Αρθρογραφία

Αλέξης Τσίπρας: Μίλησε για «Ψηφιακή Δημοκρατία και Κυριαρχία», για «εθνικές τεχνολογικές υποδομές με ρήτρες κυριαρχίας». Η ουτοπία του οράματος!

Του Γιάννη Χαλαβαζή.

Δεν παρακολούθησα χθες της πρώτη παρουσίαση των αρχών του κόμματος «ΕΛΑΣ» του Αλέξη Τσίπρα. Θα τα μάθαινα συνοπτικά από άλλες ψηφιακές και δημοσιογραφικές πηγές. Από αυτό το βήμα δεν κάνουμε πολιτική αξιολόγηση και κριτική σε πολιτικά θέματα, καθότι είμαστε τεχνολογικός, επιχειρηματικός και οικονομικός δικτυότοπος. Όμως η εξαγγελία του Αλέξη Τσίπρα για «Ψηφιακή Δημοκρατία και Κυριαρχία» και για «εθνικές τεχνολογικές υποδομές με ρήτρες κυριαρχίας» μου την αφορμή και την αιτία να διατυπώσω τις απόψεις μου και τις προφανείς αντιρρήσεις μου στο «ουτοπικόν» της εξαγγελίας.

«Ψηφιακή Κυριαρχία»: Με ποια εθνική ψηφιακή βιομηχανία;

Εν πρώτοις η εξαγγελία κινείται σε ένα αρχικά πολιτικά ελκυστικό πλαίσιο, ειδικά σε μια εποχή, όπου η Ευρώπη συζητά όλο και περισσότερο για τεχνολογική αυτονομία απέναντι σε αμερικανικούς και κινεζικούς κολοσσούς. Ωστόσο, πίσω από τη ρητορική υπάρχουν σημαντικά ερωτήματα, αντιφάσεις και πρακτικές δυσκολίες.

Το πρώτο μεγάλο ζήτημα αφορά στο τι σημαίνει στην πράξη «ψηφιακή κυριαρχία»;

Η Ελλάδα εξαρτάται σχεδόν πλήρως, σχεδόν 100%, από ξένες πλατφόρμες, cloud υποδομές, λογισμικό και τηλεπικοινωνιακό εξοπλισμό. Το ψηφιακό Δημόσιο (αφήνουμε τις Τράπεζες κατά μέρος) λειτουργεί εξ ολοκλήρου πάνω σε τεχνολογίες πολυεθνικών όπως η Microsoft, η Amazon, η Google, η AWS, η SAP, Space XStar Link  και η Oracle. Η μετάβαση σε πραγματικά «εθνικές» ή έστω ευρωπαϊκά ελεγχόμενες υποδομές απαιτεί κατ΄ αρχάς χρόνο (τουλάχιστον δύο δεκαετίες), τεράστιες επενδύσεις από την ΕΕ, εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό και πολυετή στρατηγική.

Προφανώς και δεν αρκεί μια πολιτική διακήρυξη.

Το δεύτερο σημείο αφορά στο κόστος. Η δημιουργία sovereign cloud, κρατικών data centers υψηλής ασφάλειας ή εθνικών πλατφορμών Τεχνητής Νοημοσύνης απαιτεί σταθερές επενδύσεις δισεκατομμυρίων ευρώ. Ακόμη και ισχυρές οικονομίες της Ευρώπης δυσκολεύονται να ανταγωνιστούν την κλίμακα και την τεχνολογική υπεροχή των αμερικανικών hyperscalers. Για μια χώρα, για την Ελλάδα μιλάμε, με σχεδόν μηδενική βιομηχανική βάση στην ψηφιακή τεχνολογία, το εγχείρημα μπορεί εύκολα να εξελιχθεί σε ουτοπικό και εγκληματικά πανάκριβό κρατικό σχέδιο με μηδενική μελλοντική αποτελεσματικότητα.

Προφανώς ο κίνδυνος να μετατραπεί η έννοια της «ψηφιακής κυριαρχίας» σε ένα θολό πολιτικό σύνθημα χωρίς σαφές περιεχόμενο είναι επί θύρας. Η σύγχυση μεταξύ Προστασίας Δεδομένων, Κυβερνοασφάλειας, παραγωγής εγχώριου λογισμικού και τεχνολογικής αυτονομίας είναι πανεύκολο να εμφανιστεί και να αποπροσανατολίσει τα πάντα. Αν δεν υπάρξει σαφής ιεράρχηση στόχων, η συζήτηση μπορεί να οδηγηθεί σε επικίνδυνα γενικόλογες διακηρύξεις, την στιγμή που η χώρα δεν τα πάει καλά με τους ευρωπαϊκούς δείκτες ψηφιακής οικονομίας.

Θολή η σημασία γύρω από τις «ρήτρες κυριαρχίας».

Προφανώς και δεν καταλάβαμε τι κρύβεται μέσα στην έννοια «ρήτρες κυριαρχίας».

Αν αυτές οι «ρήτρες» σημαίνουν περιορισμούς σε ξένους παρόχους ή αυστηρούς όρους για διεθνείς επενδυτές, είναι πάρα πολύ εύκολο να δούμε την χώρα αντιμέτωπη με το ευρωπαϊκό πλαίσιο ανταγωνισμού και την ενιαία ψηφιακή αγορά της Ευρωπαϊκή Ένωση. Η Ελλάδα δεν μπορεί εύκολα να ακολουθήσει έναν δρόμο «ψηφιακού προστατευτισμού».

Ένα ακόμη δύσκολο σημείο είναι η διοικητική ικανότητα του κράτους. Η ελληνική δημόσια διοίκηση έχει ιστορικό καθυστερήσεων, αποτυχημένων ψηφιακών έργων, κατακερματισμένων συστημάτων και εξάρτησης από λίγους μεγάλους αναδόχους. Η δημιουργία κρίσιμων εθνικών υποδομών προϋποθέτει ισχυρό θεσμικό συντονισμό, διαφάνεια στις προμήθειες και τεχνογνωσία που σήμερα δεν θεωρείται δεδομένη.

Ποιος θα ελέγχει τις «εθνικές» ψηφιακές υποδομές;

Και προφανώς τίθεται το εύλογο ερώτημα ποιος θα ελέγχει αυτές τις «εθνικές» ψηφιακές υποδομές. Η συζήτηση περί ψηφιακής δημοκρατίας ακούγεται θετική. Συνοδεύεται όμως από επιφυλάξεις για υπερσυγκέντρωση δεδομένων και ανεξέλεγκτη κρατική επιτήρηση. Όσο περισσότερα δεδομένα συγκεντρώνονται σε κρατικές πλατφόρμες, τόσο αυξάνεται και η ανάγκη ισχυρών ανεξάρτητων μηχανισμών ελέγχου.

Και φυσικά μην υποβαθμίζουμε την γεωπολιτική διάσταση.

Η τεχνολογία σήμερα είναι πεδίο σκληρού ανταγωνισμού μεταξύ ΗΠΑ, Κίνας και Ευρώπης. Μια χώρα όπως η Ελλάδα δύσκολα μπορεί να κινηθεί απολύτως αυτόνομα. Στην πράξη, η «ψηφιακή κυριαρχία» και «εθνικές υποδομές» πιθανότατα σημαίνει επιλογή στρατοπέδου και συμμαχιών. Η εξαγγελία μπορεί να έχει το δικό της πολιτικό βάρος και να αντανακλά μια υπαρκτή διεθνή ανησυχία για τον έλεγχο των δεδομένων και των υποδομών. Όμως η απόσταση ανάμεσα στη στρατηγική φιλοδοξία και στην εφαρμογή παραμένει μεγάλη, ειδικά για μια χώρα που ακόμη παλεύει να ολοκληρώσει τον βασικό ψηφιακό μετασχηματισμό του Δημοσίου με πολλά θεσμικά και τεχνικά προβλήματα

Η ιδέα των πλήρως «εθνικών» τεχνολογικών υποδομών θεωρείται σήμερα περισσότερο ως πολιτικό ιδεολόγημα, παρά να ένα ρεαλιστικό σχέδιο, κυρίως επειδή το σύγχρονο ψηφιακό οικοσύστημα είναι παγκοσμιοποιημένο, αλληλοεξαρτώμενο και εξαιρετικά ακριβό.

Η ουτοπία των «εθνικών» υποδομών στις Τηλεπικοινωνίες

Ξεκινάμε από την παραδοχή ότι καμία ευρωπαϊκή χώρα μεσαίου μεγέθους δεν διαθέτει πλέον πλήρως αυτόνομη αλυσίδα παραγωγής τηλεπικοινωνιακής τεχνολογίας. Τα δίκτυα κινητής τηλεφωνίας βασίζονται σε εξοπλισμό από λίγους διεθνείς παίκτες όπως η Ericsson, η Nokia και η Huawei. Η Ελλάδα δεν έχει εγχώρια βιομηχανία που να μπορεί να κατασκευάσει πυρήνα δικτύου 5G, κεραίες, routers κορμού ή τηλεπικοινωνιακά chips.

Το δεύτερο πρόβλημα είναι η εξάρτηση από τις υποθαλάσσιες διεθνείς διασυνδέσεις. Το Διαδίκτυο δεν είναι «εθνικό». Η κίνηση δεδομένων περνά μέσα από διεθνή καλώδια, ευρωπαϊκά exchange points και ξένα data centers. Ακόμη κι αν μια χώρα αποκτήσει κρατικά data centers, η πραγματική κυκλοφορία δεδομένων παραμένει διεθνής. Το μεγαλύτερο μέρος του traffic καταλήγει σε υπηρεσίες της Meta, της Google, της Amazon ή της Microsoft.

Στις τηλεπικοινωνίες υπάρχει και το ζήτημα των standards. Τα δίκτυα 4G, 5G και μελλοντικά 6G λειτουργούν με διεθνή πρωτόκολλα και προδιαγραφές. Δεν μπορεί μια χώρα να φτιάξει «εθνικό 5G» έξω από τα διεθνή οικοσυστήματα. Αν επιχειρήσει να διαφοροποιηθεί υπερβολικά, κινδυνεύει να μείνει τεχνολογικά απομονωμένη ή ασύμβατη.

Επιπλέον, οι τηλεπικοινωνίες βασίζονται πλέον στο cloud. Τα σύγχρονα δίκτυα μετατρέπονται σε software-defined υποδομές, όπου μεγάλο μέρος της λειτουργίας μεταφέρεται σε virtualized περιβάλλοντα και hyperscale υπολογιστικά κέντρα. Αυτό σημαίνει ότι οι τηλεπικοινωνιακοί πάροχοι εξαρτώνται όλο και περισσότερο από cloud πλατφόρμες ξένων κολοσσών. Ακόμη και αν οι κεραίες είναι «εθνικές», το software stack δεν είναι.

Υπάρχει και το οικονομικό αδιέξοδο.

Η ανάπτυξη εθνικού τηλεπικοινωνιακού οικοσυστήματος απαιτεί τεράστια αγορά για να είναι βιώσιμη. Οι αμερικανικές και κινεζικές εταιρείες επενδύουν δεκάδες δισεκατομμύρια ετησίως σε έρευνα και ανάπτυξη. Μια χώρα όπως η Ελλάδα δεν μπορεί να υποστηρίξει τέτοια κλίμακα ούτε μέσω Δημοσίου ούτε μέσω εγχώριων επιχειρήσεων.

Και με την Κυβερνοασφάλεια, τί θα γίνει;

Ένα πολύ σοβαρό μέρος στην «εθνική υποδομή» είναι η κυβερνοασφάλεια. Θεωρητικά, οι εθνικές υποδομές υπόσχονται μεγαλύτερο έλεγχο. Στην πράξη όμως, όσο πιο «κλειστό» και κρατικοκεντρικό γίνεται ένα σύστημα, τόσο δυσκολότερη γίνεται η συνεχής αναβάθμιση και προστασία του απέναντι σε παγκόσμιες απειλές. Οι μεγάλες πολυεθνικές διαθέτουν, εκτός από τον απόλυτο έλεγχο του ειδικού λογισμικού, στρατιές με μηχανικούς ασφαλείας και τεράστιες δυνατότητες real-time monitoring που δύσκολα αναπαράγονται σε εθνικό επίπεδο.

Μία ακόμη αντίφαση

Η ψηφιακή οικονομία λειτουργεί πάνω στη διασύνδεση και όχι στην απομόνωση. Οι επιχειρήσεις θέλουν πρόσβαση σε διεθνή cloud, διεθνείς πλατφόρμες AI, διεθνή marketplaces και διεθνή δίκτυα δεδομένων. Ένα υπερβολικά «εθνικοποιημένο» μοντέλο μπορεί να αυξήσει το κόστος, να μειώσει την καινοτομία και να απομακρύνει επενδύσεις.

Γι’ αυτό και πλέον οι συζητήσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν αφορούν στην «εθνική αυτάρκεια», αλλά στην «στρατηγική αυτονομία»: περισσότερος έλεγχος στα κρίσιμα δεδομένα, ευρωπαϊκά standards ασφαλείας, διαφοροποίηση προμηθευτών και περιορισμός της απόλυτης εξάρτησης από λίγους ξένους τεχνολογικούς γίγαντες και όχι η απομόνωση από το παγκόσμιο τεχνολογικό σύστημα.

Οι ψηφιακές «αυταπάτες»

Η ρητορική περί «εθνικών ψηφιακών υποδομών» ακούγεται ελκυστική πολιτικά. Όμως «πόρω απέχει» από την πραγματικότητα της απόλυτα παγκοσμιοποιημένης ψηφιακής οικονομίας, επικοινωνίας και διαδικτύωσης. Στην πράξη καμία χώρα, όπως η Ελλάδα, δεν μπορεί να χτίσει μόνη της αυτόνομα δίκτυα, cloud, data centers και συστήματα τεχνητής νοημοσύνης χωρίς να εξαρτάται από αμερικανικές, ευρωπαϊκές, κινεζικές ή ασιατικές εταιρείες. Το internet, οι τηλεπικοινωνίες και το λογισμικό λειτουργούν πάνω σε διεθνείς κανόνες, υπηρεσίες και προϊόντα τεχνολογίας, κοινά πρότυπα που δεν «εθνικοποιούνται» με πολιτικές εξαγγελίες και μάλιστα στο από το Θησείο.

Η επίκληση της «ψηφιακής κυριαρχίας» συχνά κρύβει «αυταπάτη κρατικού ελέγχου» σε έναν χώρο που κινείται από πολυεθνικά οικοσυστήματα και τεράστια κεφάλαια. Το πραγματικό ζητούμενο δεν είναι η «φαντασίωση της ψηφιακής ανεξαρτησίας», αλλά η μείωση της εξάρτησης, η ενίσχυση της ασφάλειας και η σοβαρή συμμετοχή σε ευρωπαϊκές τεχνολογικές συμμαχίες μέσα από την στοχευμένη ανάπτυξη εγχώριων «νησίδων» ανάπτυξης τεχνογνωσίας.

Εν κατακλείδι πολιτικές έννοιες όπως «Ψηφιακή Δημοκρατία και Κυριαρχία», για «εθνικές τεχνολογικές υποδομές με ρήτρες κυριαρχίας» μόνο ως «ψηφιακές αυταπάτες» μπορώ να τις αξιολογήσω.

close menu