Ψηφιακή Στρατηγική

Ινστιτούτου Τσίπρα: Παρέμβαση για την Ψηφιακη Διακυβέρνηση με σαφείς αιχμές για τις επιλογές της Κυβέρνησης

Η ανάρτηση του Ινστιτούτου Τσίπρα (ΙΝΑΤ) με τίτλο «Ποιος κρατάει τα κλειδιά του Ψηφιακού Κράτους;» θέτει ευθέως ένα κρίσιμο ερώτημα εξουσίας: ποιος ελέγχει πραγματικά το ψηφιακό κράτος, το ίδιο το κράτος ή οι ιδιωτικοί τεχνολογικοί πάροχοι που το στηρίζουν. Πίσω από τον τεχνοκρατικό λόγο για τον ψηφιακό μετασχηματισμό αναδεικνύεται μια βαθύτερη πολιτική πραγματικότητα, όπου η δημόσια διοίκηση κινδυνεύει να μετατραπεί σε εξαρτημένο χρήστη υποδομών που δεν ελέγχει ουσιαστικά. Η εξάρτηση από μεγάλες πολυεθνικές τεχνολογίας, τα κλειστά συστήματα και οι συμβάσεις «πακέτο» δημιουργούν ένα περιβάλλον όπου τα δεδομένα των πολιτών, η λειτουργία κρίσιμων υπηρεσιών και η ίδια η ψηφιακή ραχοκοκαλιά του κράτους μπορεί να βρίσκονται εκτός πραγματικού δημόσιου ελέγχου.

Το ζήτημα αφορά άμεσα και την κυβέρνηση, καθώς οι επιλογές της δεν είναι ουδέτερες αλλά καθορίζουν το βαθμό εθνικής ψηφιακής κυριαρχίας ή εξάρτησης. Μέσα από τις προμήθειες, τις συμφωνίες με τεχνολογικούς κολοσσούς, τη στρατηγική για το cloud και την κυβερνοασφάλεια, αλλά και την (μη) επένδυση σε εγχώρια τεχνογνωσία, διαμορφώνεται αν το κράτος θα έχει έλεγχο ή θα λειτουργεί ως διαχειριστής ξένων υποδομών. Με αυτόν τον τρόπο, η ψηφιακή μετάβαση παύει να είναι απλώς τεχνικό έργο και μετατρέπεται σε βαθιά πολιτικό ζήτημα ισχύος και κυριαρχίας.

Ποιος κρατάει τα κλειδιά του Ψηφιακού Κράτους;

Την ώρα που ο ψηφιακός μετασχηματισμός του κράτους παρουσιάζεται συχνά ως ζήτημα περισσότερων πλατφορμών, ταχύτερων υπηρεσιών και νέων τεχνολογικών λύσεων, το ΙΝΑΤ θέτει ένα διαφορετικό ερώτημα: όταν το Δημόσιο πληρώνει για ψηφιακά έργα, τι ακριβώς αποκτά; Αυτό είναι το βασικό ερώτημα της νέας μελέτης του ΙΝΑΤ με τίτλο «Ποιος κρατάει τα κλειδιά του Ψηφιακού Κράτους; Από την ξεπερασμένη λογική της εξάρτησης στη σύγχρονη ψηφιακή κυριαρχία», την οποία επεξεργάστηκαν ο Βαγγέλης Κανούλας, Καθηγητής Τεχνητής Νοημοσύνης στο Πανεπιστήμιο του Άμστερνταμ και μέλος του Επιστημονικού Συμβουλίου του ΙΝΑΤ, και η Ευγενία Φωτονιάτα, Συντονίστρια του Επιστημονικού Συμβουλίου του ΙΝΑΤ. Η παρέμβαση έρχεται σε μια συγκυρία όπου η συζήτηση για την ψηφιοποίηση του κράτους δεν μπορεί να μένει μόνο στην ευκολία του χρήστη. Η ψηφιακή κυριαρχία, όπως σημειώνει το ΙΝΑΤ, δεν είναι τεχνικός όρος για ειδικούς. Είναι ένα πρακτικό ζήτημα δημοσίου συμφέροντος: αν το κράτος, μέσα από τις ψηφιακές δαπάνες, αποκτά γνώση, τεχνογνωσία, υποδομές, δικαιώματα, ανοιχτά πρότυπα και δυνατότητα αλλαγής προμηθευτή — ή αν περιορίζεται να αγοράζει υπηρεσίες που το κρατούν διαρκώς εξαρτημένο από λίγους μεγάλους τεχνολογικούς παρόχους.

Με αυτή την έννοια, η αμηχανία που εκφράστηκε πρόσφατα απέναντι στον όρο «ψηφιακή κυριαρχία» ίσως είναι αποκαλυπτική: δεν δείχνει ότι η έννοια είναι δυσνόητη, αλλά ότι ένα μέρος της πολιτικής σκέψης εξακολουθεί να αντιλαμβάνεται τον ψηφιακό μετασχηματισμό με εργαλεία μιας προηγούμενης εποχής. Στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης, των δεδομένων και των κρίσιμων cloud υποδομών, το να μετρά κανείς την πρόοδο μόνο με τον αριθμό των πλατφορμών θυμίζει περισσότερο διαχειριστικό εκσυγχρονισμό της δεκαετίας του 2000 παρά στρατηγική για το μέλλον. Στη μελέτη αναγνωρίζεται ότι η ψηφιοποίηση υπηρεσιών, όπως το gov.gr, διευκόλυνε σημαντικά την καθημερινότητα των πολιτών. Ωστόσο, επισημαίνεται ότι το επόμενο βήμα δεν μπορεί να είναι απλώς περισσότερες πλατφόρμες ή ταχύτερη έκδοση πιστοποιητικών. Στην εποχή των δεδομένων, της τεχνητής νοημοσύνης και των cloud υποδομών, το κρίσιμο ερώτημα είναι ποιος ελέγχει την τεχνολογία, ποιος κατέχει τη γνώση και τι μένει τελικά στο Δημόσιο.

Σύμφωνα με το ΙΝΑΤ, η αντίληψη που ταυτίζει την πρόοδο με περισσότερες ψηφιακές συμβάσεις, περισσότερες αναθέσεις και μεγαλύτερη εξάρτηση από κλειστά συστήματα ανήκει σε μια προηγούμενη εποχή. Το ζητούμενο σήμερα είναι ένα διαφορετικό μοντέλο ψηφιακού μετασχηματισμού, στο οποίο δημόσιο χρήμα σημαίνει δημόσια αξία.

Η μελέτη εστιάζει σε τέσσερις βασικούς άξονες:

  • Δημόσιες συμβάσεις ψηφιακών έργων: διαφάνεια, απολογισμός κόστους, έλεγχος υπεργολαβιών, ανοιχτά πρότυπα, διαλειτουργικότητα, τεκμηρίωση και πραγματική δυνατότητα αλλαγής προμηθευτή.
  • Data centers: οι μεγάλες επενδύσεις ψηφιακών υποδομών πρέπει να συνοδεύονται από ρήτρες εθνικής ωφέλειας, πρόσβαση πανεπιστημίων και ερευνητικών κέντρων σε υπολογιστική ισχύ, θέσεις υψηλής εξειδίκευσης και διαφάνεια στο ενεργειακό και περιβαλλοντικό αποτύπωμα.
  • Τεχνητή νοημοσύνη: η Ελλάδα δεν πρέπει να μείνει παθητικός χρήστης ξένων εργαλείων, αλλά να επενδύσει σε ελληνικές λύσεις, δημόσια υπολογιστική ισχύ, ασφαλή δημόσια δεδομένα, προμήθειες καινοτομίας και αλγοριθμική λογοδοσία.
  • Δημόσιο χρήμα – δημόσια αξία: κάθε ψηφιακό έργο που χρηματοδοτείται από τον φορολογούμενο οφείλει να αφήνει πίσω του τεχνογνωσία, υποδομές, τεκμηρίωση, δυνατότητα ελέγχου και επαναχρησιμοποιήσιμη ψηφιακή περιουσία.

Το ΙΝΑΤ ζητά επίσης ανεξάρτητο δημόσιο έλεγχο των μεγάλων ψηφιακών έργων των τελευταίων ετών. Όχι με λογική ποινικής προεξόφλησης, αλλά με κριτήρια διαφάνειας, ανταγωνισμού, πραγματικού κόστους, υπεργολαβιών, τεχνολογικής εξάρτησης και δημοσίου οφέλους.

Όπως υπογραμμίζεται στη μελέτη, το βασικό δίλημμα δεν είναι πια «ψηφιακό ή αναλογικό κράτος». Αυτό έχει κριθεί. Το πραγματικό δίλημμα είναι αν το Δημόσιο θα λειτουργεί ως μόνιμος πελάτης τεχνολογικών λύσεων ή ως κράτος που αποκτά γνώση, έλεγχο και κυριαρχία πάνω στις κρίσιμες ψηφιακές του υποδομές.
Το πλήρες κείμενο της μελέτης είναι διαθέσιμο στο site του ΙΝΑΤ

Η ανάλυση από το Ινστιτούτο Τσίπρα

Όπως αναφέρεται από τη νέα ανάλυση με τίτλο «Ποιος κρατάει τα κλειδιά του Ψηφιακού Κράτους?», το Ινστιτούτο Τσίπρα αναφέρει τα εξής:

Από την ξεπερασμένη λογική της εξάρτησης στη σύγχρονη ψηφιακή κυριαρχία υπάρχουν φράσεις που, χωρίς να το επιδιώκουν, ανοίγουν μια πολύ μεγαλύτερη συζήτηση. Η πρόσφατη ειρωνική αναφορά του Κυριάκου Πιερρακάκη στην έννοια της «ψηφιακής δημοκρατίας και κυριαρχίας» είναι μια τέτοια περίπτωση. Όχι επειδή έχει ιδιαίτερη σημασία η προσωπική του απορία. Αλλά επειδή φωτίζει έναν ολόκληρο τρόπο σκέψης για το κράτος, την τεχνολογία και το δημόσιο συμφέρον. Η έννοια της ψηφιακής κυριαρχίας δεν είναι ούτε ακαδημαϊκή πολυτέλεια ούτε σύνθημα για ειδικούς. Είναι ένα απολύτως πρακτικό ερώτημα για το πώς λειτουργεί το κράτος, πώς ξοδεύεται το δημόσιο χρήμα και ποιος ελέγχει τελικά τις κρίσιμες ψηφιακές υποδομές της χώρας. Γιατί σήμερα το ζήτημα δεν είναι απλώς αν μια υπηρεσία του Δημοσίου έγινε ψηφιακή. Αυτό, σε μεγάλο βαθμό, έχει ήδη συμβεί. Το πραγματικό ερώτημα είναι τι είδους ψηφιακό κράτος χτίζουμε: ένα κράτος που αποκτά γνώση, ικανότητα και έλεγχο ή ένα κράτος που μετατρέπει διαρκώς βασικές λειτουργίες του σε υπηρεσίες που αγοράζει απ’ έξω;

Εδώ ακριβώς αρχίζει η συζήτηση για την ψηφιακή κυριαρχία.

Όταν το Δημόσιο επενδύει σε ψηφιακά έργα, δεν πρέπει να αγοράζει απλώς μια εφαρμογή που λειτουργεί σήμερα. Δεν αρκεί να εκδίδεται πιο γρήγορα ένα πιστοποιητικό, να ανοίγει μια πλατφόρμα χωρίς ουρές ή να μεταφέρεται μια συναλλαγή από το γκισέ στην οθόνη. Το κρίσιμο είναι τι μένει πίσω. Μένει γνώση στο Δημόσιο; Μένει τεχνογνωσία; Μένουν υποδομές που μπορεί να ελέγχει και να εξελίσσει; Μένουν δικαιώματα, ανοιχτά πρότυπα, δυνατότητα διαλειτουργικότητας και αλλαγής προμηθευτή; Μένει, τελικά, δημόσια αξία στη χώρα; Αν η απάντηση είναι όχι, τότε δεν μιλάμε για ψηφιακά κυρίαρχο κράτος. Μιλάμε για ένα κράτος που πληρώνει, αλλά δεν αποκτά. Για ένα κράτος που χρησιμοποιεί συστήματα που δεν ελέγχει, ανανεώνει διαρκώς άδειες που δεν του ανήκουν και οργανώνει κρίσιμες λειτουργίες πάνω σε υποδομές από τις οποίες δύσκολα μπορεί να απεγκλωβιστεί. Αυτό δεν είναι σύγχρονος ψηφιακός μετασχηματισμός. Είναι η παλιά λογική του κράτους-πελάτη, ντυμένη με τεχνολογικό λεξιλόγιο.

Η αντίληψη που ταυτίζει την πρόοδο με περισσότερες πλατφόρμες, περισσότερες συμβάσεις και περισσότερες αναθέσεις σε μεγάλους τεχνολογικούς παρόχους δεν είναι νέα. Ανήκει σε μια προηγούμενη εποχή: τότε που το ζητούμενο ήταν απλώς να μπει ένας υπολογιστής σε κάθε υπηρεσία, να ψηφιοποιηθεί ένα έντυπο, να φύγει ο πολίτης από την ουρά. Σήμερα αυτό δεν αρκεί. Στην εποχή των δεδομένων, της τεχνητής νοημοσύνης, των cloud υποδομών και των κρίσιμων ψηφιακών συστημάτων, η απλή αγορά υπηρεσιών μπορεί να γίνει νέα μορφή εξάρτησης.

Δείτε εδώ όλη την ανάλυση

close menu