Την ανάγκη η Ευρώπη να κινηθεί με κοινή στρατηγική απέναντι στις τεχνολογικές και γεωπολιτικές ανατροπές ανέδειξε ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης, μιλώντας στο δείπνο της Αθηναϊκής Λέσχης, στο πλαίσιο του «3rd Maritime Security Conference», που διοργανώθηκε από το Πανεπιστήμιο Πειραιά και το Πάντειο Πανεπιστήμιο.
Για το πεδίο της τεχνολογίας και ειδικότερα της τεχνητής νοημοσύνης, ο υπουργός υπογράμμισε ότι κανένα κράτος δεν μπορεί μόνο του να θέσει αποτελεσματικούς κανόνες σε έναν τόσο σύνθετο και ταχέως εξελισσόμενο τομέα, τονίζοντας πως η διεθνής συνεννόηση αποτελεί προϋπόθεση. Όπως σημείωσε, για την Ευρώπη το ζητούμενο δεν είναι μια αυτάρκης απομόνωση, αλλά η διαμόρφωση στρατηγικής που θα περιορίζει κρίσιμες εξαρτήσεις και θα ενισχύει την τεχνολογική κυριαρχία.
Στο πλαίσιο αυτό αναφέρθηκε στην περίπτωση του 5G, επισημαίνοντας πως, παρά την ύπαρξη ισχυρών ευρωπαϊκών παικτών, δεν αναπτύχθηκε κοινή ευρωπαϊκή στρατηγική, με αποτέλεσμα κατακερματισμό και απώλεια ευκαιριών. Ως διαφορετικό παράδειγμα προσέγγισης παρουσίασε το ελληνικό ταμείο «Φαιστός», το οποίο αξιοποιεί μέρος των εσόδων από τις σχετικές δημοπρασίες για τη στήριξη καινοτόμων εφαρμογών.
Συνδέοντας την τεχνολογία με τις ευρύτερες διεθνείς ανακατατάξεις, ο κ. Πιερρακάκης ανέδειξε την επιστροφή της γεωπολιτικής και της γεωοικονομίας ως κυρίαρχων παραγόντων στις παγκόσμιες εξελίξεις. Όπως σημείωσε, οι αλλεπάλληλες κρίσεις των τελευταίων μηνών επιβεβαιώνουν ότι η γεωγραφία, η ισχύς και η στρατηγική επανέρχονται στο προσκήνιο με ένταση που λίγοι είχαν προβλέψει.
Όπως ανέφερε, η εικόνα του κόσμου έχει αλλάξει ριζικά. Η ισχύς μετακινείται από τη Δύση προς την Ανατολή, επιρροή ασκούν πλέον όχι μόνο κράτη αλλά και ιδιωτικοί φορείς ή μη κρατικοί δρώντες, ενώ η τεχνολογική επιτάχυνση έχει συμπιέσει τον χρόνο λήψης αποφάσεων σε μήνες.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, είπε, οι κυβερνήσεις καλούνται να λειτουργούν ταυτόχρονα σε δύο επίπεδα: να προωθούν μεταρρυθμίσεις που εκκρεμούν επί χρόνια, αλλά και να ανταποκρίνονται σε απρόβλεπτες κρίσεις — στα λεγόμενα «άγνωστα άγνωστα». Κατά τον ίδιο, αυτή η διπλή πρόκληση αποτελεί πλέον μόνιμο χαρακτηριστικό της άσκησης πολιτικής.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην ενεργειακή αβεβαιότητα, εστιάζοντας στα Στενά του Ορμούζ, τα οποία χαρακτήρισε κρίσιμο σημείο για την παγκόσμια οικονομία. Επικαλούμενος στοιχεία του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας, προειδοποίησε ότι ενδεχόμενη παρατεταμένη διαταραχή εκεί θα μπορούσε να προκαλέσει ενεργειακή κρίση ιστορικών διαστάσεων, ακόμη μεγαλύτερη από τις πετρελαϊκές κρίσεις του 1973 και του 1979 ή τις συνέπειες του πολέμου στην Ουκρανία.
Όπως εξήγησε, οι κίνδυνοι δεν αφορούν μόνο την αγορά ενέργειας, αλλά επεκτείνονται σε λιπάσματα, πετροχημικά και εφοδιαστικές αλυσίδες, με ευρύτερο αποτύπωμα στην παγκόσμια οικονομία. Υπογράμμισε πάντως ότι η Ευρώπη διαθέτει πλέον εμπειρία από την κρίση του 2022 και εργαλεία για προσωρινές, στοχευμένες παρεμβάσεις, εφόσον διατηρηθεί η ισορροπία ανάμεσα στη δημοσιονομική και τη νομισματική πολιτική.
Σε ό,τι αφορά την ελληνική οικονομία, ο υπουργός στάθηκε στη βελτίωση βασικών δεικτών, επισημαίνοντας το πρωτογενές πλεόνασμα 4,9% του ΑΕΠ, την ταχεία αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους και τους ρυθμούς ανάπτυξης που υπερβαίνουν τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Όπως τόνισε, πρόκειται για εξέλιξη που πριν από μία δεκαετία θα φαινόταν δύσκολα εφικτή.
Στο ίδιο πλαίσιο ανέδειξε την πρόοδο στον ψηφιακό μετασχηματισμό, σημειώνοντας ότι οι ψηφιακές υπηρεσίες του Δημοσίου έχουν ξεπεράσει τις 2.200, ενώ προχωρούν έργα όπως ο ηλεκτρονικός φάκελος ασθενούς και η ολοκλήρωση του Κτηματολογίου. Αναφορά έκανε και στην ενεργειακή μετάβαση, υπογραμμίζοντας τον αναβαθμισμένο ρόλο της ΔΕΗ, καθώς και τη θέση της Ελλάδας ως περιφερειακού ενεργειακού κόμβου.
Κλείνοντας, στάθηκε ιδιαίτερα στη σημασία της αλλαγής νοοτροπίας γύρω από τη δημοσιονομική σταθερότητα, λέγοντας ότι η πειθαρχία έχει πλέον αποκτήσει μόνιμα χαρακτηριστικά στην ελληνική οικονομική πολιτική. Όπως ανέφερε, ακόμη και η εκλογή Έλληνα υπουργού Οικονομικών στην προεδρία του Eurogroup αποτυπώνει αυτή τη μεταβολή.
Το κεντρικό μήνυμα της παρέμβασής του ήταν ότι η πρόκληση για κυβερνήσεις και Ευρώπη είναι διττή: να προχωρούν στις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις, αλλά ταυτόχρονα να διαχειρίζονται έναν κόσμο που γίνεται πιο ασταθής, πιο σύνθετος και πιο απρόβλεπτος. Σε αυτό το περιβάλλον, όπως τόνισε, στρατηγική και ευελιξία δεν είναι εναλλακτικές επιλογές, αλλά αναγκαίος συνδυασμός.

