«Τα ρομπότ δεν πρόκειται να καταλάβουν τον κόσμο». Με αυτή την κατηγορηματική θέση ο Ντόναλντ Τραμπ απορρίπτει τους φόβους για ανεξέλεγκτη εξέλιξη της τεχνητής νοημοσύνης και ταυτόχρονα βάζει φρένο στις φωνές που ζητούν να επιβραδυνθεί η ανάπτυξη των ισχυρότερων συστημάτων AI. Για τον Αμερικανό πρόεδρο, το πραγματικό διακύβευμα είναι διαφορετικό: οι ΗΠΑ δεν έχουν την πολυτέλεια να κόψουν ταχύτητα σε μια τεχνολογική κούρσα που συνδέεται πλέον άμεσα με την οικονομική και γεωπολιτική ισχύ της χώρας απέναντι στην Κίνα. Η παρέμβαση Τραμπ έρχεται την ώρα που η ίδια η αμερικανική βιομηχανία τεχνητής νοημοσύνης εμφανίζεται διχασμένη. Ενώ οι μεγαλύτερες εταιρείες επενδύουν εκατοντάδες δισεκατομμύρια σε υπολογιστική ισχύ, κέντρα δεδομένων και νέα μοντέλα, κορυφαία στελέχη του κλάδου προειδοποιούν ότι η ανάπτυξη της AI μπορεί να τρέχει ταχύτερα από τους μηχανισμούς ασφαλείας που απαιτούνται για τον έλεγχό της.
Δεν περιορίζεται η αμερικανική τεχνολογική υπεροχή
Η θέση του Αμερικανού προέδρου δεν είναι μια απλή καθησυχαστική δήλωση για τα ρομπότ. Αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης πολιτικής επιλογής: η Ουάσιγκτον δεν θέλει να περιορίσει την αμερικανική τεχνολογική υπεροχή στο όνομα του φόβου για την AI. Η τεχνητή νοημοσύνη αντιμετωπίζεται πλέον από την κυβέρνηση Τραμπ ως στρατηγική υποδομή, αντίστοιχη σε σημασία με τους ημιαγωγούς, την ενέργεια και τις τηλεπικοινωνίες. Η βασική λογική είναι ότι κάθε αμερικανική επιβράδυνση μπορεί να δημιουργήσει χώρο στην Κίνα για να κλείσει την τεχνολογική ψαλίδα. Και γι’ αυτό η αμερικανική κυβέρνηση πιέζει για ένα ενιαίο εθνικό πλαίσιο κανόνων, περιορίζοντας τις διαφορετικές ρυθμίσεις που υιοθετούν οι Πολιτείες και οι οποίες, σύμφωνα με την Ουάσιγκτον, μπορούν να λειτουργήσουν ως τροχοπέδη στην ανάπτυξη της AI.
Το παράδοξο είναι ότι οι ισχυρότερες προειδοποιήσεις δεν προέρχονται πλέον μόνο από επικριτές της τεχνολογίας. Έρχονται από ανθρώπους που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της ανάπτυξής της.
Ο Dario Amodei της Anthropic έχει ζητήσει επιβράδυνση της ανάπτυξης των πλέον προηγμένων μοντέλων, ώστε οι μηχανισμοί ασφαλείας να μπορέσουν να συμβαδίσουν με τις νέες δυνατότητες. Στο επίκεντρο βρίσκεται η ανάγκη για ανεξάρτητες δοκιμές, κοινά πρότυπα ασφαλείας και μεγαλύτερο έλεγχο πριν από την κυκλοφορία ακόμη ισχυρότερων συστημάτων. Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι πλέον αν η AI πρέπει να αναπτυχθεί. Αυτό έχει ήδη κριθεί.
Το ερώτημα είναι πόσο γρήγορα μπορεί να αναπτύσσεται η ΑΙ, όταν ακόμη και οι ίδιοι οι δημιουργοί της δεν είναι βέβαιοι ότι μπορούν να προβλέψουν όλες τις συνέπειές της.
Η κούρσα της AI είναι πλέον κούρσα ισχύος
Η τεχνητή νοημοσύνη δεν είναι πια μόνο λογισμικό και αλγόριθμοι. Για να λειτουργήσουν τα νέα μοντέλα απαιτούνται τεράστια κέντρα δεδομένων, προηγμένοι επεξεργαστές, ηλεκτρική ενέργεια, δίκτυα και επενδύσεις δεκάδων ή και εκατοντάδων δισεκατομμυρίων. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο η AI έχει μετατραπεί σε κεντρικό ζήτημα της αμερικανικής οικονομικής και ενεργειακής πολιτικής. Η αντιπαράθεση με την Κίνα προσθέτει μια ακόμη διάσταση. Η Ουάσιγκτον φοβάται ότι οποιαδήποτε σημαντική επιβράδυνση της αμερικανικής τεχνολογικής μηχανής μπορεί να επιτρέψει στο Πεκίνο να καλύψει την απόσταση σε έναν τομέα που ήδη θεωρείται κρίσιμος για την οικονομία, την άμυνα και τη διεθνή ισχύ.
Έτσι, πίσω από τη φράση του Τραμπ ότι «τα ρομπότ δεν θα καταλάβουν τον κόσμο» κρύβεται μια πολύ μεγαλύτερη πολιτική και τεχνολογική σύγκρουση.
Από τη μία βρίσκεται η λογική της Ουάσιγκτον: προχωράμε γρήγορα, γιατί όποιος σταματήσει πρώτος κινδυνεύει να χάσει την κούρσα. Από την άλλη, ένα μέρος της ίδιας της βιομηχανίας προειδοποιεί ότι η ταχύτητα χωρίς επαρκείς δικλίδες ασφαλείας μπορεί να δημιουργήσει κινδύνους που δεν θα αντιμετωπίζονται εύκολα εκ των υστέρων. Η μεγάλη μάχη της AI, λοιπόν, δεν αφορά πλέον μόνο το ποιος θα δημιουργήσει το ισχυρότερο σύστημα.
Αφορά το ποιος θα αποφασίσει πόσο ισχυρό μπορεί να γίνει, ποιος θα ελέγχει τις συνέπειές του και, κυρίως, ποιος θα έχει τελικά το δικαίωμα να πατήσει το φρένο.

