Η ΑΑΔΕ μεταφέρει τον έλεγχο της αγοράς γάλακτος και κρέατος σε ένα νέο ψηφιακό επίπεδο, με στόχο κάθε ποσότητα προϊόντος να αφήνει ηλεκτρονικό αποτύπωμα από την παραγωγή και τη διακίνηση έως τη μεταποίηση και την τελική διάθεση. Στο επίκεντρο βρίσκεται η δημιουργία μιας συνεχούς αλυσίδας δεδομένων που θα επιτρέπει στις ελεγκτικές αρχές να γνωρίζουν όχι μόνο τι διακινείται, αλλά και αν οι ποσότητες που δηλώνονται σε κάθε στάδιο μπορούν να αντιστοιχηθούν με τις ποσότητες που τελικά παράγονται και πωλούνται. Το ζητούμενο είναι πλέον η ψηφιακή ιχνηλάτηση του προϊόντος και όχι απλώς ο εκ των υστέρων έλεγχος των παραστατικών.
Στον σχεδιασμό της ΑΑΔΕ κεντρικό ρόλο αναμένεται να έχει το ηλεκτρονικό δελτίο αποστολής, σε συνδυασμό με το σύστημα «Άρτεμις 2». Η λογική είναι να δημιουργηθεί ένα ενιαίο ψηφιακό ίχνος για το προϊόν, ώστε η μετακίνηση της πρώτης ύλης να μπορεί να παρακολουθείται και να διασταυρώνεται σε κάθε επόμενο στάδιο. Στην περίπτωση του γάλακτος, για παράδειγμα, η ηλεκτρονική καταγραφή μπορεί να επιτρέπει τη σύγκριση της ποσότητας που εισέρχεται σε μια μονάδα μεταποίησης με την ποσότητα γάλακτος, γιαουρτιού ή άλλων προϊόντων που προκύπτουν και τελικά διατίθενται στην αγορά. Έτσι, το ψηφιακό σύστημα δεν ελέγχει μόνο ένα τιμολόγιο ή ένα δελτίο αποστολής, αλλά τη σχέση μεταξύ εισροών, παραγωγής και εκροών.
Αυτό είναι και το κρίσιμο στοιχείο για την αντιμετώπιση των ελληνοποιήσεων: η προέλευση μιας πρώτης ύλης δεν θα αντιμετωπίζεται μόνο ως δήλωση, αλλά θα πρέπει να υποστηρίζεται από διασταυρώσιμα δεδομένα σε ολόκληρη την αλυσίδα.
Από τον έλεγχο στο πεδίο στον έλεγχο μέσα από τα δεδομένα
Η κατεύθυνση αυτή εντάσσεται σε μια ευρύτερη αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί ο κρατικός έλεγχος. Η ΑΑΔΕ ήδη προωθεί την ψηφιακή παρακολούθηση της διακίνησης αγαθών, με το ηλεκτρονικό δελτίο αποστολής να αποτελεί βασικό εργαλείο για την καταγραφή της διακίνησης και την αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής και του λαθρεμπορίου. Στον πρωτογενή τομέα η ίδια λογική έχει ήδη αρχίσει να εφαρμόζεται και στο ζωικό κεφάλαιο. Το νέο σύστημα ιχνηλασιμότητας αιγοπροβάτων χρησιμοποιεί μοναδικούς κωδικούς ηλεκτρονικών βώλων, οι οποίοι συνδέονται με τα ενώτια των ζώων, ενώ τα δεδομένα καταχωρούνται σε ψηφιακή Βάση Ιχνηλασιμότητας που διαλειτουργεί με τα πληροφοριακά συστήματα της ΑΑΔΕ και του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης. Παράλληλα, αξιοποιούνται ψηφιακές διασταυρώσεις για τον εντοπισμό αποκλίσεων και την καλύτερη στόχευση των ελέγχων.
Η εξέλιξη είναι σημαντική: το κράτος περνά από τον έλεγχο του εγγράφου στον έλεγχο της ψηφιακής διαδρομής του προϊόντος.
Και αυτό αλλάζει τα δεδομένα για ολόκληρη την αγορά. Παραγωγός, μεταφορέας, έμπορος, βιομηχανία και τελικό προϊόν μπορούν σταδιακά να συνδέονται σε μια αλυσίδα δεδομένων, όπου οι ποσότητες, οι μετακινήσεις και οι συναλλαγές θα πρέπει να «δένουν» μεταξύ τους. Το πραγματικό στοίχημα της ΑΑΔΕ, επομένως, δεν είναι ένας ακόμη μηχανισμός ελέγχου. Είναι η δημιουργία ενός ψηφιακού ίχνους που θα επιτρέπει στις ελεγκτικές αρχές να εντοπίζουν ασυμφωνίες πολύ πριν αυτές μετατραπούν σε υπόθεση ελέγχου. Από τον στάβλο έως τη βιομηχανία και από τη βιομηχανία έως το ράφι, η αγορά γάλακτος και κρέατος οδηγείται έτσι σε ένα μοντέλο όπου κάθε ποσότητα πρέπει να μπορεί να αποδεικνύει ψηφιακά από πού ήρθε, πού πήγε και σε τι μετατράπηκε.

