Η Τεχνητή Νοημοσύνη αλλάζει τους όρους του οικονομικού ανταγωνισμού, δημιουργεί νέα ερωτήματα για το μέλλον της εργασίας και ενισχύει την ισχύ των μεγάλων τεχνολογικών εταιρειών. Το πώς θα διαχειριστεί η Ευρώπη αυτές τις αλλαγές βρέθηκε στο επίκεντρο της συζήτησης του Κυριάκου Πιερρακάκη με τον Τζουλιάνο ντα Έμπολι, συγγραφέα και πολιτικό επιστήμονα, γνωστό για τα βιβλία του σχετικά με τον λαϊκισμό και τη σύγχρονη πολιτική ισχύ. Η συζήτηση πραγματοποιήθηκε στις 21 Οκτωβρίου, σε εκδήλωση του ΕΛΙΑΜΕΠ με θέμα «Η Ευρώπη στην εποχή της ισχύος: Ποιος θα διαμορφώσει το μέλλον της;», με συντονιστή τον πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου του Ιδρύματος, Λουκά Τσούκαλη.
Ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και πρόεδρος του Eurogroup Κυριάκος Πιερρακάκης υπογράμμισε ότι η εξέλιξη της Τεχνητής Νοημοσύνης είναι τόσο γρήγορη, ώστε ακόμη και οι ειδικοί που εργάζονται στις εταιρείες ανάπτυξής της δεν αντιλαμβάνονται πλήρως όλες τις διαστάσεις της. Όπως ανέφερε, η συζήτηση επικεντρώνεται σε μεγάλο βαθμό στους κινδύνους και στο ενδεχόμενο οι μηχανές να αποκτήσουν καθοριστικό ρόλο στην καθημερινή ζωή, ενώ δεν εξετάζονται ακόμη με αρκετά συστηματικό τρόπο τα οφέλη που μπορούν να προσφέρουν οι νέες τεχνολογίες.
Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι μόνο η ανάπτυξη ολοένα πιο εξελιγμένων συστημάτων, αλλά και ο τρόπος με τον οποίο αυτά θα αξιοποιηθούν στην οικονομία, στις επιχειρήσεις, στην εκπαίδευση και στη λειτουργία του κράτους. Παράλληλα, τίθεται το ερώτημα αν οι πολιτικοί και οι ευρωπαϊκοί θεσμοί μπορούν να προσαρμοστούν με την ίδια ταχύτητα στις αλλαγές που φέρνει η τεχνολογία.
Η κούρσα της Τεχνητής Νοημοσύνης και ο ανταγωνισμός για την ισχύ
Ο Τζουλιάνο ντα Έμπολι περιέγραψε την ανάπτυξη της Τεχνητής Νοημοσύνης ως μια κούρσα στην οποία συμμετέχουν ισχυροί τεχνολογικοί όμιλοι και μεγάλες δυνάμεις, με τεράστιες επενδύσεις και στόχο την κατάκτηση της τεχνολογικής υπεροχής. Αναφέρθηκε στη νοοτροπία που επικρατεί σε ορισμένα από τα κορυφαία εργαστήρια ανάπτυξης ΤΝ, όπου η προσπάθεια αντιμετωπίζεται σχεδόν ως αποστολή ιστορικών διαστάσεων. Στο πλαίσιο αυτό, η πρωτιά δεν θεωρείται απλώς επιχειρηματική επιτυχία, αλλά ενδεχόμενη πηγή πρωτοφανούς ισχύος.
Η εξέλιξη αυτή συνδέεται άμεσα με τον ανταγωνισμό μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Κίνας, αλλά και με το ερώτημα ποιος θα ελέγχει τις τεχνολογίες που θα επηρεάζουν όλο και περισσότερο την οικονομία και την κοινωνία.
Ο ντα Έμπολι έθεσε, ωστόσο, ένα διαφορετικό ερώτημα για την Ευρώπη. Βρίσκεται η μεγαλύτερη οικονομική αξία στην ανάπτυξη των πιο προηγμένων συστημάτων ή στην αξιοποίησή τους στην πράξη; Η διάκριση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για την ευρωπαϊκή οικονομία, καθώς η ήπειρος δεν βρίσκεται στην πρώτη γραμμή της ανάπτυξης όλων των προηγμένων μοντέλων, αλλά μπορεί να αναζητήσει ευκαιρίες μέσα από την εφαρμογή της Τεχνητής Νοημοσύνης σε επιχειρήσεις, υπηρεσίες και παραγωγικές δραστηριότητες.
Η συζήτηση ανέδειξε έτσι μια κρίσιμη διάσταση του τεχνολογικού ανταγωνισμού: δεν αρκεί να αναπτύσσονται νέα εργαλεία. Εξίσου σημαντικό είναι ποιος μπορεί να τα αξιοποιήσει αποτελεσματικά και να μετατρέψει τις δυνατότητές τους σε οικονομικό και παραγωγικό πλεονέκτημα.
Οι τεχνολογικοί κολοσσοί ανταγωνίζονται τα κράτη για κεφάλαια
Οι επιπτώσεις της Τεχνητής Νοημοσύνης δεν περιορίζονται στις τεχνολογικές εταιρείες. Σύμφωνα με τον κ. Πιερρακάκη, επηρεάζουν και τις αγορές χρήματος, καθώς οι μεγάλοι όμιλοι χρειάζονται ολοένα περισσότερα κεφάλαια για να χρηματοδοτήσουν την ανάπτυξη και τις επενδύσεις τους.
Ο υπουργός ανέφερε ως χαρακτηριστικά παραδείγματα τη Microsoft, την Amazon και την Google, επισημαίνοντας ότι οι εταιρείες αυτές ανταγωνίζονται πλέον τα κράτη στην άντληση κεφαλαίων από τις αγορές. Όπως εξήγησε, ενώ στο παρελθόν χρηματοδοτούσαν σε μεγάλο βαθμό την επέκτασή τους από τα σημαντικά ταμειακά διαθέσιμα που είχαν συγκεντρώσει, σήμερα διεκδικούν κεφάλαια σε ένα περιβάλλον αυξημένων επενδυτικών αναγκών.
Στην ίδια συζήτηση, ο πρόεδρος του Eurogroup αναφέρθηκε στις πιέσεις που δέχονται οι ευρωπαϊκές αγορές ομολόγων. Παρουσίασε ως ενδεικτική εικόνα τη μεταβολή του μέσου επιτοκίου των δεκαετών ομολόγων, το οποίο, σύμφωνα με την τοποθέτησή του, βρίσκεται περίπου στο 4%, έναντι 1,1% πριν από δέκα χρόνια. Συνέδεσε αυτή την αλλαγή τόσο με τις αυξημένες δημοσιονομικές δυσκολίες όσο και με τις επενδυτικές ανάγκες που δημιουργεί η τεχνολογική επανάσταση.
Οι ανάγκες χρηματοδότησης των τεχνολογικών ομίλων αποτελούν, επομένως, μέρος μιας ευρύτερης αλλαγής στην οικονομία, καθώς οι κυβερνήσεις καλούνται να καλύψουν τις δικές τους ανάγκες για άμυνα, κοινωνική προστασία και άλλες δημόσιες δαπάνες, ενώ παράλληλα διεκδικούν κεφάλαια σε ένα πιο απαιτητικό περιβάλλον.
Τι αλλάζει στην εργασία και την κοινωνική προστασία
Μία από τις σημαντικότερες προκλήσεις που έθεσε ο Κυριάκος Πιερρακάκης αφορά τις επιπτώσεις της Τεχνητής Νοημοσύνης στην απασχόληση και στην κατανομή του οικονομικού οφέλους.
Όπως ανέφερε, είναι πιθανό να υπάρξει, σε κάποιο βαθμό, μετατόπιση από την εργασία προς το κεφάλαιο. Με απλά λόγια, μέρος της οικονομικής αξίας που σήμερα συνδέεται με την ανθρώπινη εργασία μπορεί να κατευθυνθεί περισσότερο προς τις επιχειρήσεις και όσους διαθέτουν τις τεχνολογίες και τα κεφάλαια για την αξιοποίησή τους.
Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί ερωτήματα για το πώς θα προστατευθούν οι εργαζόμενοι που ενδέχεται να επηρεαστούν από τις αλλαγές και για το αν τα σημερινά συστήματα κοινωνικής ασφάλισης θα μπορέσουν να ανταποκριθούν στις νέες συνθήκες. Ο υπουργός υπογράμμισε ότι τα συστήματα αυτά θα πρέπει να προσαρμοστούν, αναγνωρίζοντας παράλληλα ότι οι αλλαγές θα εξελίσσονται δυναμικά και ότι δεν υπάρχει ακόμη σαφής απάντηση για τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει να αντιμετωπιστούν.
Στο ίδιο πλαίσιο, ιδιαίτερη σημασία έχει και η εκπαίδευση. Ο κ. Πιερρακάκης έθεσε το ερώτημα πώς μπορούν να σχεδιαστούν εκπαιδευτικά συστήματα για έναν κόσμο που δεν υπάρχει ακόμη με τη σημερινή του μορφή. Ένα παιδί που ξεκινά το σχολείο σε ηλικία τεσσάρων ετών θα αποφοιτήσει στα 18 του, σε μια περίοδο κατά την οποία η τεχνολογία και οι ανάγκες της αγοράς εργασίας μπορεί να έχουν αλλάξει σημαντικά.
Η πρόκληση για την Ευρώπη είναι να προετοιμάσει τους νέους για αυτές τις αλλαγές, χωρίς να γνωρίζει ακόμη με ακρίβεια ποιες δεξιότητες θα είναι περισσότερο αναγκαίες στο μέλλον.
Η δημοκρατία απέναντι στην ταχύτητα της τεχνολογίας
Η συζήτηση στο ΕΛΙΑΜΕΠ δεν περιορίστηκε στις οικονομικές επιπτώσεις της Τεχνητής Νοημοσύνης. Ο ντα Έμπολι ανέδειξε και τη σχέση της τεχνολογικής ταχύτητας με τη λειτουργία της δημοκρατίας.
Όπως υποστήριξε, οι δημοκρατικοί θεσμοί λειτουργούν μέσα από διαδικασίες, διαβουλεύσεις και τη σύνθεση διαφορετικών απόψεων, κάτι που απαιτεί χρόνο. Αντίθετα, η τεχνολογική εξέλιξη επιταχύνεται, δημιουργώντας ένα περιβάλλον στο οποίο η υπόσχεση για άμεσες αποφάσεις και γρήγορα αποτελέσματα μπορεί να γίνεται ιδιαίτερα ελκυστική για τους πολίτες.
Ο ίδιος συνέδεσε αυτή την αντίφαση με τη μεταβολή των όρων της πολιτικής αντιπαράθεσης και την αυξανόμενη επιρροή νέων μορφών πολιτικής επικοινωνίας. Η τεχνολογία, επομένως, δεν αλλάζει μόνο την οικονομία, αλλά επηρεάζει και τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνεται η δημόσια συζήτηση και ασκείται η πολιτική εξουσία.
Από την πλευρά του, ο κ. Πιερρακάκης επισήμανε ότι οι θεσμοί δεν έχουν ακόμη ενσωματώσει επαρκώς τις δυνατότητες της τεχνολογίας στον σχεδιασμό και την εφαρμογή των δημόσιων πολιτικών. Όπως ανέφερε, η τεχνολογική γνώση πρέπει να αποτελεί μέρος της διαδικασίας λήψης αποφάσεων και όχι να περιορίζεται σε έναν υποστηρικτικό ρόλο.
Ως παράδειγμα αναφέρθηκε στην ελληνική εμπειρία κατά την περίοδο της πανδημίας, όταν η χρήση μηνυμάτων SMS για την ενημέρωση των πολιτών σχετικά με τα ραντεβού εμβολιασμού απλοποίησε μια διαδικασία που διαφορετικά θα μπορούσε να απαιτεί περισσότερα γραφειοκρατικά βήματα. Όπως σημείωσε, δεν επρόκειτο για κάποια εξαιρετικά σύνθετη τεχνολογία, αλλά για μια πρακτική εφαρμογή που βοήθησε το κράτος να λειτουργήσει αποτελεσματικότερα.
Το παράδειγμα αυτό αναδεικνύει μια ευρύτερη ανάγκη: οι δημόσιες πολιτικές να σχεδιάζονται με τη συμμετοχή ανθρώπων που κατανοούν την τεχνολογία και τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να εφαρμοστεί στην πράξη, πέρα από την παραδοσιακή προσέγγιση που βασίζεται κυρίως στη νομική και οικονομική γνώση.
Η Ευρώπη απέναντι στις νέες οικονομικές πιέσεις
Οι τεχνολογικές αλλαγές έρχονται σε μια περίοδο κατά την οποία η Ευρώπη αντιμετωπίζει αυξημένες δημοσιονομικές ανάγκες και υψηλότερο κόστος χρηματοδότησης.
Ο κ. Πιερρακάκης ανέφερε ότι το μέσο δημοσιονομικό έλλειμμα στην Ευρώπη έχει διπλασιαστεί σε σύγκριση με πριν από δέκα χρόνια. Παράλληλα, οι κυβερνήσεις καλούνται να χρηματοδοτήσουν περισσότερες προτεραιότητες, όπως η άμυνα, η κοινωνική προστασία και οι ανάγκες των γηράσκουσων κοινωνιών, ενώ το υψηλότερο ενεργειακό κόστος επιβαρύνει περαιτέρω την κατάσταση.
Παρά τις δυσκολίες, υποστήριξε ότι η Ευρώπη διαθέτει σήμερα ισχυρότερους μηχανισμούς αντιμετώπισης κρίσεων σε σχέση με το 2010. Αναφέρθηκε στην καλύτερη κεφαλαιοποίηση των τραπεζών, στην ύπαρξη του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM) και στο ευρωπαϊκό δημοσιονομικό πλαίσιο, τα οποία, όπως σημείωσε, ενισχύουν την ανθεκτικότητα της Ένωσης.
Ο υπουργός υπογράμμισε, ωστόσο, ότι η Ευρώπη χρειάζεται να κάνει σαφέστερες στρατηγικές επιλογές. Όπως ανέφερε, δεν αρκεί να επενδύει σε όλους τους τομείς χωρίς να καθορίζει προτεραιότητες. Η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και η καλύτερη αξιοποίηση των διαθέσιμων πόρων αποτελούν, κατά την τοποθέτησή του, βασικές προϋποθέσεις για να αποκτήσει η Ευρωπαϊκή Ένωση μεγαλύτερη διαπραγματευτική ισχύ απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα.
Στο ίδιο πλαίσιο, εξέφρασε την ελπίδα ότι οι διαπιστώσεις των εκθέσεων Ντράγκι και Λέτα για την ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα θα μετατραπούν σταδιακά σε κοινές αποφάσεις και συγκεκριμένες δράσεις.
Η αποτελεσματικότητα του κράτους και η εμπιστοσύνη των πολιτών
Στη συζήτηση τέθηκε και το ζήτημα της εμπιστοσύνης των πολιτών στους θεσμούς. Ο κ. Πιερρακάκης υποστήριξε ότι η αποτελεσματικότητα της πολιτικής κρίνεται από τα αποτελέσματα που παράγει στην καθημερινή ζωή, είτε πρόκειται για την υγεία και την εκπαίδευση είτε για τη λειτουργία των δημόσιων οικονομικών.
Όπως ανέφερε, οι πολίτες θέλουν να βλέπουν ότι οι φόροι τους αξιοποιούνται με τρόπο που ανταποκρίνεται στις ανάγκες τους και ότι οι δημόσιες υπηρεσίες λειτουργούν αποτελεσματικά. Στην ελληνική εμπειρία, η ψηφιοποίηση υπηρεσιών και η μείωση της γραφειοκρατίας συνέβαλαν, σύμφωνα με τον ίδιο, στην εικόνα ενός κράτους που μπορεί να εξυπηρετεί τους πολίτες με λιγότερα εμπόδια.
Από την πλευρά του, ο ντα Έμπολι αναφέρθηκε στην ανθεκτικότητα που έχει επιδείξει η Ευρώπη απέναντι στις διαδοχικές κρίσεις των τελευταίων ετών, παρά τις ελλείψεις που υπήρχαν αρχικά σε ορισμένους τομείς. Παράλληλα, εξέφρασε θετική εκτίμηση για τη σημερινή ελληνική πολιτική ηγεσία και κυβέρνηση, τις οποίες παρουσίασε ως ένα από τα ελπιδοφόρα ευρωπαϊκά παραδείγματα.
Η συζήτηση ανέδειξε, τελικά, ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν αποτελεί μόνο ένα νέο τεχνολογικό εργαλείο. Συνδέεται με το ποιος θα διαθέτει την οικονομική και τεχνολογική ισχύ, πώς θα αλλάξει η εργασία, αν οι δημόσιοι θεσμοί θα μπορέσουν να προσαρμοστούν εγκαίρως και κατά πόσο η Ευρώπη θα καταφέρει να μετατρέψει τις τεχνολογικές εξελίξεις σε ουσιαστικό όφελος για την οικονομία και τους πολίτες της.


