Η αξιοποίηση της τεχνολογίας μπορεί να υποστηρίξει αυτήν την προσπάθεια, αλλά δεν αποτελεί τη μοναδική αιτία των μειώσεων. Όπως και στις ΗΠΑ, η απόφαση για συρρίκνωση του κράτους είναι διαφορετικό ζήτημα από την εισαγωγή της AI στις δημόσιες υπηρεσίες.
Το πραγματικό διακύβευμα για το Δημόσιο
Τα παραδείγματα των χωρών αναδεικνύουν δύο διαφορετικές στρατηγικές. Η πρώτη αφορά την αύξηση της παραγωγικότητας μέσω της τεχνητής νοημοσύνης, με αυτοματοποίηση επαναλαμβανόμενων εργασιών, ταχύτερη επεξεργασία αιτημάτων και περιορισμό της γραφειοκρατίας. Η δεύτερη αφορά την πολιτική απόφαση για μικρότερο δημόσιο τομέα, με λιγότερες θέσεις εργασίας και χαμηλότερο λειτουργικό κόστος. Οι δύο στρατηγικές μπορούν να συνδυαστούν, αλλά δεν είναι υποχρεωτικό να συμβεί αυτό. Η AI μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να εξυπηρετούνται περισσότεροι πολίτες με το ίδιο προσωπικό, να καλυφθούν ελλείψεις σε συγκεκριμένες ειδικότητες ή να μειωθούν οι ανάγκες σε εργαζομένους. Το αποτέλεσμα εξαρτάται από τον τρόπο με τον οποίο κάθε κυβέρνηση επιλέγει να αξιοποιήσει τα τεχνολογικά οφέλη.
Η Ολλανδία έχει θέσει συγκεκριμένο στόχο συρρίκνωσης του δημόσιου τομέα. Η Ελλάδα επιδιώκει την αξιοποίηση της AI για την αναβάθμιση των δημοσίων υπηρεσιών και την καλύτερη αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού της, χωρίς απολύσεις λόγω της τεχνολογίας. Στις ΗΠΑ και στον Καναδά, αντίθετα, οι μειώσεις προσωπικού συνδέονται κυρίως με ευρύτερες πολιτικές περιορισμού των κρατικών δαπανών. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο πόσες θέσεις εργασίας μπορεί να επηρεάσει η τεχνητή νοημοσύνη. Είναι αν οι κυβερνήσεις θα επιλέξουν να μετατρέψουν την αύξηση της παραγωγικότητας σε μικρότερο κράτος, σε καλύτερες δημόσιες υπηρεσίες ή σε συνδυασμό των δύο.


