Της Σοφίας Μυττά
Σε κρίσιμο εργαλείο για τη χρηματοδότηση της επόμενης επενδυτικής φάσης της ελληνικής οικονομίας αναδεικνύεται η Κεφαλαιαγορά, σε μια περίοδο κατά την οποία η χώρα περνά σταδιακά από τις μεγάλες δημόσιες χρηματοδοτήσεις του Ταμείου Ανάκαμψης σε ένα περιβάλλον όπου απαιτούνται περισσότερα ιδιωτικά και διεθνή κεφάλαια.
Στο επετειακό Συμπόσιο για τα 35 χρόνια της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης έθεσε τον επενδυτικό στόχο της επόμενης τετραετίας, ενώ η πρόεδρος της Επιτροπής Βασιλική Λαζαράκου παρουσίασε την πορεία της ελληνικής αγοράς και τις αλλαγές που συντελούνται στην εποπτεία της.
Πιερρακάκης: Στα 60 δισ. ευρώ ο πήχης των επενδύσεων
Ο Κυριάκος Πιερρακάκης έθεσε ως στόχο οι συνολικές επενδύσεις στην Ελλάδα να αυξηθούν από περίπου 46 δισ. ευρώ το 2026 σε πάνω από 60 δισ. ευρώ έως το 2030, με το επενδυτικό αποτύπωμα να φθάνει περίπου στο 20% του ΑΕΠ, έναντι 11% το 2019.
Στο πλαίσιο αυτό, χαρακτήρισε την κεφαλαιαγορά «απολύτως υπαρξιακό μέσο» για την επίτευξη του στόχου, καθώς η ελληνική οικονομία χρειάζεται να διευρύνει τις πηγές χρηματοδότησης των επενδύσεων.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στη νέα θέση του Χρηματιστηρίου Αθηνών μετά την ένταξή του στο δίκτυο της Euronext. Όπως ανέφερε, οι ελληνικές επιχειρήσεις αποκτούν πρόσβαση σε μεγαλύτερη ρευστότητα και σε περισσότερους επενδυτές με διεθνή βάση.
Ο υπουργός υπογράμμισε παράλληλα ότι η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζεται πλέον αποκλειστικά ως μια μικρή περιφερειακή χρηματιστηριακή αγορά. Περιέγραψε μάλιστα τη μετάβαση από την εποχή κατά την οποία το Χρηματιστήριο αποτελούσε «σύμβολο κρίσης» στη σημερινή περίοδο, όπου εξελίσσεται σε «υποδομή ανάπτυξης».
Ο κ. Πιερρακάκης αναφέρθηκε επίσης στα μεγέθη της αγοράς, σημειώνοντας ότι την περίοδο 2019-2026 αντλήθηκαν 25,3 δισ. ευρώ μέσω 94 ενημερωτικών δελτίων, ενώ το ενεργητικό των αμοιβαίων κεφαλαίων αυξήθηκε από 6,1 δισ. ευρώ σε 25,6 δισ. ευρώ.
Η προστασία του επενδυτή
Στην ομιλία του ο υπουργός συνέδεσε την ανάπτυξη της αγοράς με την ενίσχυση της εμπιστοσύνης των επενδυτών και ειδικά του μικρού αποταμιευτή.
Αναφέρθηκε στην προληπτική εποπτεία, στον ψηφιακό μετασχηματισμό της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, στον μηδενισμό των παλαιών εκκρεμών υποθέσεων και στις πρώτες άδειες παρόχων κρυπτοστοιχείων στο πλαίσιο του MiCA. Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στους επιτόπιους ελέγχους, σημειώνοντας χαρακτηριστικά ότι «ο επενδυτής δεν προστατεύεται με εγκυκλίους», αλλά με πραγματικό έλεγχο της δραστηριότητας στην αγορά.
Στο ίδιο πλαίσιο ενέταξε την ενίσχυση της επενδυτικής κουλτούρας των νοικοκυριών. Αναφέρθηκε στον Ειδικό Επενδυτικό Λογαριασμό για τα νεογέννητα, υποστηρίζοντας ότι οι οικογένειες θα πρέπει να εξοικειωθούν όχι μόνο με την αποταμίευση αλλά και με την επένδυση.
Το ευρωπαϊκό στοίχημα των αποταμιεύσεων
Ο υπουργός έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα και στην ευρωπαϊκή διάσταση, συνδέοντας την ελληνική κεφαλαιαγορά με τη δημιουργία της Ένωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων και την ολοκλήρωση της Τραπεζικής Ένωσης.
Όπως ανέφερε, περισσότερα από 10 τρισ. ευρώ ευρωπαϊκών κεφαλαίων παραμένουν αναξιοποίητα, καθώς οι αποταμιεύσεις εξακολουθούν να είναι σε μεγάλο βαθμό εγκλωβισμένες στα εθνικά σύνορα και η ρευστότητα παραμένει κατακερματισμένη. Στόχος είναι περισσότερα από αυτά τα κεφάλαια να κατευθυνθούν σε ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, στην καινοτομία και στην πράσινη και ψηφιακή μετάβαση.
Στο ίδιο πλαίσιο τάχθηκε υπέρ ισχυρότερης κοινής ευρωπαϊκής εποπτείας, παρομοιάζοντας την ανάγκη αυτή με τον ρόλο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας στη Νομισματική Ένωση. Παράλληλα, χαρακτήρισε την πολιτική σταθερότητα βασική προϋπόθεση για την προσέλκυση κεφαλαίων και τη διατήρηση της εμπιστοσύνης των επενδυτών.
Λαζαράκου: 25,3 δισ. ευρώ άντλησε η αγορά από το 2019
Από την πλευρά της, η Βασιλική Λαζαράκου παρουσίασε τον απολογισμό της ελληνικής κεφαλαιαγοράς και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς από το 2019, αλλά και τις προτεραιότητες για την επόμενη ημέρα.
Όπως ανέφερε, η Επιτροπή έχει εγκρίνει 94 ενημερωτικά δελτία, μέσω των οποίων αντλήθηκαν συνολικά 25,3 δισ. ευρώ, εκ των οποίων τα 7 δισ. ευρώ μόνο στους πρώτους επτά μήνες του 2026.
Η ίδια στάθηκε στην αναβάθμιση της ελληνικής αγοράς και στην ενσωμάτωσή της στο οικοσύστημα της Euronext. Παράλληλα, σημείωσε ότι στις 21 Σεπτεμβρίου 2026 η ελληνική κεφαλαιαγορά θα ενταχθεί επίσημα στην κατηγορία των Ανεπτυγμένων Αγορών, εξέλιξη που χαρακτήρισε ψήφο εμπιστοσύνης στην ποιότητα, την ανθεκτικότητα και τις προοπτικές της.
Σημαντική ήταν και η άνοδος των αμοιβαίων κεφαλαίων, με το ενεργητικό τους να αυξάνεται κατά 308%, στα 25,6 δισ. ευρώ, από 6,1 δισ. ευρώ, ενώ εγκρίθηκαν 144 νέα αμοιβαία κεφάλαια.
Η πρόεδρος της Επιτροπής αναφέρθηκε ακόμη στις νέες εισαγωγές στο Χρηματιστήριο και στην είσοδο ναυτιλιακών εταιρειών στο Euronext Athens. Το 2025 πραγματοποιήθηκαν εννέα νέες εισαγωγές, ενώ το 2026 άνοιξε για πρώτη φορά ο δρόμος για την εισαγωγή ναυτιλιακών εταιρειών, μετά τις σχετικές προσαρμογές στο θεσμικό πλαίσιο.
Από τους ελέγχους στην ψηφιακή εποπτεία
Σημαντικό μέρος της παρέμβασης της κ. Λαζαράκου αφορούσε την εποπτική δραστηριότητα της Επιτροπής.
Από το 2019 έχουν πραγματοποιηθεί 288 έλεγχοι σε εισηγμένες εταιρείες, ενώ εξετάστηκαν περισσότερες από 1.200 καταγγελίες. Η Επιτροπή εξέδωσε 249 δημόσιες προειδοποιήσεις για μη αδειοδοτημένους παρόχους, ενώ τα πρόστιμα ανήλθαν συνολικά σε 42,6 εκατ. ευρώ, σε 668 υποθέσεις. Παράλληλα, οι εκκρεμείς υποθέσεις ηλικίας άνω των πέντε ετών, που ανέρχονταν σε 150 το 2019, είχαν μηδενιστεί έως το τέλος του 2023 και παραμένουν στο μηδέν.
Η επόμενη φάση αφορά πλέον την τεχνολογική αναβάθμιση της εποπτείας.
Ο ψηφιακός μετασχηματισμός της Επιτροπής, έργο ύψους 15 εκατ. ευρώ με χρηματοδότηση από το Ταμείο Ανάκαμψης, περνά σε επιχειρησιακή λειτουργία και περιλαμβάνει αναβάθμιση της κυβερνοασφάλειας, ενοποίηση πληροφοριακών συστημάτων, αξιοποίηση δεδομένων και δυνατότητα παρακολούθησης της αγοράς σε πραγματικό χρόνο.
Παράλληλα, η Επιτροπή έχει αρχίσει να αξιοποιεί την τεχνητή νοημοσύνη για εποπτικούς σκοπούς. Σε συνεργασία με το Ερευνητικό Κέντρο «Αθηνά» έχουν αναπτυχθεί εργαλεία που εντοπίζουν στο Διαδίκτυο και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης παρόχους που εμφανίζονται να δραστηριοποιούνται χωρίς την απαιτούμενη άδεια.
Η Λαζαράκου έδωσε έμφαση στην περαιτέρω αξιοποίηση της τεχνολογίας, των δεδομένων και των εργαλείων SupTech, σημειώνοντας ότι η πρόκληση δεν είναι μόνο η προσαρμογή στην τεχνολογική αλλαγή αλλά και η δυνατότητα πρόβλεψής της.
Η ενίσχυση της εποπτείας συνοδεύεται και από διεύρυνση των αρμοδιοτήτων της Επιτροπής, μεταξύ άλλων στους παρόχους κρυπτοστοιχείων, στο ΤΕΚΑ, στα Ταμεία Υποχρεωτικής Ασφάλισης και στην εφαρμογή του DORA για την ψηφιακή επιχειρησιακή ανθεκτικότητα. Παράλληλα, ενισχύεται το ανθρώπινο δυναμικό της Αρχής, με νέες προσλήψεις και επιπλέον εξειδικευμένες θέσεις.
Το επετειακό Συμπόσιο ανέδειξε έτσι, μέσα από δύο διαφορετικές οπτικές, τις αλλαγές που συντελούνται στην ελληνική κεφαλαιαγορά. Από τη μία, την προσπάθεια να διευρυνθεί η πρόσβαση των ελληνικών επιχειρήσεων σε κεφάλαια και να αυξηθεί ο ρόλος της αγοράς στη χρηματοδότηση των επενδύσεων και από την άλλη, την ανάγκη για μια εποπτεία που θα μπορεί να ανταποκριθεί σε μια αγορά μεγαλύτερη, πιο διεθνοποιημένη και ολοένα πιο ψηφιακή.

