Έργα - Διαγωνισμοί

«Έξυπνες» κάμερες: Άραγε θα περάσουν από τις αναλογικές «συμπληγάδες»;

Του Γιάννη Χαλαβαζή.

Η εγκατάσταση ενός (αρχικά) δικτύου «έξυπνων» καμερών στην Αττική για την καταγραφή τροχαίων παραβάσεων αποτελεί αναμφίβολα ένα από πιο απαιτητικά και σημαντικά έργα ψηφιακού μετασχηματισμού στον τομέα της οδικής ασφάλειας. Ο στόχος είναι απόλυτα σωστός: λιγότεροι θάνατοι και τραυματισμοί από τροχαία δυστυχήματα, περισσότερη συμμόρφωση στον Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας και περιορισμός της ανθρώπινης αυθαιρεσίας στους ελέγχους. Ωστόσο, η πρόσφατη ακύρωση του διαγωνισμού για τις 1.000 κάμερες τεχνητής νοημοσύνης αποδεικνύει για ακόμη μία φορά ότι στην Ελλάδα αγνοούμε την σημασία της διοικητικής ωριμότητας που απαιτείται για να υποστηρίξει μεγάλες τεχνολογικές παρεμβάσεις.

Το πρόβλημα δεν είναι οι κάμερες. Το πρόβλημα είναι ότι το Δημόσιο εξακολουθεί να αντιμετωπίζει ορισμένα μεγάλα ψηφιακά έργα ως προμήθειες εξοπλισμού και όχι ως σύνθετες μεταρρυθμίσεις που αλλάζουν διαδικασίες, νοοτροπίες και καθημερινές λειτουργίες. Έτσι, αντί να σχεδιάζεται πρώτα το επιχειρησιακό μοντέλο, στη συνέχεια η τεχνολογική υποδομή, να ακολουθεί η εκτεταμένη πιλοτική εφαρμογή και προετοιμασία  συμβαίνει συνήθως το αντίθετο: αγοράζουμε το σύστημα και μετά αναζητούμε τον τρόπο με τον οποίο θα λειτουργήσει.

Η επιχειρησιακή προετοιμασία χρειάζεται άμεση βελτίωση

Η ακύρωση του διαγωνισμού, έπειτα από σειρά προσφυγών και ενστάσεων, ανέδειξε επίσης μια διαχρονική παθογένεια. Οι τεχνικές προδιαγραφές των μεγάλων έργων αμφισβητούνται και αποτελούν πεδίο αντιπαραθέσεων μεταξύ των υποψηφίων αναδόχων και υπουργείων, οδηγώντας συχνά σε καθυστερήσεις. Όταν ένα έργο που παρουσιάζεται ως εθνική προτεραιότητα καταρρέει πριν ακόμη κατατεθούν οι οικονομικές προσφορές, τότε προφανώς κάτι δεν έχει σχεδιαστεί σωστά από την αρχή.

Ακόμη πιο σημαντικό είναι το επιχειρησιακό σκέλος. Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι οι κάμερες δεν μειώνουν τα τροχαία επειδή απλώς υπάρχουν. Μειώνουν τα τροχαία όταν ο οδηγός γνωρίζει ότι η παράβαση θα καταγραφεί, θα επιβεβαιωθεί και θα τιμωρηθεί γρήγορα και αδιαμφισβήτητα. Στην Ελλάδα, όμως, η αλυσίδα αυτή συχνά «σπάει» σε πολλά σημεία. Η καταγραφή γίνεται, η βεβαίωση καθυστερεί, η ενημέρωση του πολίτη αργεί και πολλές φορές η διαδικασία χάνεται μέσα στη γραφειοκρατία.

Η Τροχαία οφείλει να προσαρμοστεί στη νέα εποχή. Δεν είναι δυνατόν χιλιάδες ηλεκτρονικές παραβάσεις να απαιτούν και χειροκίνητη διαχείριση (μας είπαν ότι είναι η αρχή), ελέγχους μέσω πολλαπλών συστημάτων και σύνθετες διοικητικές διαδικασίες. Οι αστυνομικές υπηρεσίες πρέπει να λειτουργήσουν με ψηφιακή λογική, αξιοποιώντας την τεχνητή νοημοσύνη για τον αρχικό έλεγχο και διατηρώντας τον ανθρώπινο παράγοντα μόνο εκεί όπου απαιτείται κρίση και αξιολόγηση.

Ταυτόχρονα η πολιτεία, παρά τα αντίθετα λεγόμενα, πρέπει να εγκαταλείψει την αντίληψη (που έχει περάσει στον κόσμο) ότι οι κάμερες αποτελούν κυρίως μηχανισμό είσπραξης, αλλά υποδομή αύξηση του επιπέδου προστασίας των πολίτων. Αν αυτό είναι το μήνυμα δεν περάσει στην κοινωνία, το εγχείρημα θα αποτύχει πολιτικά και κυρίως κοινωνικά. Οι κάμερες πρέπει να ενταχθούν σε μια συνολική στρατηγική οδικής ασφάλειας, με καλύτερη σήμανση, εκπαίδευση οδηγών, συστηματικούς ελέγχους και διαφανή αξιολόγηση των αποτελεσμάτων.

Χρειάζονται επίσης αυστηρές εγγυήσεις για την προστασία των προσωπικών δεδομένων και σαφείς διαδικασίες αμφισβήτησης των παραβάσεων. Η τεχνολογία κάνει λάθη και η εμπιστοσύνη των πολιτών χτίζεται μόνο όταν υπάρχουν μηχανισμοί ελέγχου και λογοδοσίας.

Η ακύρωση του διαγωνισμού να μην θεωρηθεί ως χαμένη ευκαιρία. Μπορεί όμως να αποτελέσει και ένα χρήσιμο μάθημα. Αν το κράτος επιλέξει να επανασχεδιάσει το έργο με λιγότερη επικοινωνία αρχικά, με περισσότερη προετοιμασία, λιγότερη έμφαση στα «κουτιά», σοβαρότητα στις διαδικασίες, τότε αυτή η καθυστέρηση να αποδειχθεί δημιουργικές. Αν όχι θα επαναληφθεί το γνωστό «γαϊτανάκι»: επενδύσεις εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ σε σύγχρονες τεχνολογίες, που θα κληθούν να λειτουργήσουν σε ένα παρωχημένο αναλογικό και έγχαρτο περιβάλλον.

Είπαμε και πριν ότι το πρόβλημα δεν θα είναι οι κάμερες, αλλά ότι επιχειρήθηκε η λειτουργία ψηφιακές υποδομές πάνω σε αναλογικά «θεμέλια». Μια κοινωνία που χάνει χιλιάδες ανθρώπινες ζωές κάθε χρόνο στην άσφαλτο δεν έχει την πολυτέλεια ούτε για ακυρωμένους διαγωνισμούς σε κάμερες ούτε για ημιτελείς μεταρρυθμίσεις.

Η επιτυχία του έργου δεν θα κριθεί από τον αριθμό των καμερών που θα εγκατασταθούν. Θα κριθεί από το αν θα καταφέρει να αλλάξει ουσιαστικά τη συμπεριφορά των οδηγών, η συμπεριφορά και η αποτελεσματικότητα της Τροχαίας, στην οποία λείπουν εκατοντάδες στελέχη, αλλά και η σοβαρότητα του κράτους στην υλοποίηση των έργων στρατηγικής σημασίας.

Αυτό είναι το πραγματικό «στοίχημα» που παραμένει ακόμη ανοικτό και πολλές φορές χαμένο από χέρι.

close menu