Η είδηση από την Κίνα είναι εντυπωσιακή: ένα πειραματικό τρένο maglev επιτάχυνε από το μηδέν στα 800 χιλιόμετρα την ώρα σε μόλις 5,3 δευτερόλεπτα. Δεν είναι όμως τα 800 χιλιόμετρα που πρέπει να μας απασχολήσουν. Είναι η δική μας ταχύτητα. Και αυτή, διαχρονικά, είναι το πραγματικό ελληνικό πρόβλημα.
Μόλις χθες ανακοινώθηκε ότι ολοκληρώθηκε η πλήρης τηλεδιοίκηση σε περίπου 600 χιλιόμετρα του βασικού σιδηροδρομικού άξονα, με δυνατότητα κίνησης έως 200 χλμ./ώρα. Αναγκαίο έργο, ασφαλώς. Αλλά δεν μπορεί να θεωρείται ως ο προορισμός-στόχος του ελληνικού σιδηροδρόμου.
Γιατί από εδώ και πέρα αρχίζουν τα πραγματικά δύσκολα: αναβάθμιση γραμμών και επιδομής, ETCS και σηματοδότηση, διπλές γραμμές, ηλεκτροκίνηση, σταθμοί, γέφυρες και σήραγγες, συντήρηση, εμπορευματικές μεταφορές. Και δίπλα σε αυτά, ολόκληρη η νέα γενιά υποδομών της χώρας: ενεργειακά δίκτυα, τηλεπικοινωνίες, οπτικές ίνες, data centers, λιμάνια, logistics, αντιπλημμυρικά και υποδομές πολιτικής προστασίας.
Το RRF ήταν ο μεγάλος επιταχυντής. Όμως τελείωσε. Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη αναζήτηση: Από την στιγμή που τελείωσε το RRF υποχρεωτικά η Ελλάδα πρέπει να ξαναρχίσει να κινείται στον ίδιο και ταχύτερο ρυθμό.
Δεν έχουμε καμία πολυτέλεια εφησυχασμού.
Η Ελλάδα χρειάζεται ένα νέο RRF, αντίστοιχου μεγέθους και φιλοδοξίας, με διαφορετικό βεβαίως περιεχόμενο και προτεραιότητες. Ένα νέο ευρωπαϊκό και εθνικό χρηματοδοτικό εργαλείο, που θα δώσει στη χώρα τα απαραίτητα νέα κεφάλαια για να προχωρήσει η χώρα σε ένα δεύτερο μεγάλο κύμα δημιουργίας υποδομών και παραγωγικών επενδύσεων.
Δεν είναι κάτι το ουτοπικό. Το έχουμε κάνει στο παρελθόν.
Στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004 η Ελλάδα κατάφερε, μέσα σε αυστηρό και αμετακίνητο χρονοδιάγραμμα, να κατασκευάσει και να ολοκληρώσει μεγάλα έργα μεταφορών και υποδομών. Υπήρχε στόχος, υπήρχε ημερομηνία και υπήρχε η απαίτηση να παραδοθούν. Και τότε τρέχαμε!
Γιατί να μην μπορούμε να τρέξουμε και τώρα; Αυτό είναι το πραγματικό ερώτημα την 90η ΔΕΘ του 2026. Και δεν αφορά μόνο την κυβέρνηση. Αφορά ολόκληρο το πολιτικό σύστημα.
Και εδώ υπάρχει μάλλον εκκωφαντική σιωπή!
Τα κόμματα της αντιπολίτευσης καταγγέλλουν, χαρακτηρίζουν, αποδοκιμάζουν, διαπιστώνουν και καταθέτουν σωρεία αφορισμών. Όμως θα αναζητηθεί σύντομα το δικό τους σχέδιο για την Ελλάδα μετά το RRF; Ποιο είναι το επενδυτικό τους πλαίσιο; Ποια έργα θεωρούν στρατηγικά; Πόσα χρήματα χρειάζονται; Από πού θα βρεθούν; Σε ποιο χρονοδιάγραμμα θα υλοποιηθούν και πως τα νέα εργα;
Η κριτική στην κυβέρνηση είναι εύκολη. Η παραγωγή ενός σχεδίου για την επόμενη δεκαετία είναι το δύσκολο. Και μέχρι σήμερα, από την πλειονότητα των κομμάτων, αυτό ακριβώς το δύσκολο δεν το έχουμε ακούσει.
Η ΔΕΘ είναι η ευκαιρία να το ακούσουμε.
Όχι άλλους αφορισμούς για το παρελθόν.
Όχι άλλες γενικόλογες υποσχέσεις.
Όχι άλλες διαπιστώσεις ότι «η χώρα χρειάζεται αλλαγή παραγωγικού μοντέλου».
Θέλουμε να ακούσουμε ποια Ελλάδα θέλουν (τα κόμματα) να δημιουργήσουν και κυρίως πως.
Με ποιες διαδικασίες θα κατασκευαστούν τα νέα τρένα, τους δρόμους, τα ενεργειακά δίκτυα, τις ψηφιακές υποδομές, τα λιμάνια, τα κέντρα logistics, τη νέα παραγωγή και με κυρίως που θα βρεθεί η χρηματοδότηση.
Γιατί το πολιτικό σύστημα και τα κόμματα δεν κρίνονται μόνο από το πόσο καλά περιγράφουν τα προβλήματα και πόσο έντονα επιτίθενται στους αντιπάλους τους. Αλλά κυρίως από το πως θα συνεχίσουν να οικοδομούν το μέλλον και όχι στο πως θα γκρεμίσουν αυτά που θα παραλάβουν. Κρίνονται κυρίως από το αν έχουν την ικανότητα να καταλάβουν πως και που θα πάμε στο μέλλον. Και εκεί τα κόμματα της αντιπολίτευσης χάνουν, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις.
Η Ελλάδα χρειάζεται να ξανατρέξει στις ράγες της ανάπτυξης.
Με «ολοκληρωμένη τηλεδιοίκηση».
Και αυτή τη φορά δεν αρκεί να «τρέξει» μόνο η κυβέρνηση. Πρέπει να τρέξουν και τα κόμματα. Βλέποντας προς τον επόμενο σταθμό.
