Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες απόψεις παρουσίασε ο Γιάννης Λουμάκης, Διευθύνων Σύμβουλος της Uni Systems, στην ετήσια συνάντηση με εκπροσώπους των Μέσων Ενημέρωσης, για την πορεία της αγοράς ΤΠΕ μετά το RRF.
«Η εγχώρια αγορά πληροφορικής βρίσκεται αντιμέτωπη με έναν συνδυασμό πιέσεων που λειτουργούν ταυτόχρονα και ενισχύουν την αβεβαιότητα. Από τη μία πλευρά, η εκρηκτική άνοδος των τιμών στο hardware έχει ανατρέψει πλήρως τους αρχικούς προϋπολογισμούς πολλών έργων του Δημοσίου, δημιουργώντας σοβαρές αποκλίσεις μεταξύ σχεδιασμού και υλοποίησης. Από την άλλη, οι γεωπολιτικές εξελίξεις στη Μέση Ανατολή έχουν επηρεάσει αρνητικά το επενδυτικό κλίμα, οδηγώντας ακόμη και μεγάλους ιδιωτικούς ομίλους σε στάση αναμονής όσον αφορά νέες επενδύσεις στον τομέα της τεχνολογίας», ανάφερε χαρακτηριστικά παρουσιάζοντας το υπαρκτό πρόβλημα της μεγάλης και απρόβλεπτης ανόδου των τιμών στο hardware και λόγω του πολέμου στον Κόλπο και της ενεργειακής κρίσης. Το αποτέλεσμα είναι ένα περιβάλλον αυξημένου ρίσκου, στο οποίο αρκετά έργα κινδυνεύουν να εκτροχιαστούν και η αγορά συνολικά να εισέλθει σε φάση έντονης επιφυλακτικότητας.
Απρόβλεπτες οι συνέπειες της ανόδου των τιμών
Την οριακή κατάσταση που αντιμετωπίζουν οι εταιρείες του κλάδου αποτυπώνει η μεγάλη απόκλιση μεταξύ αρχικών και τελικών (πραγματικών) προϋπολογισμών, η οποία σε ορισμένες περιπτώσεις φτάνει ακόμη και το 150%. Οι αυξήσεις αυτές συνδέονται κυρίως με τη διεθνή εκτόξευση των τιμών στο hardware, που με τη σειρά της οφείλεται στην έλλειψη κρίσιμων εξαρτημάτων, όπως τα chips, τα οποία απορροφώνται σε μεγάλο βαθμό από τη ραγδαία ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης. Σε αυτό το πλαίσιο, η ανάληψη και υλοποίηση έργων με τις αρχικές τιμές καθίσταται πρακτικά αδύνατη, οδηγώντας τις εταιρείες σε δύσκολες αποφάσεις ακόμη και για έργα που έχουν ήδη αναληφθεί ή βρίσκονται σε εξέλιξη.
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο έντονο εξαιτίας της χρονικής ασυμμετρίας μεταξύ των απαιτήσεων του Δημοσίου και της πραγματικότητας της αγοράς. Ενώ οι δημόσιοι διαγωνισμοί συχνά προβλέπουν σταθερές τιμές για μεγάλα χρονικά διαστήματα, που μπορεί να φτάνουν και τα πέντε χρόνια, οι προμηθευτές πλέον δίνουν προσφορές με πολύ περιορισμένη χρονική ισχύ, συχνά μόλις λίγων μηνών. Αυτό δημιουργεί ένα χάσμα που καθιστά εξαιρετικά δύσκολη τη διαχείριση του κόστους και αυξάνει σημαντικά τον επιχειρηματικό κίνδυνο για τις εταιρείες που συμμετέχουν σε τέτοιες διαδικασίες. Σε αρκετές περιπτώσεις, οι αυξήσεις στο κόστος είναι τόσο μεγάλες που καθιστούν μη βιώσιμη τη συμμετοχή ή την εκτέλεση ενός έργου, ενώ υπάρχει και ο κίνδυνος οι εταιρείες να βρεθούν εκτεθειμένες και να κηρυχθούν έκπτωτες αν δεν μπορέσουν να ανταποκριθούν στους όρους των συμβάσεων.
Ο κ. Γιάννης Λουμάκης ανάφερε πως η επιδείνωση του διεθνούς κλίματος επηρεάζει και τον ιδιωτικό τομέα, όπου παρατηρείται σαφής επιβράδυνση των επενδύσεων στην πληροφορική. Από τις αρχές του έτους και ιδίως μετά την ένταση στον Κόλπο, αρκετοί πελάτες, ακόμη και μεγάλοι επιχειρηματικοί όμιλοι, έχουν αναστείλει ή καθυστερήσει έργα που βρίσκονταν σε φάση σχεδιασμού ή υλοποίησης. Η στάση αυτή αντανακλά την ευρύτερη αβεβαιότητα που επικρατεί, με τις επιχειρήσεις να επιλέγουν να διατηρήσουν ρευστότητα και να επανεξετάσουν τις προτεραιότητές τους μέχρι να διαμορφωθεί ένα πιο σταθερό περιβάλλον.
Οι πολλαπλές επιπτώσεις της Τεχνητής Νοημοσύνης
Ένα ακόμη στοιχείο που αναδιαμορφώνει το τοπίο είναι η αυξανόμενη επίδραση της τεχνητής νοημοσύνης στην παραγωγικότητα. Αν και ο κλάδος της πληροφορικής παραμένει ένας από τους βασικούς πυλώνες απασχόλησης, αρχίζουν να εμφανίζονται τάσεις επιβράδυνσης ή και παγώματος των προσλήψεων. Η δυνατότητα παραγωγής περισσότερου έργου με το ίδιο ανθρώπινο δυναμικό, χάρη στα εργαλεία AI, οδηγεί τις εταιρείες σε αναθεώρηση των αναγκών τους σε προσωπικό. Έτσι, αντί για μαζικές νέες προσλήψεις, οι επιχειρήσεις καλούνται είτε να αυξήσουν τον όγκο των έργων που αναλαμβάνουν είτε να επικεντρωθούν στον περιορισμό του κόστους τους, κάτι που επηρεάζει ιδιαίτερα έναν κλάδο που βασίζεται έντονα στο ανθρώπινο κεφάλαιο.
Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί και ευρύτερους προβληματισμούς σε κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο, ιδίως για τους νέους, υψηλά καταρτισμένους εργαζόμενους, οι οποίοι μέχρι πρότινος έβρισκαν σημαντικές ευκαιρίες απασχόλησης στον χώρο της τεχνολογίας. Η μετάβαση σε ένα πιο αυτοματοποιημένο μοντέλο λειτουργίας ενδέχεται να περιορίσει τη ζήτηση για συγκεκριμένες ειδικότητες, μεταβάλλοντας τις ισορροπίες στην αγορά εργασίας.
Επιστροφή στην «κανονικότητα»
Την ίδια στιγμή, η σταδιακή ολοκλήρωση των έργων που χρηματοδοτήθηκαν από το Ταμείο Ανάκαμψης οδηγεί τον κλάδο σε μια νέα φάση, που χαρακτηρίζεται από «επιστροφή στην κανονικότητα» και στους συνήθεις ρυθμούς λειτουργίας. Η περίοδος αυτή, η οποία είχε δημιουργήσει μια έντονη αύξηση της ζήτησης και είχε προσελκύσει πολλούς νέους παίκτες στην αγορά, φαίνεται να δίνει τη θέση της σε ένα περιβάλλον με μεγαλύτερο ανταγωνισμό και λιγότερες ευκαιρίες εύκολης ανάπτυξης. Οι εταιρείες καλούνται πλέον να λειτουργήσουν σε συνθήκες αυξημένης πίεσης, με περισσότερες ενστάσεις, διεκδικήσεις και περιορισμένα περιθώρια κέρδους.
Μέσα σε αυτό το σύνθετο και απαιτητικό πλαίσιο, οι επιχειρήσεις του κλάδου προσπαθούν να επαναπροσδιορίσουν τη στρατηγική τους, δίνοντας έμφαση στη διαφοροποίηση των πηγών εσόδων και στη μείωση της εξάρτησης από τα δημόσια έργα. Αν και η συμμετοχή σε έργα του Δημοσίου παραμένει σημαντική, γίνεται σαφές ότι το μέλλον του κλάδου θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από την ικανότητα προσαρμογής στις νέες συνθήκες και από την αξιοποίηση ευκαιριών σε ένα διεθνές και ιδιαίτερα ανταγωνιστικό περιβάλλον.
Σχετικά άρθρα:

