Την εφαρμογή του ορίου των 15 ετών για την πρόσβαση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης από την 1η Ιανουαρίου 2027 προαναγγέλλει ο υπουργός Ψηφιακής Διακυβέρνησης και Τεχνητής Νοημοσύνης Δημήτρης Παπαστεργίου, σε συνέντευξή του στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων. Η Ελλάδα επιλέγει να κινηθεί σε εθνικό επίπεδο πριν ολοκληρωθεί το ευρωπαϊκό πλαίσιο, ανοίγοντας όμως ταυτόχρονα ένα σύνθετο τεχνολογικό και κανονιστικό εγχείρημα. Το ζητούμενο πλέον δεν είναι μόνο να ψηφιστεί το όριο. Είναι εάν μπορεί να εφαρμοστεί στην πράξη σε ένα περιβάλλον όπου οι πλατφόρμες είναι παγκόσμιες, οι χρήστες μπορούν να δηλώνουν ψευδή στοιχεία και η προστασία της ηλικίας πρέπει να συνδυαστεί με την προστασία των προσωπικών δεδομένων.
Όπως εξηγεί ο Δ. Παπαστεργίου, το κρίσιμο ζήτημα είναι η αξιόπιστη επαλήθευση της ηλικίας. Η λογική που προωθείται είναι ο χρήστης να μπορεί να αποδεικνύει ότι βρίσκεται πάνω ή κάτω από το ηλικιακό όριο χωρίς να αποκαλύπτει στην πλατφόρμα περισσότερα προσωπικά δεδομένα από όσα είναι αναγκαία. Σε αυτή την κατεύθυνση εντάσσεται το Kids Wallet, ενώ η νομοθετική προσέγγιση δεν περιορίζεται σε μία συγκεκριμένη τεχνολογία. Οι πλατφόρμες θα πρέπει να χρησιμοποιούν αξιόπιστες μεθόδους επαλήθευσης και να αποδεικνύουν ότι μπορούν να εφαρμόσουν αποτελεσματικά τον ηλικιακό περιορισμό. Εδώ βρίσκεται όμως και η πρώτη μεγάλη δοκιμασία: ποιος πιστοποιεί την ηλικία, ποια δεδομένα διακινούνται και ποιος τελικά έχει τον έλεγχο της διαδικασίας;
Η επαλήθευση ηλικίας είναι το κλειδί. Οι παλιοί λογαριασμοί είναι το δύσκολο τεστ
Το μέτρο δεν αφορά μόνο όσους θα επιχειρήσουν να ανοίξουν λογαριασμό μετά την 1η Ιανουαρίου. Το πολύ μεγαλύτερο πρακτικό ζήτημα αφορά τους ήδη ενεργούς λογαριασμούς. Ένας ανήλικος μπορεί να έχει δηλώσει κατά την εγγραφή του διαφορετική ηλικία. Η αυτοδήλωση, επομένως, δεν μπορεί να αποτελέσει από μόνη της αξιόπιστο μηχανισμό εφαρμογής του ορίου. Οι πλατφόρμες θα πρέπει να μπορούν να εντοπίζουν περιπτώσεις όπου υπάρχουν ενδείξεις ότι η δηλωμένη ηλικία δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και, όπου απαιτείται, να ζητούν επαλήθευση. Το ερώτημα είναι πόσο αποτελεσματικά μπορεί να γίνει αυτό σε μεγάλη κλίμακα και χωρίς να δημιουργηθεί ένα νέο σύστημα μαζικής ταυτοποίησης των χρηστών.
Η χρήση λογαριασμού γονέα, η δήλωση ψευδούς ηλικίας, οι δεύτεροι λογαριασμοί και άλλες τεχνικές παράκαμψης αποτελούν δεδομένο που θα πρέπει να αντιμετωπίσουν οι πλατφόρμες. Το ίδιο ισχύει για την πρόσβαση μέσω διαφορετικών υπηρεσιών ή τεχνικών λύσεων που μπορούν να παρακάμψουν έναν εθνικό περιορισμό. Επομένως, η επιτυχία του μέτρου δεν θα κριθεί από το εάν υπάρχει ένας κανόνας που λέει «κάτω των 15 δεν επιτρέπεται». Θα κριθεί από το εάν ο κανόνας μπορεί να επιβληθεί πραγματικά και με συνέπεια. Η ευρωπαϊκή συζήτηση έχει ήδη μετακινηθεί πέρα από την απλή πρόσβαση. Αφορά στον τρόπο με τον οποίο οι πλατφόρμες σχεδιάζουν τις υπηρεσίες τους για ανηλίκους: αλγόριθμοι συστάσεων, συνεχές scrolling, ειδοποιήσεις, μηχανισμοί αύξησης του χρόνου χρήσης και έκθεση σε επιβλαβές περιεχόμενο. Έτσι, ακόμη και εάν εφαρμοστεί αποτελεσματικά το όριο των 15 ετών, παραμένει το ερώτημα τι συμβαίνει με τους 15χρονους και 16χρονους που θα συνεχίσουν να χρησιμοποιούν τις πλατφόρμες.
Η συζήτηση μετακινείται από το «ποιος μπαίνει» στο «με ποιους κανόνες λειτουργεί η πλατφόρμα απέναντι στον ανήλικο».
Η μεγάλη δοκιμασία αρχίζει την 1η Ιανουαρίου
Η Ελλάδα επιλέγει να προχωρήσει πριν από την ολοκλήρωση του ευρωπαϊκού πλαισίου. Αυτό δίνει στη χώρα τη δυνατότητα να λειτουργήσει ως ένα πρώτο πεδίο εφαρμογής, αλλά ταυτόχρονα αυξάνει το βάρος της δοκιμασίας. Γιατί η επιτυχία της συγκεκριμένης πολιτικής δεν είναι προεξοφλημένη. Σε εθνικό επίπεδο θα δοκιμαστεί εάν το κράτος, οι αρμόδιες αρχές και οι πλατφόρμες μπορούν να εφαρμόσουν έναν κανόνα σε πραγματικές συνθήκες. Θα δοκιμαστεί εάν οι έλεγχοι μπορούν να καλύψουν υφιστάμενους λογαριασμούς, εάν οι μέθοδοι επαλήθευσης είναι αξιόπιστες και εάν οι προσπάθειες παράκαμψης μπορούν να περιοριστούν. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο η δοκιμασία είναι ακόμη μεγαλύτερη. Η ΕΕ επιχειρεί να διαμορφώσει κοινό πλαίσιο για την προστασία των ανηλίκων, την επαλήθευση ηλικίας και τη λειτουργία των πλατφορμών. Το ερώτημα είναι εάν ένα τέτοιο μοντέλο μπορεί να εφαρμοστεί με ενιαίους κανόνες σε διαφορετικά κράτη, διαφορετικά ψηφιακά οικοσυστήματα και απέναντι σε παγκόσμιες πλατφόρμες.
Και υπάρχει ακόμη μία κρίσιμη παράμετρος: το μέτρο μπορεί να περιορίσει την πρόσβαση των κάτω των 15 ετών, χωρίς αυτό από μόνο του να αποδεικνύει ότι περιορίζει και τους κινδύνους που θέλει να αντιμετωπίσει. Η 1η Ιανουαρίου 2027, επομένως, δεν είναι το τέλος της συζήτησης. Είναι η έναρξη ενός μεγάλου τεστ για το εάν η ψηφιακή πολιτική μπορεί να περάσει από τη νομοθέτηση στην πραγματική λειτουργία, χωρίς να θυσιάσει ούτε την προστασία των ανηλίκων ούτε την προστασία της ιδιωτικότητας.

